Υπήρχε μια εποχή που ήμασταν πραγματικά ανέμελοι.

 

Τότε που τα αντηλιακά δεν είχαν ακόμη δείκτη προστασίας και μύριζαν όλα καρύδα. Τότε που πρωτοανοίξανε οι θερινές ντίσκο. Τότε που τα καλοκαίρια κάναμε ό,τι θέλαμε. Κοιμόμασταν οπουδήποτε, με οποιονδήποτε, και τίποτα δεν μπορούσε να κλονίσει την αυτονόητη, εκ γενετής κερδισμένη πεποίθησή μας ότι όλα θα πάνε καλά, ολοένα και καλύτερα, αφού ήταν γνωστό και γενικώς αποδεκτό ότι το μέλλον μάς ανήκε, ήμασταν το προνομιούχο, ηλιοκαμένο έθνος, αυτό που πάντοτε κάποιος το ξελάσπωνε, πάντοτε κάποιος φρόντιζε να μη διακόπτεται η λαμπερή κι ανεύθυνη τροχιά του – δεν ήταν μόνον ο Θεός που μας αγαπούσε αλλά και η ίδια η Φύση ήταν με το μέρος μας, για ποιον άλλο λόγο μάς είχε χαρίσει τις ωραιότερες παραλίες στην ιστορία της ανθρωπότητας;

 

Πράγματι, και έχει δίκιο η παράσταση που το αναδεικνύει αυτό, το ελληνικό καλοκαίρι ανέκαθεν συμβόλιζε την Ελλάδα του ονείρου, την ιδανική Ελλάδα, την Ελλάδα που μπορούσε να ξορκίζει κάθε μίζερη πραγματικότητα, την Ελλάδα-παράδεισο την οποία κάθε δυστυχής ύπαρξη, σε όλες τις αφυδατωμένες γωνιές της υφηλίου, περνούσε ολόκληρο χειμώνα να τη λαχταρά και να τη φαντάζεται –και τελικά, ποιος ξέρει με τι θυσίες, να την επισκέπτεται και να τη γεύεται–, ακόμη κι αν κατέληγε ημιθανής απ' το ποτό και τις ουσίες, βιασμένη και αναμαλλιασμένη, χωρίς καμία ανάμνηση της εκτροπής της σε κάποιο μπαρ του νησιού που είχε αιχμαλωτίσει τη φαντασία και το πορτοφόλι της.

 

Ο εναρκτήριος μονόλογος της Κιτσοπούλου, ερμηνευμένος από την ίδια, συνθέτει μια αριστουργηματική, κωμική και οδυνηρή ταυτόχρονα, ωδή στην απώλεια: αντιπαραθέτοντας το σφρίγος και την ακμή του νεανικού στην παρακμή του μεσήλικου σώματος, μια γυναίκα καθ' οδόν προς την καθιερωμένη μαστογραφία της θυμάται τις δόξες που γνώρισαν οι μαστοί της στα χέρια αγαπημένων εραστών, κάποτε σε κάποιο νησί.

 

Αυτή η Ελλάδα, η Ελλάδα του πιο αισθησιακού καλοκαιριού στον κόσμο, έτρεφε πάντα το Εγώ μας και τον ναρκισσισμό μας. Όταν οι δείκτες της οικονομίας δεν αποδεικνύονταν ιδιαίτερα κολακευτικοί για την εθνική εικόνα και την αυτοεκτίμησή μας, εμείς είχαμε σταθερά έναν βράχο κι ένα ηλιοβασίλεμα, είχαμε ξέπλεκα μαλλιά γεμάτα αλμύρα, θαλασσινό ιώδιο να βάζουμε στις πληγές της εθνικής ματαιοδοξίας μας.

 

Ο εναρκτήριος μονόλογος της Κιτσοπούλου, ερμηνευμένος από την ίδια, συνθέτει μια αριστουργηματική, κωμική και οδυνηρή ταυτόχρονα, ωδή στην απώλεια. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου
Ο εναρκτήριος μονόλογος της Κιτσοπούλου, ερμηνευμένος από την ίδια, συνθέτει μια αριστουργηματική, κωμική και οδυνηρή ταυτόχρονα, ωδή στην απώλεια. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου

 

Μπορεί να μη διαθέταμε βαριά βιομηχανία αλλά πιστεύαμε βαθιά μέσα μας ότι οι απανταχού σεξουαλικά στερημένοι, όλοι εδώ ονειρεύονταν να έρθουν, στα εδάφη μας λαχταρούσαν να ξεγυμνωθούν, στα δικά μας υγρά να αναβαπτισθούν, να ξαναβρούν τον αληθινό εαυτό τους, να ξαναθυμηθούν το νόημα της ζωής, από καιρό παρατημένο στις εσοχές του καναπέ κι ενός μουντού ουρανού που σκέπαζε τις καθημερινές διαδρομές στις ανήλιαγες πόλεις τους.

