ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΗΤΑΝ η (μερική έστω) αποχή από το ίντερνετ κι από τα social media λόγω διακοπών, με όλες τις ψευδαισθήσεις μακαριότητας και αποστασιοποίησης από τον ψηφιακό θόρυβο που αυτές γεννούν, η επιστροφή όμως στον «δημόσιο διάλογο» όπως διεξάγεται στα ηλεκτρονικά μέσα, υπήρξε μάλλον επώδυνη.


Όχι ότι άλλαξε δραματικά κάτι, απλά μοιάζει πιο ενισχυμένη η γνωστή παθολογία των μηχανισμών κοινωνικής δικτύωσης (κάποιοι σίγουρα «γέμισαν τις μπαταρίες τους»), η εχθροπάθεια, η εμφυλιακή ρητορική, οι τρολομαχίες, ο αλγοριθμικός πόλεμος με έπαθλο το μυαλό και την ψυχή των χρηστών των ψηφιακών μέσων (όλων μας δηλαδή). Και όλα αυτά μέσα σε ένα δυνάμει εκρηκτικό πλαίσιο έντονης επισφάλειας, Covid, ελληνοτουρκικής κρίσης – με αποκορύφωμα την τραγωδία της Μόριας και το hashtag #Απέλαση να «τρεντάρει» ακάθεκτο στο Twitter, ενισχυμένο και από τις δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη περί «αυτόματης απέλασης σε όσους συμμετείχαν στα επεισόδια».


Καμιά φορά έρχονται στο μυαλό σκηνές από εκείνη την πρώτη, αθώα, ελπιδοφόρα, ουτοπική, «πειραματική» περίοδο του Παγκόσμιου Ιστού, πριν από καμιά 25αριά χρόνια. Επρόκειτο τότε για μια νέα μορφή έκφρασης και αντίληψης, για ένα μέλλον που βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, υποσχόταν όμως υπερβάσεις και διασυνδέσεις χωρίς όρια, ευαγγελιζόταν την ανάδειξη της διαφορετικότητας, την ενίσχυση της πολυφωνίας, τον έλεγχο της εξουσίας, την θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών, τον θρίαμβο της ελεύθερα διακινούμενης πληροφορίας.

 

Κάθε δεύτερη είδηση μοιάζει προορισμένη να μας τρολάρει αγρίως κατά τις καθημερινές μας διαδρομές σε μια «ψυχαγωγική κόλαση».

Σήμερα το ίντερνετ είναι το παν, πέρα και πάνω από εμάς, και όλοι εμείς είμαστε οι χρήστες ενός μέσου που μας ξεπερνά και μας προκαλεί έντονα συναισθήματα ανασφάλειας, δυσπιστίας και καχυποψίας, καθώς στροβιλιζόμαστε σε ένα διεγερτικό ντελίριο ακατέργαστης πληροφορίας, σ' έναν πολύβουο και κακόφωνο κυκεώνα ψιθύρων και κραυγών, φημών και ευσεβών πόθων, παραβιάσεων του προσωπικού απορρήτου και θηριώδους ανταγωνισμού για λίγα κλικ παραπάνω.

 

Νομίζω ότι μία από τις πιο χαρακτηριστικές επικεφαλίδες των καιρών μας εμφανίστηκε πριν από μερικές μέρες στους Τάιμς της Νέας Υόρκης: «Σε απελπισία οι αρμόδιες αρχές μετά τις έντονες φήμες στα social media ότι τις φωτιές στην Καλιφόρνια τις έβαλαν μέλη της Antifa». Ώρες-ώρες έχει κανείς την αίσθηση ότι το τέλος δεν θα (προλάβει να) έρθει από την κλιματική αλλαγή, αλλά από το ίντερνετ. Την ίδια μέρα νομίζω, είχε ανακοινωθεί και η υποψηφιότητα του Τραμπ για το Νόμπελ Ειρήνης μετά την σχετική πρόταση που υπέβαλλε ακροδεξιός Νορβηγός βουλευτής με γνώμονα την συμβολή του Αμερικανού Προέδρου στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

 

Κάθε δεύτερη είδηση μοιάζει προορισμένη να μας τρολάρει αγρίως κατά τις καθημερινές μας διαδρομές σε μια «ψυχαγωγική κόλαση», όπως αποκαλεί το ψηφιακό μας σύμπαν η Τζόαν ΜακΝίλ, επιφανής δοκιμιογράφος σε θέματα τεχνολογίας, στο φετινό της βιβλίο με τίτλο "Lurking: How a Person Became a User" («Παραμονεύοντας: Πώς από άτομα γίναμε χρήστες»), εκτεταμένα αποσπάσματα του οποίου έχουν δημοσιευτεί τους τελευταίους μήνες.


Προς το τέλος του βιβλίου, η συγγραφέας αποφασίζει να κλιμακώσει την πολεμική της ενάντια στις ατασθαλίες των γιγάντων της Big Tech που διαχειρίζονται και εργαλειοποιούν την υπόστασή μας ως χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (είτε ανήκουμε σ΄ αυτούς που συμμετέχουν στη διαμόρφωση περιεχομένου είτε σ' αυτούς που «παραμονεύουν»), γράφοντας τα εξής: «Στο βιβλίο αυτό προσπάθησα να διατηρήσω έναν μη συγκρουσιακό και επιθετικό τόνο στην κριτική μου, μου φάνηκε αδύνατο όμως να κρατήσω αυτή την απόσταση όσον αφορά στο θέμα του Facebook. Το μισώ... Η εταιρεία αυτή αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα στη σύγχρονη ιστορία, πρόκειται για μια ψηφιακή χωματερή, ένα μέσο το οποίο ενώ είναι ολέθριο στις ελλείψεις και στις αποτυχίες του, είναι πολύ πιο επικίνδυνο όταν λειτουργεί όπως ακριβώς σχεδιάστηκε. Το Facebook είναι η μυρμηγκοφωλιά της ανθρωπότητας».

 

Υπάρχει ελπίς; Πάντα υπάρχει, αλλιώς θα είχαμε πάρει τα βουνά προ πολλού. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου της, που έχει «Λογοδοσία», η ΜακΝίλ επιτρέπει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και προσμονής για ένα διαφορετικό μέλλον συγκρίνοντας ένα, αν όχι ιδανικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς «υγιές» ίντερνετ με ένα «δημόσιο πάρκο, έναν χώρο για όλους και ευεργετικό για τον καθένα χωριστά, ένα μέρος όπου μπορείς να μπεις και να βγεις χωρίς να αφήσεις ίχνη που θα χρησιμοποιηθούν εις βάρος σου...».