Στον Νίκο Τσεπέτη που άνοιξε το δρόμο

 

 

Κάτι που ανέκαθεν θέλω να γράψω (πακέτο με τους δέοντες συνειρμούς) είναι ότι κάποτε έγινα σκληρός καριόλης για μια νύχτα. Φορώντας το παντελόνι του Τζών Τίκης. Κυριολεκτικά.

 

Ο Τζων είχε (και έχει) παντρευτεί την κόρη μιας ξαδέλφισσας της μάνας μου. Την Κατίνα. Ένα μελαχρινό γλυκό κορίτσι, που έφυγε στα 16 του για Αυστραλία. 

 

Τα σπίτια μας ήταν απέναντι. Δυο μέρες πριν την αναχώρησή της (με πλοίο), τραβήξαμε μια φωτογραφία. Μπροστά από κάτι γαϊδουράγκαθα, στο χειμωνιάτικο ήλιο. Κρατώ ένα παιχνίδι- ένα ματσούκι με ρόδες στη μία ακρη, που όταν το κυλάς, τα φτερά μιας ιριδόχρωμης πεταλούδας ανοιγοκλείνουν. Η Κατίνα γελάει ντροπαλά.

 

Στη Μελβούρνη γνώρισε τον Τζων, αστέρι της πίστας ανάμεσα στους wogs. Έγινε το success story των Γύφτικων. Έστελνε απο εκεί τους δίσκους του και τα ρούχα του που δεν ήθελε πια να φοράει. Ρούχα της πίστας.

 

Τα 8 αδέλφια της Κατίνας, είχαν δικαίωμα προτίμησης: διάλεγαν τα σεμνότερα. Τα υπόλοιπα μοιράζονταν στη γειτονιά. Μου έλαχε ένα παντελόνι. Το εξαλλότερο.

 

Ήταν κανόνας, τα ρούχα των μεγάλων να μεταποιούνται απ’ τον παππού στον εγγονό, μέχρι να λιώσουν. Έχω φορέσει ανακυκλωμένα σώβρακα. Στενεμένα παλτό. Το πουκάμισο κάποιου που αυτοκτόνησε.  Και πάντα φόραγα κάτι από το χαρακτήρα του δότη. 

 

Το να φοράς τα ρούχα του άλλου (walking in another's shoes, κυριολεκτικά) είναι παράξενο συναίσθημα: μπαίνεις στη θέση του, τον σκέφτεσαι εντατικά, λες «εδώ που ακουμπάει ο μηρός μου, ακουμπούσε το δικό του μηρί, -  εδώ που είναι τώρα τα γεννητικά μου όργανα, ακουμπούσαν  τα δικά του». Ανατριχιαστικό!

 

Τα αγόρια ώφειλαν να εκτελούν καθημερινώς κάποιο νούμερο στο τσίρκο των αδένων. Nα έχουν πειραγμένη αρρενωπότητα, όπως κι εξάτμιση.  Σφίχτες που περπατούν σαν βαρκαρόλες. Τεταμένα, πλουμιστά αρσενικά, με τατουάζ και χρυσούς σταυρούς, που έκρωζαν σαν παγώνια πριν εφορμήσουν στην κοτούλα «Φύση».

 

Είναι όμως και μάθημα ταπεινότητας ― παραδέχεσαι ότι δεν έχεις παντελόνι να φορέσεις. Επίσης, μια κορυφαία εκδοχή παρενδυσίας: έχω ακούσει για κάποιον που αγοράζει στις δημοπρασίες ρούχα της Κάλλας και τα φοράει ο ίδιος σπίτι του.

 

Εγώ, γενικώς, δεν είχα (και δεν έχω) ιδιαίτερο καημό με τα ρούχα. Φοράω ό,τι τύχει- κι ένα παιδικό κουστούμι που μου είχαν ράψει τότε, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της αυτοσυντριβής: γκρίζο με χοντρή μαύρη ρίγα και τεράστια πέτα. 

 

Αλλά η ανάγκη εξανάγκασε το τίμιο σπίτι μου να δεχτεί το παντελόνι πίστας. Την κατάλληλη στιγμή― πάνω στις κάψες της εφηβείας.