 

«Ένα μουσικό θέμα είναι η Ελλαδίτσα» γράφει η Λένα Κιτσοπούλου... «Τζι τζι τζι τζιτζίκια, τακ τακ η ρακετούλα, κρίτσι κρίτσι κρίτσι το καβουράκι στο βραχάκι, κρίτσι κρίτσι να βγαίνει η πεταλίδα με το μαχαιράκι... ο ήχος του φραπέ, το σλουρπ στο καλαμάκι!». Τι απέμεινε από όλα αυτά σήμερα; αναρωτιούνται οι συντελεστές της παράστασης. Τι απέμεινε μετά από τόσα χτυπήματα, τόσα γρονθοκοπήματα, τόσες απογοητεύσεις, τόσες απότομες προσγειώσεις, τόσες βίαιες αφυπνίσεις, τόση καθολική απώλεια ελέγχου των καταστάσεων; Τι απέμεινε πλέον μέσα στον ζόφο και την ασφυξία; Τα εμποδισμένα ταξίδια μας; Τι απέμεινε από τις αποχρωματισμένες αλλά πάντοτε τρυφερές αναμνήσεις μας;

 

Υπάρχει θλίψη σε αυτές τις «Καρτ ποστάλ», κι ας είναι ξεκαρδιστικές. Θλίψη για την εποχή της αθωότητας, ατομικής και συλλογικής, που τέλειωσε μια και καλή, αλλά προπαντός θλίψη για τη νεότητά μας που έριξε άγκυρα σε κείνα τα καλοκαίρια και βυθίστηκε αμετάκλητα μαζί τους.

 

Μπορεί να μη διαθέταμε βαριά βιομηχανία αλλά πιστεύαμε βαθιά μέσα μας ότι οι απανταχού σεξουαλικά στερημένοι, όλοι εδώ ονειρεύονταν να έρθουν. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου
Μπορεί να μη διαθέταμε βαριά βιομηχανία αλλά πιστεύαμε βαθιά μέσα μας ότι οι απανταχού σεξουαλικά στερημένοι, όλοι εδώ ονειρεύονταν να έρθουν. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου

 

Ο εναρκτήριος μονόλογος της Κιτσοπούλου, ερμηνευμένος από την ίδια, συνθέτει μια αριστουργηματική, κωμική και οδυνηρή ταυτόχρονα, ωδή στην απώλεια: αντιπαραθέτοντας το σφρίγος και την ακμή του νεανικού στην παρακμή του μεσήλικου σώματος, μια γυναίκα καθ' οδόν προς την καθιερωμένη μαστογραφία της θυμάται τις δόξες που γνώρισαν οι μαστοί της στα χέρια αγαπημένων εραστών, κάποτε σε κάποιο νησί, σε κάποιο δωμάτιο, όταν το αεράκι έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο κι έμπλεκε ερεθιστικά με τους αναστεναγμούς της. Τώρα πια, τα μόνα βογγητά που εκπορεύονται από το στόμα της συνοδεύουν τους πόνους και τους ψυχαναγκασμούς της ηλικίας, τις επιταγές της οποίας επιμένει πεισματικά ν' αρνείται.

 

«Τι θ' απογίνουμε τώρα που πήραμε παράταση κι είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μετά τα σαράντα σα να μην τρέχει τίποτα, ενώ όλα έχουν αρχίσει να αποσυντίθενται και να καταρρέουν;» αναρωτιέται ενώπιόν μας η ανήσυχη κομπέρ με την περούκα. Επίσης, τι θ' απογίνουμε χωρίς τουρίστες; Το αθάνατο ελληνικό καλοκαιράκι δεν εκσυγχρονίζεται και τα μαραμένα οπίσθια δεν ανορθώνονται. Το «καμάκι», το ταβερνάκι, το βραχάκι και φυσικά οι βυζάρες, οι κωλάρες, και όλες οι «–άρες» και οι «–άδες» ανήκουν πλέον στο πάνθεον με τα κέρινα ομοιώματα της εθνικής υπερηφάνειας μας. Τίποτε δεν είναι όπως ήταν. Αλλά η ικανότητα να μπορούμε να σατιρίζουμε τη νοσταλγία μας, τις χαμένες ηδονές και την αποξηραμένη αφέλειά μας αποδεικνύεται τουλάχιστον θεραπευτική, αν όχι σωτήρια.

 

Ομολογώ πως γέλασα με την ψυχή μου. Και η καλά κρυμμένη φλέβα μελαγχολίας των ηθοποιών προκάλεσε ακόμη πιο πολύπλοκες αντιδράσεις εκ μέρους των θεατών.

 

Υπάρχει θλίψη σε αυτές τις «Καρτ ποστάλ», κι ας είναι ξεκαρδιστικές. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου
Υπάρχει θλίψη σε αυτές τις «Καρτ ποστάλ», κι ας είναι ξεκαρδιστικές. Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου

 

Ο Κώστας Κουτσολέλος ερμήνευσε εξαιρετικά τον μονόλογο του Τάκη, του παλαίμαχου καψούρη που αναπολεί εκείνη τη χρονιά στη Σαντορίνη, όταν πήρε την υποδειγματική εκδίκησή του από το αχάριστο Κατερινάκι, την κλασική «σε-θέλω-όταν-με-φτύνεις-και-πας-με-άλλες» περίπτωση γυναίκας που στοίχειωσε την εφηβεία και την πρώιμη νιότη του. Ο ηθοποιός κατάφερε κάτι δύσκολο: πήρε ένα «ταπεινό» κείμενο και του έδωσε βάθος. Το σφυρηλάτησε φράση-φράση, το γέμισε καμπύλες και γωνίες, το έκανε να γλιστράει και να αιφνιδιάζει τον θεατή με το αθόρυβα κλιμακούμενο συναίσθημά του.

