ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ της πανδημίας αυξάνονται ανησυχητικά και οι επιστήμονες επισημαίνουν τον κίνδυνο, ζητώντας από την πολιτεία να πάρει μέτρα, η κυβέρνηση φαίνεται να δυσκολεύεται να αποφασίσει μεταξύ της προστασίας της δημόσιας υγείας και της οικονομίας. Και αν στην πρώτη φάση κέρδισαν κατά κράτος οι γιατροί, που ζητούσαν να μπει πάνω απ' όλα η δημόσια υγεία, από το καλοκαίρι και μετά μοιάζει να κυριαρχούν αυτοί που εκφράζουν την αγορά και δεν επιθυμούν απαγορευτικά μέτρα πάλι που θα πλήξουν την οικονομία. Πλην όμως, όλα τα άλλα μέτρα που έχουν ληφθεί ως τώρα δεν φαίνεται να αποδίδουν και σε πολλές περιπτώσεις η κυβέρνηση δείχνει αδύναμη να τα επιβάλει.


Στη LiFO είχαμε γράψει τον περασμένο Ιούλιο για τους χαλαρούς πολιτικούς που δεν τηρούσαν τα μέτρα προστασίας από την πανδημία, μεταδίδοντας το λάθος μήνυμα στους πολίτες. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς ότι οι δημόσιες εμφανίσεις πολιτικών χωρίς μάσκες και αποστάσεις δυναμώνουν τα «κινήματα» των αρνητών και ενισχύουν τη συνωμοσιολογία. Πριν από λίγο καιρό, όταν τα κρούσματα άρχισαν να αυξάνονται ανησυχητικά, φαίνεται ότι το αντιλήφθηκαν και άρχισαν να εμφανίζονται παντού πλέον με μάσκες.


Ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας Νίκος Χαρδαλιάς δεν ανήκε στην κατηγορία των «χαλαρών» πολιτικών. Τη Δευτέρα, στην Καρδίτσα, όμως, έκανε το μεγάλο φάουλ. Όλοι τον είδαν, μέσα από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες, μετά από μια επιχείρηση διάσωσης, να φιλάει το χέρι ενός ιερέα, χωρίς να κρατάει απόσταση και χωρίς να φοράει μάσκα. Αν για κάποιον άλλον πολιτικό μπορούσε να γίνει δεκτή η δικαιολογία ότι ξεχάστηκε και ήταν απλώς μια άτυχη στιγμή, για τον υπεύθυνο της πολιτικής προστασίας δεν μπορεί να γίνει. Γιατί πώς μπορεί ο αρμόδιος για την πολιτική προστασία να επικαλείται την ατομική και κοινωνική ευθύνη, εάν ο ίδιος την αγνοεί; Πώς μπορεί να πείσει τους πολίτες να φορούν μάσκα στα μέσα μεταφοράς ή τους επαγγελματίες να τηρούν τα μέτρα, εάν εκείνος μπορεί να μην τα τηρεί χωρίς συνέπειες;

 

Γερμανοί πολιτικοί, όπως ο σοσιαλδημοκράτης Νιλς Σμιντ, δεν δίστασαν να δηλώσουν ότι η υποστήριξη της Γαλλίας προς την Ελλάδα (που τη χαρακτήρισε μονόπλευρη) δυσκολεύει τη διαπραγμάτευση, γιατί εμποδίζει την Ελλάδα να συμβιβαστεί.


ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, την εβδομάδα που πέρασε κάποιοι προσπαθούσαν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι η παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου δεν είναι το ίδιο σοβαρή υπόθεση με την παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Λες και υπάρχουν κράτη και λαοί με λιγότερα και περισσότερα δικαιώματα.


Στην περίπτωση της Ελλάδας, όλοι οι Ευρωπαίοι, έστω και με βαριά καρδιά μερικοί, παραδέχτηκαν ότι η Τουρκία έπρεπε να σταματήσει τις παραβιάσεις και να συνεχίσει τον διάλογο, για να μην υποστεί κυρώσεις. Η απόσυρση του Ορούτς Ρέις θεωρήθηκε αρκετή ως ένδειξη υποχώρησης, αλλά, εκτός από το Ορούτς Ρέις, υπάρχει και το τουρκικό πλοίο-γεωτρύπανο Γιαβούζ που παραμένει στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη, αμφισβητώντας τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Η Λευκωσία αντέδρασε, υποστηρίζοντας τα αυτονόητα, ότι εφόσον η Τουρκία συνεχίζει τις έκνομες ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ, θα πρέπει να υποστεί τις κυρώσεις, συνδέοντάς τα με τις κυρώσεις κατά της Λευκορωσίας. «Είχαμε πει ότι δεν θα πρέπει η Ε.Ε. να αντιμετωπίζει το θέμα με δύο μέτρα και δύο σταθμά» είπαν.