 

Ήταν πράσινο. Λαμέ. Με ανάγλυφα λαχούρια σε πιο ανοιχτό τόνο. Χωρίς μέση. Το φερμουάρ ήταν εμφανές (όπως του Κοινούση). Το κυριότερο, είχε τεράστια καμπάνα, που μετά από μάχες, έμεινε αμείωτη.

 

Κάπως έτσι έσκασα μύτη στο παραθαλάσσιο παρτυ της «Μιμόζας». Με τη μεγαλύτερη καμπάνα στο νησί! Το έκανε ένας συμμαθητής μου, που αργότερα πολιτεύτηκε και πέθανε εν μέσω σκανδάλων. Ήταν οι πλούσιοι, κι εγώ, είχα κληθεί μόνον για λόγους πρωτοκόλλου: ήμουν ο καλός μαθητής- ώφειλαν να έχουν την πτωχούλα ιντελιγκέντσια. 

 

Οι ρόλοι των φύλων ήταν  τότε άτεγκτοι ― ουδεμία ρευστότης. Ταίριαζαν στο νησάκι που στατιστικά πρωτεύει στα εγκλήματα τιμής. Τα αγόρια ώφειλαν να εκτελούν καθημερινώς κάποιο νούμερο στο τσίρκο των αδένων. Nα έχουν πειραγμένη αρρενωπότητα, όπως κι εξάτμιση. Να παλεύουν. Να καπνίζουν. Να είναι βίαια. Σφίχτες που περπατούν σαν βαρκαρόλες. Τεταμένα, πλουμιστά αρσενικά, με τατουάζ και χρυσούς σταυρούς, που έκρωζαν σαν παγώνια πριν εφορμήσουν στην κοτούλα «Φύση».

 

Δεκάδες στερεότυπα. Αγκομαχώντας, όλοι προσπαθούσαν να αντεπεξέλθουν. Καμάρωναν μέχρι και πόσες σκύλες πήδηξε ο σκύλος τους. Καμάρωναν για τα αξεσουάρ τους. Τα ρούχα τους. Το ποδήλατό τους.

 

Ελάχιστοι μόνο ήταν όντως κουλ. Ψύχραιμοι κι ήσυχοι μέσα σε αυτό που ήταν το κορμί τους κι οι ορμές του. Ο αθόρυβος, δίχως προκαταλήψεις τύπος άντρα-  δίχως ανασφάλειες.

 

Αυτή η μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας έφτιαξε μεν θεατρική ατμόσφαιρα γύρω απ΄τους άντρες, δημιούργησε όμως και χιλιάδες τραγωδίες. Ανθρώπους εκτός εαυτού που άλλα θέλουν κι άλλα κάνουν. Άλλα ψωνίζουν και για άλλα ξερογλείφονται. Μάγκες αβάσταχτοι της βίας και του σεξ― Λεβεντόπαιδο Αρίστο, μπες στο μαγαζί και κλείστο. Ρόλος απαιτητικός, μέχρι εξαντλήσεως.

  

Αργότερα, θα έβλεπα πώς αυτά τα στερεότυπα έχουν σταλάξει σαν δηλητήριο, ακόμη και στο υποσυνείδητο εκείνων που θα έπρεπε να τα αποκυρήξουν πρώτοι: των gay.

 

Aν και οι λογοτέχνες πέριξ της μεταπολίτευσης (Ιωάννου, Κουμανταρέας κ.λπ.) άφηναν σπόντες διαρκώς για τα τζούφια αρσενικά που τούς ταλαιπωρούσαν κι ο Χριστιανόπουλος έγραψε εκείνα τα μνησίκακα στιχάκια για τους μαλάκες που προσκυνάς και σφίγγουν ανάμεσα στα μπούτια τους τη μοτοσυκλέτα σα γκόμενα, πολλοί gays αντέγραψαν την ασύστολη, θεατρική αρρενωπότητα του διώκτη τους, με χοντρά μουστάκια, εμμονή στο βουβώνα και βλέμμα γερακιού (βλέπε Nighthawks), δημιουργώντας αντεστραμμένα στερεότυπα και καταλήγοντας σε αγγελίες τύπου «Top ψάχνει top». Τοίχος.

 

Γι αυτό και ήταν απόλυτα σωστό το θέμα του φετινού Pride («Παρούσα»), που προσπαθεί να άρει από τους gay την ενοχή της θηλυπρέπειας και να συνομιλήσει με το αίτημα της ρευστότητας του φύλου - μακρυά από τις αλυσίδες, τα μούσκουλα των στεροειδών και την κουρελαρία του machismo.

