• Το Ηνωμένο Βασίλειο της δεκαετίας του ’70 ήταν εποχή αλλαγών, όχι όπως των ’60s που είχε σχέση με λουλούδια και χαπάκια acid – ήταν μια πολύ σκληρή περίοδος που εφεξής άλλαξε τον τρόπο ζούσαν οι Βρετανοί. Απεργίες, διαδηλώσεις, εξεγέρσεις και πανκ μουσική ήταν το παρασκήνιο σε όλο αυτό. Ευτυχώς, εγώ ήμουν μακαρίως ανίδεος: σκαρφάλωνα στις μηλιές του κήπου μας κι έφτιαχνα κάστρα από άμμο τα ατελείωτα καλοκαίρια στην πεδιάδα με τα πυκνά δέντρα και το ποτάμι στο Shropshire και σκούνταγα νεκρά ζώα με ένα κομμάτι ξύλο. Θυμάμαι ότι έβαζα νομίσματα στις γραμμές του τρένου για να τα ζουλήξει κι έτρεχα στο μαγαζί κάθε Πέμπτη να αγοράσω το «Beano» (σ.σ. κόμικ).

 

  • Κάποια στιγμή που έφτιαχνα ένα διαστημόπλοιο από Lego άκουσα τους γονείς μου να καβγαδίζουν έντονα για κάποιον λόγο που δεν καταλάβαινα. Η αδερφή μου –η οποία είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου– εμφανίστηκε στην πόρτα με ένα αγόρι ή, μάλλον, με έναν γκόμενο. Τον έλεγαν Μάρτιν και ήταν πανύψηλος, με κίτρινο μοϊκάνικο μαλλί που του πρόσθετε τουλάχιστον δέκα πόντους. Φόραγε μαύρο δερμάτινο μπουφάν με τη λέξη EXPLOITED γραμμένη στην πλάτη με άσπρα γράμματα και μπότες Dr Martens με 18 τρύπες. Χρειάστηκαν χρόνια να καταλάβω ότι αυτός ήταν ο λόγος που καβγάδιζαν οι γονείς μου.

 

  • Πίστευα ότι ο Μάρτιν ήταν cool του θανατά. Περιέργως, φαινόταν να με συμπαθεί, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να τρυπώσει στο βρακί της αδερφής μου. Έτσι, είχε αποφασίσει να με κάνει φίλο του για να πετύχει τον σκοπό του με πιο μεγάλη σιγουριά. Τον θυμάμαι να διαβάζει το NME στον κήπο μας και να τον ρωτάω «ποιος είναι αυτός;», δείχνοντας ένα μεγάλο πρόσωπο στο εξώφυλλο. «Αυτός είναι ο Σιντ Βίσιους που μόλις πέθανε». «Ω», του είπα, «γιατί;». «Επειδή του άρεσε να χώνει βελόνες στο χέρι του». «Λοιπόν, αυτό είναι εντελώς ηλίθιο» είπα χαχανίζοντας.

 

Δεν καταλάβαινα γιατί το σκατοβροχερό Λονδίνο μπορούσε να είναι ο παράδεισος του ποδηλάτη, ενώ η συγκριτικά πολύ μικρότερη και στεγνή Αθήνα δεν είχε κανέναν. Και η δικαιολογία ότι «έχει πολλούς λόφους» δεν μου έκανε, είναι θέμα κουλτούρας – δεν θα το καταλάβω ποτέ, αλλά είναι κάτι που θέλω με κάποιο τρόπο να το κάνω να αλλάξει. Η ποδηλασία είναι σπουδαίο πράγμα και σε κάνει να αισθάνεσαι τέλεια. Τέλος!