Η ειρωνεία είναι ότι η Ε.Ε. θέλει κυρώσεις για την κυβέρνηση της Λευκορωσίας, επειδή καταπιέζει την αντιπολίτευση και κάθε αντίθετη φωνή, όταν στην Τουρκία ισχύουν ακριβώς τα ίδια και χειρότερα (οι τουρκικές φυλακές είναι γεμάτες αντιφρονούντες και ακτιβιστές). Επιπλέον, η Τουρκία έχει εισβάλει στρατιωτικά στη Συρία, στη Λιβύη και στο Ιράκ, συνεργάζεται με τους τζιχαντιστές και απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο, παραβιάζοντας τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

 

Παρ' όλα αυτά, πολλοί Ευρωπαίοι αυτές τις μέρες επιτέθηκαν στην Κύπρο επειδή επιμένει να ζητά κυρώσεις για την Τουρκία, απαιτώντας από αυτή να μην ασκήσει βέτο και να μη συνδέσει το θέμα της με τη Λευκορωσία. Η πίεση που ασκείται στο παρασκήνιο είναι ακόμα πιο έντονη, ειδικά από τη Γερμανία. Χαρακτηριστικά ήταν και τα δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου, που απηχούν τις απόψεις της κυβέρνησης, όπως ένα πρόσφατο της «Frankfurter Allgemeine Zeitung» με τίτλο «Η απερισκεψία της Κύπρου», όπου είναι εμφανής η ενόχληση. Η Κύπρος παρουσιάζεται να εκθέτει την Ε.Ε. απέναντι στην Τουρκία και της επισημαίνεται ότι η Τουρκία είναι πολύ ισχυρότερή της, ενώ το δημοσίευμα αφήνει και υπονοούμενα ότι η στάση της μπορεί να σχετίζεται με πιθανά οφέλη από «μετασοβιετικούς ολιγάρχες».


Αντίθετα με τη Γερμανία, η Γαλλία εξακολουθεί να τονίζει ότι «είναι πλήρως αλληλέγγυα προς την Ελλάδα και την Κύπρο». Ο υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλίας, Κλεμέντ Μπον, αναφερόμενος στην απόσυρση του Ορούτς Ρέιτς, σχολίασε τις προηγούμενες μέρες «ότι παρατηρείται μια κίνηση κατευνασμού της Τουρκίας προς την Ελλάδα, ωστόσο εξακολουθεί να υπάρχει η παραβίαση στην Κύπρο, γεγονός που δεν είναι αποδεκτό».


Γερμανοί πολιτικοί, όπως ο σοσιαλδημοκράτης Νιλς Σμιντ, δεν δίστασαν να δηλώσουν ότι η υποστήριξη της Γαλλίας προς την Ελλάδα (που τη χαρακτήρισε μονόπλευρη) δυσκολεύει τη διαπραγμάτευση, γιατί εμποδίζει την Ελλάδα να συμβιβαστεί. Τη δήλωση του Νιλς Σμιντ σχολίασε Γάλλος διπλωμάτης, λέγοντας ότι αυτή που δυσκολεύει τη διαπραγμάτευση είναι η μονόπλευρη γερμανική στάση κατευνασμού της Τουρκίας, διότι ενθαρρύνει την Τουρκία να εκφοβίζει την Ελλάδα και την Κύπρο, υπενθυμίζοντάς του ότι πρόκειται για δύο κράτη-μέλη της Ε.Ε.


Ο Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες από διπλωματικές πηγές, είναι πολύ εκνευρισμένος, καθώς δεν παίρνει αυτά που θέλει από το «παζάρι» που κάνει και νιώθει να έχει εγκλωβιστεί. Η υποστήριξη της Γερμανίας δεν του αρκεί, καθώς η Γαλλία με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τού έχουν θέσει με σαφήνεια τα όρια. Στην ελληνική πολιτική σκηνή είναι πλέον πεποίθηση πως το σίριαλ με την Τουρκία θα έχει πολλά επεισόδια.


Οι επιστήμονες δηλώνουν ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με την πανδημία για πολύ καιρό. Ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει στη Βουλή ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα ήρθε και θα μείνει στην Ελλάδα και ότι πρέπει να πορευτούμε με αυτό. Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και με την επιθετικότητα της Τουρκίας, που δεν αναμένεται να υποχωρήσει. Ακόμα και αν ο Ερντογάν αποχωρούσε αύριο ή έχανε τις εκλογές, οι κεμαλικοί έχουν τις ίδιες ακριβώς επεκτατικές βλέψεις απέναντι στην Ελλάδα και τίποτα δεν θα άλλαζε. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.