 

Όσο για την Ιωάννα Μαυρέα, η ηθοποιός απέδειξε εκ νέου πως είναι κωμική ιδιοφυΐα, μία από τις καλύτερες που διαθέτουμε. Ο μονόλογός της, «Συμβουλές προς Όσους Πρέπει να Πάνε Διακοπές Ενώ τις Απεχθάνονται και τις Τρέμουν» (ο τίτλος δικός μου), ήταν ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχω δει στο θέατρο, κι αυτό οφείλεται τόσο στο σαρωτικό κείμενο «χημεία είμαστε, χημεία χρειαζόμαστε» όσο και στην εξαιρετικά ενορχηστρωμένη υπερβολή των εκφράσεων της ηθοποιού, που περιέγραφε, σε γκρο πλαν στην οθόνη, την ακριβή δοσολογία ηρεμιστικών, αγχολυτικών και πάσης φύσεως χαπιών που θα βοηθήσουν αποφασιστικά όποιον επιθυμεί ν' αντεπεξέλθει στις απαιτητικές περιστάσεις άσκοπης έκθεσης και κοινωνικοποίησης (βλέπε μπάνιο, ταβερνάκι, κουβεντούλα κ.ο.κ.), την περίοδο των διακοπών του.

 

Μια σπονδυλωτή, χορταστική, μουσική σάτιρα είναι οι «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα», και πράγματι δημιουργούν στον θεατή τη σπάνια όσο και αναζωογονητική αίσθηση ότι αφουγκράζεται το παρόν του σε τούτη τη χώρα. Έχει οίστρο η ομάδα, πολύ ταλέντο, εκρηκτικό ταμπεραμέντο, αφοπλιστική αμεσότητα, στιγμές θάρρους αλλά και μια χιουμοριστικά πορνογραφική σχέση με τη γλώσσα που δένει άψογα με το θέμα του ελληνικού καλοκαιριού. Απολαυστική η Λένα Κιτσοπούλου, ευθύβολος και αυθεντικός ο Γιώργος Βουρδαμής, χαριτωμένος και αξιαγάπητος ο Gary Solomon. Νεύρο και μπρίο, τέλος, εκπέμπουν η Θεανώ Μεταξά και η Σοφία Πριόβολου.

 

Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου
Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου

 

Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου
Φωτο: Πηνελόπη Γερασίμου

 

Συντελεστές

Σύλληψη & Σκηνοθεσία: Ανέστης Αζάς

Κείμενο: Λένα Κιτσοπούλου και η ομάδα

Σύμβουλος δραματουργίας: Πρόδρομος Τσινικόρης

Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Ηλίας Αδάμ

Σχεδιασμός φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου

Σκηνογραφία: Ελένη Στρούλια

Κοστούμια: Βασιλεία Ροζάνα

Ηχητικός σχεδιασμός - μουσική επιμέλεια: Παναγιώτης Μανουηλίδης

Video editing: Δημήτρης Ζάχος

Επιμέλεια μακιγιάζ: Νίκη Οβάκογλου

Βοηθός σκηνογράφου: Ζαΐρα Φαληρέα

Β' βοηθός σκηνογράφου: Ζώης Οικονόμου

Βοηθός ενδυματολόγου: Κωνσταντίνα Μαρδίκη

Κατασκευή σκηνικού: Κώστας Πλαστήρας

Κατασκευή βράχων: Μιχάλης Λαγκούβαρδος

Special FX - Προσθετικά: Γιώργος & Ρούλης Αλαχούζος

Οργάνωση - εκτέλεση παραγωγής: Κωστής Παναγιωτόπουλος

Παίζουν: Γιώργος Βουρδαμής, Λένα Κιτσοπούλου, Κώστας Κουτσολέλος, Ιωάννα Μαυρέα, Θεανώ Μεταξά, Σοφία Πριόβολου, Gary Salomon

Μια παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση

 

Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα

Στέγη Ιδρύματος Ωνάση - Μικρή Σκηνή

22/10-8/11, 21:00 (Παραστάσεις: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή)

Διάρκεια παράστασης: 110 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)

Κατάλληλο για ηλικίες 18+

Για την ασφαλή προσέλευση του κοινού θα εφαρμοστούν 2 time slots άφιξης θεατών των 30 λεπτών το καθένα, ξεκινώντας από τις 20:00.
Αναλυτικά:

A. Slot 20:00-20:30 – Σειρές Ε-Θ

B. Slot 20:30-21:00 – Σειρές Ι-Ν