 

  • Σύντομα μετά από αυτό απέκτησα το πρώτο μου ποδήλατο, ένα Aero BMX. Ήταν ασημί, επιχρωμιωμένο, με μαύρα χερούλια-μανιτάρι. Πήγαινα σε μια περιοχή με κτίρια, όπου κάποια παιδιά είχαν φτιάξει μπάρες. Ήμουν μικροσκοπικός για την ηλικία μου και σχεδόν σε κάθε πήδημα έπεφτα από το ποδήλατο. Κάποια φορά έχασα τις αισθήσεις μου κι έπρεπε να μου βγάλουν μια πέτρα από το γόνατο. Είναι μια ουλή που την έχω ακόμα.

 

  • Μεγαλώνοντας, οι γονείς μου χώρισαν κι έπρεπε να αποχαιρετίσω το ωραίο, μεγάλο σπίτι με το περιβόλι με τις μηλιές για να μείνω σε ένα μικροσκοπικό σπίτι με κοινές μεσοτοιχίες με τα διπλανά, χωρίς κήπο. Ακόμα χειρότερα, έπρεπε να μοιράζομαι ένα κρεβάτι-κουκέτα με τη μητέρα μου. Δεν ήμουν ακόμα έφηβος, αλλά λόγω του Μάρτιν έπαιζα το «Babylon’s Burning» των Ruts στο στερεοφωνικό και κόλλαγα με Βlu-Τack αφίσες των Jam στους τοίχους του δωματίου μου στη δική μου πλευρά. Η πλευρά της μαμάς μου είχε λουλούδια. Πάντα έλεγε ότι ο Bruce Foxton, ο μπασίστας των Jam, ήταν ο πιο hot, έτσι ήξερα με σιγουριά ότι είχε κακό γούστο.

 

  • Μέχρι να γίνω 15 ή 16 πήγαινα σε συναυλίες στην κοντινή πόλη. Τα μέρη όπου γίνονταν δεν είχαν μπαρ, έτσι δεν μπορούσαν να μου αρνηθούν την είσοδο. Έκλεβα από το σπίτι ένα μπουκάλι κρασί και το μοιραζόμουν με τους φίλους μου. Σε μία από αυτές τις βραδιές γνώρισα έναν τύπο που τον έλεγαν Vincent. Ήταν πολύ μεγαλύτερός μου και ολομόναχος. Είχε μόλις μετακομίσει από το Newcastle κι έψαχνε δουλειά. Ζούσε στην άλλη γωνία από το σπίτι μου, άκουγε μπάντες όπως οι Sonic Youth και είχε εμμονή με τον Μπομπ Ντίλαν. Με αποκαλούσε «αδελφή» επειδή άκουγα όλα τα συγκροτήματα της Creation και ό,τι υλικό κυκλοφορούσε η Sarah Records. Μια μέρα τον πήγα με το ζόρι στο Barrel Organ στο Birmingham για να δούμε τους Sea Urchins, τους οποίους λάτρευα. Το συγκρότημα που έκανε support ήταν κάποιοι ντόπιοι mods που ονομάζονταν The Field Trip. Και για τους δυο μας ήταν ό,τι καλύτερο είχαμε δει. Τους το είπαμε με έναν χαζό τρόπο και μερικά τηλεφωνήματα αργότερα συμφωνήσαμε να τους κυκλοφορήσουμε τον πρώτο δίσκο τους – θα τον δίναμε δώρο με ένα φανζίν που φτιάξαμε με τον Vincent. Μέσα σε δύο μήνες κυκλοφόρησε και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε επισήμως τη δική μας δισκογραφική εταιρεία.

 

