Γεννήθηκα σε Αμερικανική Βάση στο Λάντστουλ της Γερμανίας. Ο πατέρας μου ήταν αεροπόρος που υπηρετούσε εκεί και η μητέρα μου σπούδαζε κι έφτιαχνε κεραμικά. Αργότερα έγινε δασκάλα και ιδιοκτήτρια φροντιστηρίων. Ο πατέρας μου είναι από το Rock Hill της Νότιας Καρολίνας και η μητέρα μου έχει ρίζες από Μικρά Ασία. Τα πρώτα χρόνια τα έζησα στη Γερμανία. Για συναισθηματικούς λόγους ο πατέρας μου ζήτησε μετάθεση στην Ελλάδα, για να είναι, τουλάχιστον η μητέρα μου, στην «πατρίδα» της.

 

Τη μετάθεση την πήρε και μετακομίσαμε στην Αθήνα. Τα καλοκαίρια, όμως, τα περνάγαμε ταξιδεύοντας από κάμπινγκ σε κάμπινγκ και από βάση σε βάση: Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία και πολλή Γερμανία. Διαλέγαμε ένα σημείο που να είναι κοντά στη βάση όπου είχε δουλειά ο πατέρας μου, στήναμε τροχόσπιτο και εκείνος επισκεπτόταν τα Σαββατοκύριακα. Υπήρχαν πολλές οικογένειες που έκαναν το ίδιο και έτσι, πολλές φορές, συναντιόμασταν με γνωστούς σε κάμπινγκ των Άλπεων ή παραθαλάσσια της Ιταλίας, φτιάχναμε φοβερά δεντρόσπιτα με τα άλλα παιδιά και το παίζαμε Ροβινσώνας Κρούσος μέχρι τον Σεπτέμβρη. Κάποια καλοκαίρια και Χριστούγεννα τα περνούσαμε στην Αμερική, συνήθως κάπου στον Νότο.

 

Τα ταξίδια τα λάτρευα, ζούσα μέσα από τα βιβλία που διάβαζα, από τις ταινίες που έβλεπα, εξερευνούσα και μάθαινα πράγματα. Η μητέρα μου είχε μεγάλη δίψα για γνώση και πληροφορία κι έτσι μας πήγαινε από μουσείο σε μουσείο και μας διάβαζε τα πάντα για τον τόπο στο οποίο βρισκόμασταν. Το λυπηρό στην όλη υπόθεση ήταν ότι μπορεί να έκανες φίλους που δεν θα τους έβλεπες ποτέ ξανά. Το καλό, όμως, ότι έκανες φίλους από όλο τον κόσμο.

 

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ζήσει τίποτα τραγικό μέχρι στιγμής, έχω σταθεί αρκετά τυχερός. Αυτά που ζω με την κρίση, ο τρόπος που βλέπω την πόλη μου να ασχημαίνει από αυτήν, τους συνανθρώπους μου να πεινάνε, να μην έχουν θέρμανση, να είναι σε απόγνωση, με κρατάνε ξύπνιο τον τελευταίο χρόνο.

 

Κατάγομαι από μια πόλη που βρίσκεται στα σύνορα της Νότιας και της Βόρειας Καρολίνας. Λέγεται Rock Hill και είναι ένα μέρος όπου οι περισσότεροι κάτοικοι δούλευαν στα υφαντουργεία ή στα χωράφια καπνού, ρυζιού και βαμβακιού. Το πατρικό μου σπίτι είναι σχεδόν πάνω στις ράγες του τρένου και το σπίτι τρέμει ολόκληρο όταν περνάει. Στην πόλη αυτή νομίζεις ότι έχει σταματήσει ο χρόνος, μέχρι και σήμερα. Είναι βαθύς Νότος και έτσι, ενώ είναι πανέμορφη πόλη, οι κάτοικοι είναι λίγο οπισθοδρομικοί και, δυστυχώς, ρατσιστές. Οι λευκοί μένουν στο δικό τους μέρος της πόλης και οι μαύροι στο δικό τους. Είναι μεγάλο σοκ, μεγαλώνοντας με κάθε ράτσα κάτω από τον ήλιο, να συνειδητοποιείς ότι στο χωριό σου υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός.

