Λουζιτάνια, 28 Δεκεμβρίου 1977 (αρχή)

 Γκαράζ Ροκ

 

Πώς σώζεις την τιμή του ροκ; Πώς αποκαθιστάς την χαμένη τιμή τραγουδιών και τρόπων που σπιλώθηκαν, χάθηκαν, λησμονήθηκαν, λοιδορήθηκαν, ενταφιάστηκαν; Πώς κάνεις ξανά τα κορμιά να τιγκάρουν ωραία στους κραδασμούς και τα χείλη να ψελλίσουν/ ουρλιάξουν/ τραγουδήσουν τραγούδια που είχαν καιρό να θυμηθούν ή που δεν τα είχανε ακούσει καν, και τώρα, για πρώτη φορά, τους φαίνονται απολύτως οικεία; Πώς σώζεις το ροκ; Όχι μ’ έναν λυγμό, μα με έναν βρόντο. Πάει να πει με έναν και μοναδικό τρόπο: με συναυλίες.

 

Αυτό, άκου με που σου λέω, αυτό που σήμερα το λένε live, και το άλλο που το λένε event, και το τρίτο που δρώμενο μας το τσαμπουνούν, εμείς, τότε, παλιά, πριν γεννηθείς, το λέγαμε συναυλία κι ήταν όλα σ’ ένα, και live και event και δρώμενο και καμιά δεκαριά άλλα μαζί, ναι, όλα αυτά συναυλία τα λέγαμε, και αν δεν γινόταν ο κακός χαμός και δεν χόρευε ένα πεντάωρο ο τρελός λαγός δεν την έλεγες πετυχημένη τη συναυλία.

 

Πάμε στο Χίλια Εννιακόσια Εβδομήντα Εφτά: Ο Μπλαζής να κάνει blazing το μπάσο. Στα τύμπανα δεν θυμάμαι ποιος ήταν, Τουρνικιώτης;, όχι, Τουρναβίτης;, μάλλον. Μπα, όχι. Μουζακίτης, ναι, Μουζακίτης, τώρα μου ήρθε, κοντά σαράντα χρόνια après! Πλήκτρα και κιθάρες, ο Νίκος Σπυρόπουλος. Κιθάρες, ο Βασίλης Σπυρόπουλος. Άλλος; Όχι, ο Σαμουηλίδης ή ο Κοτσμανίδης, δεν θυμάμαι να ήταν. Ο Κώστας ο Κουρεμένος που σε άλλες συναυλίες τραγουδούσε Lou Read, δεν θυμάμαι. Αλλά να σου που εμφανίζεται επί σκηνής – περίμενε, κάτσε, άσε, αργότερα αυτά. Πάμε στον Μπλαζή, πάλι, πάμε.

 

Ο Μπλαζής είχε ερωτευτεί μια Ολλανδέζα, την Μάριολιν, αν θυμάμαι καλά τη μελωδία του ονόματός της, και ήταν φαντάρος, σμηνίας, σμηνίτης, something like that, όταν την ερωτεύτηκε, στην Αεροπορία, στον Άλιμο, όχι, κάτσε, στον Αλμυρό, κάτι τέτοιο, και σκέφτηκε καπνίζοντας ένα 22 Αντινικότ άφιλτρο, Είμαι ερωτευμένος, πρέπει να πάρω ένα Φολκσβάγκεν και να πάω να βρω την Μάριολιν, και συνέχισε να σκέφτεται, Είμαι ερωτευμένος, πρέπει να πάω ένα Φολκβάγκεν και να πάω να βρω τη Μάριολιν, και άλλο δεν έκανε από το να σκέφτεται, Είμαι ερωτευμένος, πρέπει να πάρω ένα Φολκσβάγκεν και να πάω να βρω την Μάριολιν, και ούτε άκουγε τι του έλεγαν (διαταγές, παροτρύνσεις, βρισίδια, ενθαρρύνσεις, τίποτα, μηδέν, νάδα, ντιπ) και άρα ούτε απαντούσε σε όσα του έλεγαν, οπότε και τον απείλησαν οι ανώτεροι και τον βάρεσαν καναδυό φορές και τον καλόπιασαν με μαλαγανιές, αυτός όμως, ο Μπλαζής, δεν απαντούσε, δεν μιλούσε, δεν αντιδρούσε, κιχ, μούγκα, τσιμουδιά, ραμμένο, μόνο σκεφτόταν, Είμαι ερωτευμένος, πρέπει να πάρω ένα Φολκσβάγκεν και να πάω να βρω την Μάριολιν, και δεν άργησαν να του δώσουν το Τρελόχαρτο, που λέγαμε τότε, και αυτοί μεν να τον ξεφορτωθούν, αυτός δε μνα πάρει ένα Φολκσβάγκεν και να πάει να βρει την Μάριολιν.

 

Ο Μπλαζής, στη Συναυλία, με Σίγμα Κεφαλαίο, έπαιζε μπάσο και τραγουδούσε με τρομερή ένταση το Go Johnny Go, φορώντας ένα αυθεντικό τζάκετ Μ-65, και κουνιόταν μένοντας ακίνητος, τα πόδια να πατάνε γερά, πολύ γερά στο δάπεδο, και να είναι, ναι, σχεδόν ασάλευτος, και όλη η ένταση, πίσω από τα χοντρά μυωπικά φιμέ γυαλιά του, και από το αέναο ηδύ χαμόγελό του, να βγαίνει σε κάθε, και με κάθε, λέξη νότα συλλαβή. «Go Johnny Go / Go Johnny Go / Johnny Be Good»

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Λουζιτάνια, ΙΙ