  • Ξεκινήσαμε με ένα 7ιντσο των Field Trip κι έπειτα βγάλαμε άλλο ένα της αμερικανικής μπάντας The Lean-to’s. Και μια νύχτα που είχα ανοιχτό το ραδιόφωνο στο δωμάτιό μου κι άκουγα το Radio One περιμένοντας την εκπομπή του John Peel, έπαθα σοκ γιατί έπαιξε και τα δύο δισκάκια απανωτά και άρχισε να διαβάζει τη διεύθυνσή μου για να στείλουν όποιοι ήθελαν λεφτά για τους δίσκους. Δεν κοιμήθηκα όλη τη νύχτα. Με είχε πιάσει αναγούλα από τον ενθουσιασμό. Εκείνη την εβδομάδα ο ταχυδρόμος έφτασε με βανάκι και όχι με ποδήλατο, όπως συνήθως, φέρνοντας σακιά με γράμματα με λίρες σε κέρματα κολλημένες με σελοτέιπ στο εσωτερικό τους. Η μάνα μου τρελάθηκε. Είχα ξεχάσει να της πω τι είχα κάνει – όλον αυτόν τον καιρό πίστευε ότι πήγαινα στο σπίτι του κολλητού μου, όχι δύο ώρες μακριά, στο Birmingham, όπου έπινα σκούρα μπίρα και κουβέντιαζα με αγόρια από μπάντες. Τέλος πάντων. Συνέχισα την εταιρεία για μερικά χρόνια. Είχα ακόμα και τον Sonic Boom των Spacemen 3 ως παραγωγό – έπειτα άρπαξε τον ντράμερ των Field Trip για τη νέα του μπάντα, τους Spectrum.

 

  • Στα 17 το έπαιξα για λίγο σπουδαστής στην Καλών Τεχνών, αλλά βαρέθηκα του θανατά, έτσι πήγα περιοδεία με ένα συγκρότημα που ονομαζόταν The Sweetest Ache (ο πιο γλυκός πόνος). Είχαμε κάνει ένα 7ιντσο μαζί τους και παρά το όμορφο όνομα, ήταν οι πιο μεγάλες τσούλες των ναρκωτικών που έχω γνωρίσει. Αφού έτρεξα για λίγο ένα υπόγειο μπαρ –που έμενε παράνομα ανοιχτό μέχρι τις 5 το πρωί– στην πόλη μου, στα 19 μετακόμισα στο Λονδίνο κι έπιασα κανονική δουλειά. Βασικά, πούλαγα υλικά αρχιτεκτονικής διακόσμησης σε ανθρώπους που είχαν λεφτά και, λόγω της προηγούμενης εμπειρίας μου με τη μουσική, πούλαγα κυρίως σε ποπ σταρ. Ήταν αρκετά cool, είχα πελάτες τον Thom Yorke και μέλη των Led Zeppelin και μιλούσα μαζί τους τηλεφωνικώς σε speed dial. Με τη δουλειά έκανα πολλές μετακινήσεις. Οξφόρδη, Μάντσεστερ, με έστειλαν ακόμα και στο Ιράν για να αγοράσω περσικά χαλιά στη μέση του πουθενά – μια ιστορία από μόνο του. Συνολικά, αυτή η δουλειά κράτησε 8 χρόνια και με έμαθε πώς μια επιχείρηση μπορεί να στηρίξει και τον προμηθευτή και τον αγοραστή. Κατάλαβα όλο το φάσμα της, από το να επενδύσεις σε ένα μικρό εργαστήριο μέχρι το μεγαλείο του προϊόντος που μετά θα δοθεί στον τελικό αγοραστή. Με έμαθε να επενδύω σε ανθρώπους. Την υποστήριξη. Είναι εύκολη και όλοι κερδίζουν, δεν χρειάζεσαι πτυχίο πανεπιστημίου για να το μάθεις αυτό – είναι απλώς εμπειρία. Ίσως να πιστεύει κανείς ότι σε αυτό το σημείο της ζωής μου έχω γίνει εντελώς ζεν, αλλά δεν είναι αλήθεια. Μου δόθηκε αρκετή ελευθερία όταν ήμουν νεαρός και με οδήγησε σε διάφορες κατευθύνσεις – πάντα ήθελα να τις δοκιμάσω όλες. Κάθε καλή ιδέα για μένα αξίζει τον χρόνο και την προσπάθεια που απαιτεί. Και γιατί όχι;

 