 

Στα 16 μου προσπάθησα να ζήσω εκεί, γράφτηκα στο σχολείο, πήρα αμάξι, βρήκα δουλειά και πίστευα ότι θα τα καταφέρω. Δεν τα κατάφερα όμως. Μετά από λίγο καιρό πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου κλαίγοντας και τους ζήτησα να επιστρέψω στην Ευρώπη. Δεν αισθανόμουν καθόλου Αμερικανός και κατά κάποιον τρόπο τους είχα μισήσει. Ήμουν τελείως διαφορετικός από τους συμμαθητές μου, ντυνόμουν διαφορετικά, άκουγα άλλες μουσικές, διάβαζα άλλα βιβλία και γενικότερα είχα εντελώς άλλα ενδιαφέροντα. Στα διαλείμματα την έβγαζα στις τουαλέτες για να αποφεύγω τους χαρακτηρισμούς «fag», «immigrant» και το bullying.

 

Το σπίτι μου, όμως, είναι η Αθήνα και η Νέα Υόρκη. Εκεί είναι όπου νιώθω άνετος και ακόμα σαν μικρός εξερευνητής γιατί και οι δύο αυτές πόλεις βρίσκονται μεταξύ εξέλιξης και χάους και συνεχώς ξεδιπλώνονται καταστάσεις μπροστά στα ματιά σου. Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO
Το σπίτι μου, όμως, είναι η Αθήνα και η Νέα Υόρκη. Εκεί είναι όπου νιώθω άνετος και ακόμα σαν μικρός εξερευνητής γιατί και οι δύο αυτές πόλεις βρίσκονται μεταξύ εξέλιξης και χάους και συνεχώς ξεδιπλώνονται καταστάσεις μπροστά στα ματιά σου. Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO

 

Έχω λατρέψει όλα τα μέρητα οποία έχω ζήσει ή ταξιδέψει, αλλά σίγουρα μου έκανε εντύπωση η Τουρκία. Όταν οι βάσεις φύγανε από την Ελλάδα, ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για Τουρκία και έτσι μετακόμισε στα Άδανα με τον αδερφό μου. Η Τουρκία έχει κάτι τόσο κοντινό αλλά και τόσο μακρινό που με μάγεψε. Ξύπναγα τα πρωινά με τις φωνές των ιμάμηδων από τα μεγάφωνα και αισθανόμουν ότι βρισκόμουν σε έναν κόσμο τελείως άγνωστο, αλλά περιέργως οικείο.

 

Το σπίτι μου, όμως, είναι η Αθήνα και η Νέα Υόρκη. Εκεί είναι όπου νιώθω άνετος και ακόμα σαν μικρός εξερευνητής γιατί και οι δύο αυτές πόλεις βρίσκονται μεταξύ εξέλιξης και χάους και συνεχώς ξεδιπλώνονται καταστάσεις μπροστά στα ματιά σου. Κάθε μέρα που ζούσα στη Νέα Υόρκη ευχαριστούσα την τύχη μου που μπορούσα να ζω σε ένα τέτοιο μέρος. Σπούδασα Καλές Τέχνες και Αγγλική Φιλολογία. Έχω κάνει ό,τι δουλειά μπορείς να φανταστείς μέχρι να γίνω φωτογράφος. Από την εφηβεία και μετά δούλευα τον χειμώνα στο Mad club και τα καλοκαίρια στη La Luna ή στο Remember της Αντιπάρου. Δίδασκα αγγλικά, έγραφα και φωτογράφιζα για περιοδικά, έκανα ραδιόφωνο με το όνομα Σκοτεινή Σταχτομπούτα και εκθέσεις με τα ψευδώνυμα Fuzzy Logic, Bang Bang και Vicious Child.

