ΜΙΑ ΠΑΝΔΗΜΙΑ, ΕΝΑΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ
που απειλεί υγεία και κοινωνική συνοχή αλλά και ένα διαφορετικό καλοκαίρι. Ο κορωνοϊός άλλαξε τα πάντα στο πέρασμά του. Αρνητικά ρεκόρ κρουσμάτων, ο φόβος της διασποράς, μέτρα προφύλαξης, υγειονομικά πρωτόκολλα, περιορισμένα ωράρια, αφανείς εστίες μετάδοσης, lockdowns σε διάσημα νησιά και τουριστικούς προορισμούς μεταμόρφωσαν εντελώς το σκηνικό της θερινής περιόδου, η οποία φτάνει στο τέλος της. Τα ξέφρενα ξενύχτια, οι συναθροίσεις, οι συνωστισμοί στα σοκάκια και η ψυχαγωγική δραστηριότητα σε παραλίες, παράκτιους και ορεινούς τόπους αποτέλεσαν παρελθόν, με κάποιες εξαιρέσεις βεβαίως.


Η τηλεργασία έχει εισβάλει για τα καλά στη ζωή μας, ενώ οι εμπορικές συναλλαγές, η διαμονή στα κατά τόπους καταλύματα, οι μεταφορές, ο τουρισμός και η διασκέδαση έχουν προσαρμοστεί σε ένα μοντέλο λειτουργίας με βάση τους όρους της πανδημίας. Η αναμονή του φθινοπώρου και η απειλητική επιστροφή του κορωνοϊού δημιουργούν έντονους προβληματισμούς, ανησυχίες και αβεβαιότητα. Ο τρόπος οργάνωσης της καθημερινότητάς μας μεταβάλλεται διαρκώς, οι συνήθειες χρόνων διαγράφονται, αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις αναβάλλονται και μια νέα πραγματικότητα σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η δημόσια διοίκηση, η αγορά εργασίας αλλά και οι κοινωνικές επαφές ξεδιπλώνεται καθημερινά.


Η επιστροφή από τις διακοπές δεν μοιάζει με καμία προηγούμενη. Έντονος κοινωνικός διαχωρισμός, μια ανεξήγητη πόλωση αλλά και το επερχόμενο ντόμινο αλλαγών στις μετακινήσεις, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στα ταξίδια συμπληρώνουν την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου. Μάλιστα, πολλοί ειδικοί προβλέπουν ότι η οργάνωση των πόλεων θα επηρεαστεί καταλυτικά από την πανδημία, όπως και ο τρόπος ψυχαγωγίας και διασκέδασης.


Πριν από λίγες μέρες, ένας Κινέζος πολυεκατομμυριούχος, ο Σου Γουέιπινγκ, επένδυσε 1,7 δισ. στερλίνες στο ανατολικό Λονδίνο προκειμένου να δημιουργήσει το δικό του όραμα για τη μορφή που θα αποκτήσει ο κόσμος της εργασίας μετά την πανδημία. Πρόκειται για χιλιάδες office pods, δηλαδή ατομικά γραφεία, όπου κάθε υπάλληλος θα μπορεί να εργάζεται σε έναν απομονωμένο χώρο τριών τετραγωνικών μέτρων, έχοντας δίπλα του έναν πολυλειτουργικό τοίχο με καφετιέρα, μικρό ψυγείο και κρεβάτι, τα οποία θα κρύβονται όταν ξεκινούν οι ώρες εργασίας.

 

Ήδη, πολλοί επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο κορωνοϊός θα μετασχηματίσει καθοριστικά τη ζωή μας, είτε στα αστικά κέντρα είτε στους αγροτικούς οικισμούς.

 

Δεν ανησυχούμε εάν τα γραφεία των τριών τετραγωνικών μέτρων θα είναι η νέα ελληνική πραγματικότητα. Αυτό που μας ανησυχεί δεν είναι τόσο το παρόν ‒όχι μόνο το παρόν, τουλάχιστον‒ αλλά το επακόλουθο. Βιώνουμε μια ελεύθερη πτώση αυτήν τη στιγμή και η πτώση δεν είναι η ίδια για όλους. Όπως μας υπενθυμίζει η Hito Steyerl, η πτώση δεν σημαίνει μόνο κατάρρευση αλλά ίσως και μια νέα γείωση».