Στα 17 το έπαιξα για λίγο σπουδαστής στην Καλών Τεχνών, αλλά βαρέθηκα του θανατά, έτσι πήγα περιοδεία με ένα συγκρότημα που ονομαζόταν The Sweetest Ache (ο πιο γλυκός πόνος). Είχαμε κάνει ένα 7ιντσο μαζί τους και παρά το όμορφο όνομα, ήταν οι πιο μεγάλες τσούλες των ναρκωτικών που έχω γνωρίσει. Φωτό: Freddie F./LiFO
Στα 17 το έπαιξα για λίγο σπουδαστής στην Καλών Τεχνών, αλλά βαρέθηκα του θανατά, έτσι πήγα περιοδεία με ένα συγκρότημα που ονομαζόταν The Sweetest Ache (ο πιο γλυκός πόνος). Είχαμε κάνει ένα 7ιντσο μαζί τους και παρά το όμορφο όνομα, ήταν οι πιο μεγάλες τσούλες των ναρκωτικών που έχω γνωρίσει. Φωτό: Freddie F./LiFO

 

  • Οι συγκάτοικοί μου στο Λονδίνο είχαν μεγαλώσει στην Αθήνα – είχα πάει στη Ρόδο για διακοπές, αλλά όχι στην Αθήνα. Τέλος πάντων, όταν άφησαν το σπίτι γύρισαν πίσω στην Αθήνα κι ερχόμουν συνέχεια να τους δω. Και ένα καλοκαίρι, πριν από δέκα περίπου χρόνια, μετακόμισα εδώ. Μετακόμισα με τους φίλους μου στα Εξάρχεια και όταν παντρεύτηκαν σε μία ταράτσα στην Πλάκα, έπαιξα δίσκους –πραγματικά χάλια– στο γλέντι τους.

 

  • Βρήκα δουλειά σε μια εταιρεία που οργάνωνε διακοπές για ανθρώπους που ταξίδευαν μόνο με ένα σακίδιο και πέρασα τα επόμενα χρόνια προσπαθώντας να εξηγήσω σε Αυστραλούς τουρίστες ότι η πλατεία ονομάζεται Σύ-ντα-γμα και όχι Στί-γμα-τα.

 

  • Και επειδή δεν είχα μάθει ποτέ να οδηγώ, κυκλοφορούσα με ποδήλατο παντού. Στην αρχή με ένα των 100 ευρώ από το σούπερ μάρκετ και έπειτα με ένα ΒΜΧ. Ανακάλυψα κάθε γωνιά της Αθήνας. Είναι ένα εκπληκτικό μέρος για μένα, με συνεχείς εκπλήξεις – ένα νεοκλασικό κτίριο δίπλα σε μια επένδυση πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Το Κολωνάκι δίπλα στα Εξάρχεια. Έχει πολλές ακρότητες. Τα τελευταία χρόνια έχουμε περάσει από την ανησυχία με τους αναρχικούς σε αυτά που βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια μας από τους φασίστες. Κοιμήσου και όταν ξυπνήσεις όλα θα έχουν αλλάξει ξανά. Από το μπουμ της Ολυμπιάδας, στο φιάσκο της κρίσης.

 

  • Αρχικά δυσκολεύτηκα να καταλάβω πώς δουλεύει το μυαλό των ανθρώπων, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που απλώς δεν τις καταλάβαινα. Καθόμουν με τους νέους Έλληνες φίλους μου και συζητούσαμε για τις ευκαιρίες που έχουμε σε αυτή την πόλη, αλλά ακόμα και οι καλύτερες ιδέες τελικά απορρίπτονταν με το σκεπτικό ότι η πραγματοποίησή τους θα ήταν πολύ δύσκολη με το εδώ γραφειοκρατικό σύστημα. Όσα έλεγαν επαληθεύονταν, αλλά έπρεπε να πιστέψω ότι πάντα υπάρχει κάποιος τρόπος για να κάνεις τη δουλειά σου.

 

  • Σοκαρίστηκα όταν έμαθα ότι το ντόπιο φορολογικό σύστημα είχε κωδικούς για κάθε επιχείρηση και ότι αν ήθελες να ξεκινήσεις μία, δεν μπορούσες, χωρίς να έχει κωδικό καταχωρισμένο σε βιβλίο. Αυτό δηλώνει φοβερό επιχειρηματικό πνεύμα!