 

Αλλά προς το παρόν ήμασταν στην αυγή των σέβεντις. Μείναμε στη σκηνή του πάρτυ. Στη χλόη της «Μιμόζας» με τα πλουσιόπαιδα. Εκεί που συνέβη κάτι electrifying μόλις κατέβηκα από το απηρχαιωμένο ποδήλατο του πατερα μου. Γύρισαν και με είδαν όλοι αλλιώς. Σαν μεταμορφωμένο — μέσα στο πράσινο λαμέ του Τζων Τίκης. 

 

Ο Φλωρινιώτης δεν είχε ακόμα εφευρεθεί. Οι δίσκοι του Τζων δεν είχαν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Ήμουν μια παράδοξη nouvauté, που δια της ισχυρής εκπλήξεως, επικυρώθηκε ως τολμηρότης, ως συνομιλία με έναν εξωγήινο πολιτισμό που μια μέρα θα τους καταστρέψει. 

 

Πρώτα, σαγηνεύτηκαν τα κορίτσια, που έχουν το γλέντι στο αίμα τους. Οι bullies ακολούθησαν- πλησιάσαν αμήχανα κι επεξεργάζονταν με στραβές ματιές τα αστραφτερά λαχούρια. Eκείνη η βραδιά ήταν ένας θρίαμβος. Ήμουν σκληρός καριόλης και το πάρτυ ήταν δικό μου!

 

Το ένα έφερε το άλλο. Άλλαξα σκελετό γυαλιών, έβαλα κίτρινο τζάμι. Έκανα τα μαλλιά μου με πιστολάκι (λολ). Ο Τζων Τίκης, ήταν ασφαλώς ένα kick, αλλά μέχρι ενός σημείου. Το δασύ στήθος του (κοινός τόπος τότε - από τον Χάμπερτινγκ και τον Τομ Τζόουνς μέχρι τον Burt Reynolds) παραήταν γυμνωμένο ως την κοιλιά· ο χρυσός σταυρός παραήταν φακαντόρο. Πρόσθεσα στοιχεία χίπικης χούντας: λίγο Νοστράδαμος, λίγο Πελόμα Μποκιού.

 

Με ένα σπρώξιμο απαλό, οι ενδορφίνες με μετέφεραν από την πίστα της Μελβούρνης στη ντίσκο «Κρυονέρι» - ένα αβέρτο παράπηγμα με ξερά κλαδιά από βάγια, δίχως είσοδο, που ήταν για μένα γήπεδο ασφαλές, γιατί χόρευα τολμηρά και έπινα τολμηρότερα, ώσπου κάποιος φιλόστοργος «dj» έπαιξε ένα βράδυ το Soul Makossa και μου επέτρεψε να γίνω από Τόνι Σφήνος, άνθρωπος.

 

Στη μία νύχτα που υπήρξα εξωτικός καριόλης έμαθα πραγματάκια, βασικά το εξής: Ότι οι ρόλοι είναι συχνά πιο ισχυροί απ’ το χαρακτήρα κι ότι με σχετική προσπάθεια, όλα γίνονται: τα ράσα κάνουν τον παππά. Ένα παππά στα γόνατα, έστω.

 

Αυτή η μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας έφτιαξε μεν θεατρική ατμόσφαιρα γύρω απ΄τους άντρες, δημιούργησε όμως και χιλιάδες τραγωδίες. Ανθρώπους εκτός εαυτού που άλλα θέλουν κι άλλα κάνουν. Άλλα ψωνίζουν και για άλλα ξερογλείφονται. Μάγκες αβάσταχτοι  της βίας και του σεξ―  Λεβεντόπαιδο Αρίστο, μπες στο μαγαζί και κλείστο. Ρόλος απαιτητικός, μέχρι εξαντλήσεως.

 

Αν ξεφλουδίζαμε όμως έναν άντρα απ’ τους ρόλους του, θα έμενε τίποτα; Ή θα εμφανιζόταν ένας ρευστός ζελές μηδέν θερμίδων;

 

Ψύλλοι στ’ άχυρα.

 

 ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ ONLINE ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ > https://www.lifoshop.gr/product/as-fysa-tora/