 

Τι σηματοδοτούν αυτές οι αλλαγές; Ποια νέα πεδία δημιουργούνται; Τι θα φέρει η άγνωστη και παρατεταμένη περίοδος αναμονής στις πόλεις; Θέτω τα ερωτήματα αυτά στον βραβευμένο αρχιτέκτονα Στέλιο Κόη και εκείνος απαντάει:

 

«Κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι μετά από σχεδόν έξι μήνες, κατά τους οποίους βιώνουμε την πανδημία, θα μπορούσαμε πλέον να σκεφτούμε τις παρακαταθήκες, τι μάθαμε από έναν ιό και πώς αυτή η άνευ προηγουμένου συνθήκη διαμορφώνει την πραγματικότητά μας ως υποκειμένων που υπάρχουν σε έναν μεταλλαγμένο αστικό ιστό.

 

Η καραντίνα, μαζί με την τρέχουσα κατάσταση αναμονής του δεύτερου κύματος, αποτελούν ενδιάμεσες συνθήκες, ασαφείς και αόριστες. Πολιτικά αντιπροσωπεύουν τη νομιμοποίηση της καχυποψίας στον φυσικό χώρο, επιβάλλοντας τη δημιουργία φραγμών που έχουν σχεδιαστεί για να διαχωρίζουν μια ομάδα ανθρώπων, ζώων ή πραγμάτων από την άλλη. Η καραντίνα, λοιπόν, είναι ένα καθαρτήριο: ένα γραφείο διαλογής που ορίζεται από την αναμονή και την αβεβαιότητα, όπου διαλύεται η διάκριση μεταξύ ασφαλούς και μη ασφαλούς, υγιούς και αρρώστου».


Στη συνέχεια, μας θυμίζει ότι «στις 3 Απριλίου 2020, η εφημερίδα "New York Times" ενημέρωνε τους αναγνώστες της ότι το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται σε κατ' οίκον αποκλεισμό», για να συμπεράνει ότι «η πανδημία του 2020 σηματοδοτεί την απόλυτη εσωτερίκευση του ατόμου στην κατοικία, αναδιαμορφώνοντας τον ανθρώπινο βιότοπο με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

 

Ο ιός επαναπροσδιόρισε τη σχέση μας με τον οικιακό χώρο: παύει να αποτελεί ένα μέρος ανάπαυσης αλλά ένα κέντρο επιχειρήσεων όπου συγκλίνουν η εργασία, ο ελεύθερος χρόνος και η τηλεργασία. Οι μικρές πολυτέλειες, όπως τα μπαλκόνια, οι κήποι ή οι βεράντες, γίνονται οι προϋποθέσεις για την καλή ζωή υπό καραντίνα. Ενώ τα νέα κτίρια ενσωματώνουν τις διδασκαλίες της αστικοποίησης της καραντίνας, οι υπάρχοντες οικιστικοί χώροι καλούνται να προσαρμοστούν.

 

Δεν ανησυχούμε εάν τα γραφεία των τριών τετραγωνικών μέτρων θα είναι η νέα ελληνική πραγματικότητα. Αυτό που μας ανησυχεί δεν είναι τόσο το παρόν ‒όχι μόνο το παρόν, τουλάχιστον‒ αλλά το επακόλουθο. Βιώνουμε μια ελεύθερη πτώση αυτήν τη στιγμή και η πτώση δεν είναι η ίδια για όλους. Όπως μας υπενθυμίζει η Hito Steyerl, η πτώση δεν σημαίνει μόνο κατάρρευση αλλά ίσως και μια νέα γείωση».

 
Όσον αφορά το αν η πόλη αλλάζει προς το καλύτερο ή το χειρότερο, απαντά: «Θα το μάθουμε μόνο όταν προσγειωθούμε. Έτσι, παρά τα δυστοπικά σενάρια για την post-Covid πόλη, είναι αναγκαίο να εστιάσουμε στις δυνατότητες που προκύπτουν από την ανάγκη για συνύπαρξη. Ίσως να μην μπορούμε να συγκεντρωθούμε και να διαμορφώσουμε σύντομα τους δημόσιους χώρους της πόλης όπως τους επιθυμούμε, αλλά στην εποχή μας είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τις στιγμές και τους χώρους που μοιραστήκαμε, να συνειδητοποιήσουμε ότι η οικιστική συνθήκη και η απομόνωση, που ήταν δεδομένη για τους περισσότερους, δεν ήταν για όλους. Ο αστικός ιστός συνέχισε να κατοικείται εν μέσω καραντίνας από ανθρώπους που δεν είχαν πρόσβαση στην κατοικία. Πριν προσγειωθούμε και επαναπροσδιορίσουμε την πόλη και το αστικό απόθεμα, στη συνθήκη αναμονής που βρισκόμαστε μπορούμε να σκεφτούμε πώς βιώνουμε την πόλη μέσα από τα υποκείμενά της».