 

Όταν το ’97 επέστρεψα στην Αμερική, δεν ενδιαφερόταν κανείς να δει το portfolio μου ή τι είχα κάνει κι έτσι ξεκίνησα από την αρχή· δούλεψα σε μαγαζί με παιχνίδια, σε χημείο που τσέκαρε εάν το νερό σε ορισμένες περιοχές ήταν πόσιμο και σε φωτογραφεία –στην αρχή ωςprinterκαι μετά ως manager–, μέχρι που άρχισα να ταξιδεύω και να φωτογραφίζω για πρακτορεία μοντέλων σε όλη την Αμερική.

 

Σε κάποια φάση, ενώ πλέον ταξίδευα και φωτογράφιζα, βρέθηκα στο Mέμφις του Tενεσί. Από εκεί ήταν δύο από τους ήρωές μου, ο Έλβις και ο μεγαλύτερος για μένα φωτογράφος της μοντέρνας τέχνης, ο William Eggleston. Σε κάποια φάση άνοιξα τον τηλεφωνικό κατάλογο και έψαξα εάν υπάρχει το όνομα Eggleston. Όχι μόνο υπήρχε, αλλά όταν πήρα τηλέφωνο, το απάντησε ο γιος του! Του εξήγησα πως θα ήθελα να γνωρίσω τον πατέρα του, πως ήμουν φωτογράφος και πως είχα έρθει από πολύ μακριά γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο στο Mέμφις. Αυτός γέλασε και μου είπε «θα μιλήσω με τον πατέρα και θα σε πάρω». Μετά από 20 περίπου λεπτά χτύπησε το τηλέφωνο και με κάλεσε ο Eggleston για BBQ και συζήτηση! Πετούσα στα σύννεφα! Εκείνη τη μέρα γνώρισα τον Eggleston, την οικογένειά του και τον βοηθό του Christian Patterson. Γίναμε φίλοι και οι συζητήσεις που γίνονταν περί φωτογραφίας, τέχνης και αισθητικής με βοήθησαν να βρω τη ματιά με την οποία θα εκφραζόμουνα στο μέλλον. Δεν είχαν τόση σημασία αυτά που λέγαμε αλλά το ότι συνειδητοποίησα ότι ένας καλλιτέχνης μαθαίνει να δουλεύει με το ένστικτό του – υτό φυσικά μετά από χρόνια δουλειάς και μελέτης.

 

Στην Ελλάδα γύρισα μετά από πολλά χρόνια, για οικογενειακούς λόγους. Ο αδερφός μου είχε πάει στο Ιράκ με τον αμερικανικό στρατό και οι γονείς μου είχαν πάρει σύνταξη στην Ευρώπη και αποφάσισαν να μείνουν στην Ελλάδα. Η μητέρα μου είχε πάθει μεγάλη κατάθλιψη, με την οικογένεια να ζει σε διάφορα μέρη του κόσμου και τον αδερφό μου να έχει πάει στον πόλεμο και προσπάθησε να μας μαζέψει κοντά, για να έχουμε τουλάχιστον ο ένας τον άλλο για συμπαράσταση.


Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO
Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO

 

Ενώ είχα ζήσει όλη μου τη ζωή στην Ελλάδα και νόμιμα δικαιούμουν την ελληνική υπηκοότητα από την πλευρά της μητέρας μου, όταν επέστρεψα στην Ελλάδα βρήκα ένα τείχος μπροστά μου, το ελληνικό Δημόσιο. Για δύο χρόνια τους πήγαινα όλα τα δικαιολογητικά που χρειάζονταν και για δύο χρόνια έβρισκαν κάποιον λόγο για να μη μου δίνουν την υπηκοότητα! Μετά από τους τρεις μήνες που διαρκούσε η τουριστική βίζα που μπορούσα να πάρω ως Αμερικανός πολίτης, ήμουν παράνομος και με φόβο απέλασης από την Ευρώπη για 5 χρόνια. Δεν μπορούσα να δουλέψω, να ανοίξω λογαριασμό σε τράπεζα, τίποτα. Ήθελα πλέον να φύγω, αλλά φοβόμουν, δεν ήξερα τι θα γινόταν στο αεροδρόμιο εφόσον ζούσα εδώ τόσα χρόνια παράνομα. Μερικές φορές, ενώ φωτογράφιζα στους δρόμους, ερχόταν η αστυνομία και δημιουργούσε προβλήματα χωρίς λόγο, μου έπαιρνε το φιλμ ή έσβηνε τις φωτογραφίες και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, γιατί ήμουν εδώ «παράνομα».