 

  • Δεν μπορούσα να καταλάβω –και ακόμα δεν το έχω χωνέψει– γιατί μια επιχείρηση δεν μπορεί να υπάρχει εφόσον είναι νόμιμη. Ένα μαγαζί για ποδήλατα δεν μπορεί να πουλάει και καφέ απλώς επειδή δεν υπάρχει ένας φορολογικός κώδικας γι’ αυτό. Πόσο καταπιεστικό! Πίστευα ότι αν οι κανονισμοί υγιεινής και ασφάλειας τηρούνταν, θα ήταν μια χαρά. Αλλά έκανα λάθος.

 

  • Θέλαμε πολύ να ανοίξουμε το VCA. Δεν καταλάβαινα γιατί το σκατοβροχερό Λονδίνο μπορούσε να είναι ο παράδεισος του ποδηλάτη, ενώ η συγκριτικά πολύ μικρότερη και στεγνή Αθήνα δεν είχε κανέναν. Και η δικαιολογία ότι «έχει πολλούς λόφους» δεν μου έκανε, είναι θέμα κουλτούρας – δεν θα το καταλάβω ποτέ, αλλά είναι κάτι που θέλω με κάποιο τρόπο να το κάνω να αλλάξει. Η ποδηλασία είναι σπουδαίο πράγμα και σε κάνει να αισθάνεσαι τέλεια. Τέλος!

 

  • Δεν θα μπορούσα να φτιάξω το VCA μόνος μου. Ξέρω πού είμαι καλός και έχω πλήρη επίγνωση των μειονεκτημάτων μου. Με τη δημιουργία μιας ομάδας με φίλους καταφέραμε να ενώσουμε τις ατομικές μας δυνάμεις για να το κάνουμε πραγματικότητα. «Η ομαδική δουλειά κάνει μια δουλειά ονειρική» είναι το κακόηχο μάντρα που εφαρμόζουμε στο VCA και στο Handlebar. Και η ομάδα του VCA έχει μεγαλώσει φυσικά απ’ όταν το μαγαζί άνοιξε πριν από τέσσερα χρόνια. Οι καλύτεροι υποστηρικτές μας έγιναν μέλη του προσωπικού. Έφτιαξα το ποδήλατο ενός πανκ τύπου πριν από τρία χρόνια και σήμερα ο Peio είναι ιδιοκτήτης. Ένας freestyle ποδηλάτης από τα Τρίκαλα ήρθε στο μαγαζί πριν από τρία χρόνια και σήμερα ο Geo είναι ιδιοκτήτης. Ένα κορίτσι που έκανα συνέντευξη μαζί της για τη δουλειά με τους τουρίστες πριν από 8 χρόνια σήμερα είναι η Zoe, ιδιοκτήτρια. Είναι πολύ σπουδαίο να γνωρίζεις ανθρώπους και να τους βοηθάς να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους μέσα από μία πλατφόρμα που έχεις ιδρύσει, έτσι ώστε να μπορούν να πάνε μπροστά την επιχείρηση.

 

Αρχικά δυσκολεύτηκα να καταλάβω πώς δουλεύει το μυαλό των ανθρώπων, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που απλώς δεν τις καταλάβαινα. Καθόμουν με τους νέους Έλληνες φίλους μου και συζητούσαμε για τις ευκαιρίες που έχουμε σε αυτή την πόλη, αλλά ακόμα και οι καλύτερες ιδέες τελικά απορρίπτονταν με το σκεπτικό ότι η πραγματοποίησή τους θα ήταν πολύ δύσκολη με το εδώ γραφειοκρατικό σύστημα. Φωτό: Freddie F./LiFO
Αρχικά δυσκολεύτηκα να καταλάβω πώς δουλεύει το μυαλό των ανθρώπων, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που απλώς δεν τις καταλάβαινα. Καθόμουν με τους νέους Έλληνες φίλους μου και συζητούσαμε για τις ευκαιρίες που έχουμε σε αυτή την πόλη, αλλά ακόμα και οι καλύτερες ιδέες τελικά απορρίπτονταν με το σκεπτικό ότι η πραγματοποίησή τους θα ήταν πολύ δύσκολη με το εδώ γραφειοκρατικό σύστημα. Φωτό: Freddie F./LiFO

