Λουζιτάνια, ΙΙ

 Looks Like Up To Me

Ο Μπλαζής έπαιζε μπάσο σαν να ήταν όλη του η ζωή ένα στοίχημα που το είχε ήδη κερδίσει, ένας δρόμος που τον είχε ήδη διανύσει, ένας τρόμος που τον είχε ξαποστείλει, ένας έρωτας που τον είχε απαθανατίσει.

 

Ο άλλος, ο Κουρεμένος, τραγούδησε μετά, κάποια στιγμή, μες σε καπνούς και σε ιαχές, πεντακόσιοι άνθρωποι να είναι μια επαναφορά του ουσιώδους κι ας μην το ξέρουν τότε, τραγούδησε λοιπόν, όχι με την όποια σαρκαστική αποστασιοποίηση το τραγουδούσε ο Lou Read, αλλά με μια ευγενική θέρμη, με μιαν αριστοκρατικότητα που είχες πολύ καιρό να τη συναντήσεις σε ό,τι είχε να κάνε με το ροκ, τραγούδησε με ποιητική θέρμη και ειρωνεία μαζί το Vicious, και σείστηκε το κινηματοθέατρο.

 

Δεν ήταν συναυλία, ήταν προοίμιο για τον εορτασμό των δεκάχρονων από τον Μάη του Εξηνταοχτώ, ήταν μνημόσυνο για την Ουλρίκε από τον Μάιο του Εβδομήντα Έξι και, κυρίως, για την Γκούντρουν και τον Αντρέας, από τον Οκτώβριο, μόλις δύο μήνες και κάτι μέρες πριν τους είχαν βρει νεκρούς, κι ήμασταν παγωμένοι κάποιοι, και θυμωμένοι, και εκείνη την ώρα, καθώς ακούγαμε τραγούδια που δεν είχαν ποτέ ξανά ακουστεί στην Αθήνα έτσι, που πρώτη φορά παίζονταν έτσι, τραγούδια που δεν τα άκουγες στο ραδιόφωνο, τραγούδια που η ελληνική τηλεόραση δεν τα ήξερε τότε και δεν τα έμαθε ποτέ, αισθανόσουν ότι το πάγωμα και η σαστισμάρα και ο θυμός σου δεν είναι άτσαλος ορυμαγδός, αλλά είναι μια ιστορία που ενέχει αξιοπρέπεια, αν μη τι άλλο.

 

Στην ίδια συναυλία, στο Λουζιτάνια, να θυμάσαι αυτή την ημερομηνία, Είκοσι Οχτώ Δεκεμβρίου του Χίλια Εννιακόσια Εβδομήντα Εφτά, ο Νίκος Σπυρόπουλος παίζει κιθάρα σαν να θέλει να θυμίσει τι θαύμα θεραπεία είναι άδολος ρυπαρός ρεαλισμός του ροκ εντ ρολλ, ο Βασίλης Σπυρόπουλος παίζει κιθάρα σαν να ιερουργεί όπως στις Σημειώσεις για την Όραση του Jim Morrison που λέει Κοίτα που ιερουργούμε. Και ο Μπλαζής να παίζει blazing μπάσο, σαν να ξαποστέλνει χρησμούς σ’ όλη τούτη την κόχη της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, χρησμούς σαν αυτόν: «Για τη Μάριολιν τίναξα όλο το στράτευμα στον αέρα. Μπόρεσα. Μπορείς κι εσύ». Ή σαν ετούτον: «They are in love. Fuck the war».

 

Ήσουν, ψυχή τε και σώματι, εκεί, στη συναυλία εκείνη που δεν ήταν συναυλία μονάχα αλλά ήταν υπόσχεση, επαγγελία, για μιαν Αέναη Γιορτή, που ήταν ένα πανδαιμόνιο ύψωμα της γροθιάς που σήμαινε ότι σ’ όσους λαβυρίνθους κι αν μπεις έκτοτε άλλο δεν θα γυρεύεις παρά τρόπους να θέτεις άλλοτε την Ποίηση στην υπηρεσία της Επανάστασης κι άλλοτε την Επανάσταση στην υπηρεσία της Ποίησης, μια Υπεύθυνη Δήλωση ότι δεν θα σταματήσεις ποτέ να ελίσσεσαι ανάμεσα στα στρυφνά δεδομένα, ανάμεσα στις αντινομίες και τις αντιξοότητες, ώστε να καταφέρνεις να κρατάς εντός σου ζωντανό εκείνο το θεσπέσιο «We few, we happy few, we band of Brothers», κι ας έχεις ήδη διαισθανθεί οδυνηρά ότι θ’ αναγκαστείς ν’ αλλάζεις brothers σαν τα πουκάμισα αν είναι να μην κατρακυλήσεις ποτέ στον άδοξο κυνισμό του ενδεούς.

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Το Καπέλο του Μπονάτσου