 

Μια φορά με πήγαν μέσα γιατί απλώς περνούσα από κάποιο σημείο με κάμερα και επί δύο μέρες δεν μπορούσα να ξεμπερδέψω επειδή δεν είχα χαρτιά. Αυτό ήταν και από τα ποιο αποθαρρυντικά πράγματα που έχω ζήσει: να είσαι στο έλεος του κάθε ηλίθιου, ενώ ξέρεις τι δικαιούσαι, και να βλέπεις πώς φέρεται αυτό το κράτος στους μετανάστες, νόμιμους ή όχι. Δεν θέλω καν να σκεφτώ πώς είναι η συμπεριφορά αυτών των βλαμμένων απέναντι σε ανθρώπους που προέρχονται από αυτό που θεωρείται «χώρες του τρίτου κόσμου».

 

Η Αθήνα είναι σίγουρα η πιο ζωντανή πόλη που έχω ζήσει. Ό,τι ώρα θες, οπότε θες, μπορείς να βρεις κάτι να κάνεις. Μου αρέσει να χάνομαι στα δρομάκια της πόλης και να χτυπάω πόρτες, να γνωρίζω άσχετους ανθρώπους μέσα από τον φακό μου. Για έναν φωτογράφο, ή και για έναν αφηγητή, η Αθήνα έχει πολλά κρυμμένα διαμάντια.

 

Άρχισα να φωτογραφίζω όταν πλέον οι αλλεργίες και το άσθμα δεν μου επέτρεπαν να χρησιμοποιήσω λάδια, διαλυτικά και σπρέι. Ποτέ δεν χρησιμοποίησα τη φωτογραφία για αναμνήσεις, ήταν πάντα για δουλειά· πάντα υπήρχε κάποια ιδέα πίσω από αυτό που ήθελα να κάνω. Ενώ ακόμα πειραματιζόμουν, μου δόθηκαν αρκετά ενδιαφέρουσες ευκαιρίες. Η πρώτη μου δουλειά ήταν οι Type O Negative όταν ήμουν πιτσιρικάς – με το που εμφανίστηκα στη φωτογράφιση, μερικά μέλη του συγκροτήματος μου ζήτησαν ναρκωτικά. Θυμάμαι, μετά, στο κείμενο που έγραψα, το ανέφερα αυτό και παραλίγο να με διώξουν από το περιοδικό. Στη συνέχεια ακολούθησαν φωτογραφίσεις του Moby, των Stereo Lab, των R.E.M, των Erasure και πολλών άλλων. Ενώ ταξίδευα και φωτογράφιζα σε όλη την Αμερική, σε κάποια φάση βρέθηκα με έναν παλιό φίλο, επίσης φωτογράφο, στο Λος Άντζελες. Αποφασίσαμε να γίνουμε team και να φωτογραφίζουμε μαζί. Βρήκαμε ατζέντη και αρχίσαμε να δουλεύουμε στο Χόλιγουντ. Η πρώτη μας δουλειά ήταν ένα editorial μόδας με τους Janes Addiction και την Alessandra Ambrosio για το περιοδικό «Flaunt». Η δουλειά άρεσε στο περιοδικό και άρχισαν να μας δίνουν celebrities και μόδες να φωτογραφίζουμε κάθε μήνα. Σιγά-σιγά γνωρίσαμε και άλλους πελάτες και δουλεύαμε αρκετά. Σε κάποια φάση ζούσα μεταξύ Νέας Υόρκης, Καλιφόρνιας, βόρειας Καρολίνας και Τζόρτζια. Μπαινόβγαινα σε αεροπλάνα λες και ήταν ταξί, αλλά ένιωθα ότι η φωτογραφία στο Λ.Α. δεν μου ταίριαζε κι έτσι αποφάσισα να εγκατασταθώ ολοκληρωτικά στη Νέα Υόρκη.