 

  • Η κρίση έχει, επίσης, αλλάξει πραγματικά το πρόσωπο της πόλης, την πάει πίσω στον χρόνο. Οι απρόσωπες, βαρετές επιχειρήσεις και τα μαγαζιά κλείνουν, όλοι μπορούμε να αγοράσουμε φτηνά πράγματα από το Ίντερνετ (υπάρχει και για κάποιον άλλο λόγο, εκτός από το πορνό), έτσι δεν περιμένουμε πια από τα μαγαζιά. Θέλουμε όμως συναναστροφή, θέλουμε συμβουλές, θέλουμε να μιλάμε σε κάποιον που γνωρίζει αυτό για το οποίο τον ρωτάς. Από αυτή την άποψη, το Ίντερνετ δεν λέει τίποτα. Τα εξειδικευμένα μαγαζιά ξεπηδούν παντού στην πόλη. Οι μικρές, ελπιδοφόρες επιχειρήσεις είναι αφοσιωμένες στον σκοπό τους και το VCA είναι περήφανο που ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Είμαι σίγουρος ότι το λιανικό εμπόριο θα καταλήξει όπως ήταν 100 χρόνια πριν: μικρές επιχειρήσεις που προσφέρουν πραγματικά καλά προϊόντα και εξυπηρέτηση. Είναι σαν να μας το πήραν και να μην το είχαμε προσέξει.

 

  • Ήταν τέσσερα δύσκολα χρόνια για το VCA, αλλά επιμένουμε στις αρχές μας κι έχουμε δημιουργήσει μια κοινότητα που μας βοηθάει όσο τη βοηθάμε κι εμείς. Και οι κοινότητες είναι όπως οι οικογένειες – μεγαλώνουν. Ο ποδηλάτης που είναι συγγραφέας θα συναντήσει τον ποδηλάτη που είναι ζωγράφος και θα αρχίσουν μαζί ένα πρότζεκτ, έπειτα θα εμπλακεί κι ένας DJ ή ένα συγκρότημα… Είναι μια ομαδική, δημιουργική κατάσταση με μεγάλη δυναμική όσον αφορά τους αριθμούς.

 

  • Κι όσο μεγαλώνει η κοινότητα μεγαλώνουμε κι εμείς. Το Handlebar κρύβει μέσα του την ιδέα του λονδρέζικου ποδηλατικού καφέ, ενός μέρους όπου οι ποδηλάτες μπορούν να συναντηθούν και να γεμίσουν τις μπαταρίες τους. Με τόσο πολλούς ανθρώπους να στρέφονται στη χορτοφαγική διατροφή θέλαμε να προσφέρουμε φτηνό και άριστης ποιότητας φαγητό. Η Ελλάδα έχει εκπληκτικά φρούτα και λαχανικά διαθέσιμα κάθε εποχή και θέλαμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε με αυτά, με μια τάση προς το βορειοευρωπαϊκό φαγητό.

 

  • Είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό που έχουμε δημιουργήσει. Όλοι συνεχίζουμε την προσπάθεια να αναπτυχθούμε και να επεκταθούμε σε νέους τομείς, ακολουθώντας τις φιλοδοξίες μας που όλο και αυξάνονται. Κάποιες μπορεί να πραγματοποιηθούν, κάποιες μπορεί να αποτύχουν, αλλά έτσι είναι η ζωή. Στην τελική, είναι μια ζωή που εμείς δημιουργήσαμε, έτσι αξίζει να κάνουμε μια προσπάθεια, ρε γαμώτο!

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO τον Μάιο του 2014