 

Κάποια στιγμή αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μουσική. Δεν με ενδιέφερε να γίνω μουσικός, αλλά περισσότερο ο ήχος ως τέχνη, ως μορφή έκφρασης. Με άλλους δύο φίλους αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε και να φτιάχνουμε μουσική ως συγκρότημα. Μετά από φωτογράφιση και συνέντευξη με τη Riz Masleneotropic, Small Fish with Spine) της δισκογραφικής Ninja Tune, καταλήξαμε να τρώμε μαζί της, όταν είδε τα synths και τα samplers που είχαμε και ζήτησε να ακούσει αυτό που κάνουμε. Η Riz έτυχε να είναι A&R της δισκογραφικής OxygenMusicWorks από τη Νέα Υόρκη και μετά από μερικούς μήνες μας πήραν από την εταιρεία και υπογράψαμε μαζί τους ως ThreeMinuteHeroes για δυο EP. Αυτά έγιναν το ’96 και το ’97 έφυγα για Αμερική, νομίζοντας ότι θα μένω στη Νέα Υόρκη και θα το παίζω καλλιτέχνης.

 

Μετά από λίγο κατάλαβα ότι αυτό που έκανα δεν ήταν καθόλου καλό και ότι έπρεπε με κάποιον τρόπο να τρώω, γι’ αυτό και μάζεψα την ουρά μου, πήγα στη νότια Καρολίνα, βρήκα δουλειά σε παιχνιδάδικο και τα παράτησα όλα. Στο περιοδικό «Ήχος» με πήγε ένας φίλος που δούλευε ως σύμβουλος του Καββαθά. Ήμουν μικρός τότε και ήθελα να κάνω πράγματα και γι’ αυτό ο τότε αρχισυντάκτης Χρήστος Τσανάκας με πήρε δίπλα του και μου έμαθε πώς δουλεύουν τα περιοδικά. Επειδή τα αγγλικά ήταν η μητρική μου γλώσσα, επειδή φωτογράφιζα κι έγραφα, μου έδιναν ό,τι δουλειές ήθελα. Όποιο συγκρότημα ερχόταν στην Ελλάδα για συναυλία μπορούσα να το γνωρίσω, να το φωτογραφίσω και να μιλήσω μαζί τους.

 

Ήταν τέλεια εποχή, μάζευα σαν μανιακός βινύλια και λάβαινα CDs από παντού. Εγώ έπαιρνα τα CDs, τα πουλούσα στο δισκάδικο στη Σόλωνος και Μασσαλίας και μετά έπαιρνα τα λεφτά και αγόραζα βινύλια. Γενικά, η μουσική ήταν πάντα στη ζωή μου. Όταν ήμουν στους ThreeMinuteHeroes, κάποια στιγμή χρειάστηκαν χρήματα για να πάρουμε ένα sampler. Βάλαμε αγγελία για να πουλήσουμε ένα akaisynthesizer. Στην αγγελία απάντησε ο Γιάννης Παπαϊωάννου (ΙΟΝ), τον οποίο εκτιμούσα πολύ ως μουσικό και αρχισυντάκτη του «01». Πήγα με τον φίλο μου να του πουλήσουμε το akai ελπίζοντας ότι θα του μιλήσουμε λίγο παραπάνω, αλλά αυτός πήρε το synth και μας σνόμπαρε.

 

Μου αρέσει ο τσαμπουκάς του λαού που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αντιδρούσε σε οτιδήποτε τον ενοχλούσε. Αισθητικά με ενοχλεί που η Αθήνα έχει γίνει μια πόλη Frankenstein. Με ενοχλεί επίσης που ο ένας δεν σέβεται το άλλον και υπάρχει τρομερός φθόνος μεταξύ μας, αντί για συμπαράσταση. Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO
Μου αρέσει ο τσαμπουκάς του λαού που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αντιδρούσε σε οτιδήποτε τον ενοχλούσε. Αισθητικά με ενοχλεί που η Αθήνα έχει γίνει μια πόλη Frankenstein. Με ενοχλεί επίσης που ο ένας δεν σέβεται το άλλον και υπάρχει τρομερός φθόνος μεταξύ μας, αντί για συμπαράσταση. Φωτο: Στάθης Μαμαλάκης/LIFO

 

Χρόνια μετά, ενώ είχαμε δουλέψει αρκετές φορές μαζί, εγώ ως φωτογράφος και ο Γιάννης ως δημοσιογράφος, με πήρε τηλέφωνο και μου ζήτησε να τραγουδήσω στο κομμάτι «LowLand». Το κομμάτι άρεσε, υπήρχε μια περίεργη χημεία μεταξύ μας κι έτσι δημιουργήθηκαν οι Mechanimal. Δεν μου περνούσε καν απ’ το μυαλό ότι έναν χρόνο μετά θα είχαμε έναν soldout δίσκο και ότι θα παίζαμε σε χώρους σαν το Fuzz, τη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών και ότι ο δίσκος αυτός θα είχε τέτοια απήχηση.

 

Δεν είμαι σίγουρος, αλλά βλέπω να γίνεται μεγάλος ντόρος με ελληνικά συγκροτήματα όπως οι Keep Shelly in Athens, οι Noise Figures, οι Last Drive. Φαίνεται να είναι καλή εποχή για την ελληνική σκηνή.


 

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ζήσει τίποτα τραγικό μέχρι στιγμής, έχω σταθεί αρκετά τυχερός. Αυτά που ζω με την κρίση, ο τρόπος που βλέπω την πόλη μου να ασχημαίνει από αυτήν, τους συνανθρώπους μου να πεινάνε, να μην έχουν θέρμανση, να είναι σε απόγνωση, με κρατάνε ξύπνιο τον τελευταίο χρόνο.

 

Η Αθήνα είναι σίγουρα η πιο ζωντανή πόλη που έχω ζήσει. Ό,τι ώρα θες, οπότε θες, μπορείς να βρεις κάτι να κάνεις. Μου αρέσει να χάνομαι στα δρομάκια της πόλης και να χτυπάω πόρτες, να γνωρίζω άσχετους ανθρώπους μέσα από τον φακό μου. Για έναν φωτογράφο, ή και για έναν αφηγητή, η Αθήνα έχει πολλά κρυμμένα διαμάντια. Λατρεύω την Κρήτη, τις Κυκλάδες, τα πάντα εκτός του συστήματος. Σιχαίνομαι αυτό το κωλοσύστημα που πλέον δεν δουλεύει καθόλου και μας έχει ρίξει στα γόνατα. Μου αρέσει ο τσαμπουκάς του λαού που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αντιδρούσε σε οτιδήποτε τον ενοχλούσε. Αισθητικά με ενοχλεί που η Αθήνα έχει γίνει μια πόλη Frankenstein. Με ενοχλεί επίσης που ο ένας δεν σέβεται το άλλον και υπάρχει τρομερός φθόνος μεταξύ μας, αντί για συμπαράσταση. Δεν ξέρω πώς θα δούμε φως στην άκρη του τούνελ. Ίσως με ένα μεγάλο «άει γαμήσου» στους Γερμανούς; Τι θα μας κάνουν τελικά, θα μας δείρουν; Θα μας βομβαρδίσουν; Έχουμε τίποτα να χάσουμε πλέον; Οι περισσότεροι που ξέρω, όχι πολλά…

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Ιανουάριο του 2014