Την ίδια στιγμή, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν το άνοιγμα στον τουρισμό, τα κρυφά πάρτι, ο περιορισμός ωραρίου σε εστιατόρια και μπαρ και οι νέοι, οι οποίοι βρέθηκαν στο στόχαστρο, επειδή δεν τηρούσαν ούτε τους βασικούς κανόνες ατομικής υγιεινής αλλά ούτε και τους κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης. Φυσικά, στην κουβέντα μπήκε και το πώς η πανδημία άλλαξε σημαντικά τον τρόπο διασκέδασης και των θερινών διακοπών.


«Είναι ήδη φανερό ότι εκείνοι οι τομείς που θα επηρεαστούν αρνητικά πιο πολύ απ' όλους λόγω της πανδημίας είναι οι μετακινήσεις, ο τουρισμός και η διασκέδαση» λέει στη LiFO o αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ Βασίλης Βαμβακάς.


Και συμπληρώνει: «Η τελευταία είναι αυτή η οποία, μέσα στο καλοκαίρι που πέρασε, φαντάζει η πιο "ανυπότακτη" των δραστηριοτήτων, αφού σε αυτή παρατηρήθηκαν τα πιο σημαντικά παραδείγματα παραβίασης των κανόνων της κοινωνικής αποστασιοποίησης.

 

Οι νέοι, ως εκείνη η κοινωνική ομάδα που εκτίθεται περισσότερο από τις άλλες στις διάφορες μορφές μαζικής διασκέδασης, μπήκαν στο στόχαστρο και στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, αφού επέδειξαν τις πιο απερίσκεπτες συμπεριφορές, είτε μη πιστεύοντας ότι κινδυνεύουν oι ίδιοι και το περιβάλλον τους από τον κορωνοϊό είτε επειδή βρίσκονται περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία σε επαφή με τις θεωρίες συνωμοσίας που τον ανάγουν σε μια ακίνδυνη ή ανύπαρκτη ιστορία».

 

Σύμφωνα με όσα λέει ο κ. Βαμβακάς: «Το ισχυρότερο ίσως δικαίωμα που εφευρέθηκε μεταπολεμικά στους κόλπους όλων των κοινωνικών ομάδων, αυτό της διασκέδασης, για πρώτη φορά κινδυνεύει σοβαρά εξαιτίας της πανδημίας». Στη συνέχεια εξηγεί: «Προσαρμογές σε καινούργιες ή παλιότερες μορφές διασκέδασης με μικρότερο βαθμό κοινωνικού συγχρωτισμού φαίνονται επιτακτικές. Τα πάρτι του μαζικού ξεφαντώματος, το λίκνισμα της σεξουαλικής διαθεσιμότητας ανάμεσα σε ένα πλήθος βλεμμάτων, φαίνεται ότι πρέπει να μπουν σε αναστολή μέχρι τη λήξη του υγειονομικού συναγερμού. Το ίδιο και η μαζική συνεύρεση σε παραλίες και το στοίβαγμα σε ξαπλώστρες και ομπρέλες με φρέντο και μπίρες, συνήθεια που αποτελεί εδώ και δεκαετίες σύμβολο μιας κουλτούρας κεκλιμένης άνεσης.

 

Ο συνδυασμός των δύο, τα πάρτι σε beach bars, αποτέλεσε ένα από τα πιο επικίνδυνα στιγμιότυπα του καλοκαιριού, που προκάλεσε τη διάδοση του ιού. Αυτό το σκηνικό εικονικού εξωτισμού και αμφιλεγόμενου ερωτισμού θα πρέπει να λείψει από τους θιασώτες του για ένα διάστημα, μαζί με όλα εκείνα τα καλλιτεχνικά και αθλητικά θεάματα που φέρνουν κοντά το μαζικό πλήθος. Μια εξαιρετικά σημαντική παράμετρος, που μάλλον θα χαθεί προσωρινά».


Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Είναι ενδιαφέρον ότι φέτος το καλοκαίρι, παράλληλα με πρακτικές διασκέδασης που από πολύ προχωρημένες και μοδάτες έγιναν παρεκκλίνουσες και επισφαλείς, αναπτύχθηκαν κι άλλες τάσεις. Οι λουόμενοι που κουβάλησαν και πάλι τις ομπρέλες και τις "πολυθρόνες" τους σαν να γυρίσαμε στη δεκαετία του '80 και του '90 δεν ήταν καθόλου λίγοι. Το ίδιο και όσοι επέλεξαν λιγότερο μαζικούς παραθεριστικούς τουρισμούς, για παράδειγμα ορεινές διακοπές».


Και καταλήγει: «Η διασκέδαση δύσκολα θα πάψει να αποτελεί βασικό ζητούμενο του σύγχρονου κόσμου, ειδικά αν αυτός αντέξει την πανδημική κρίση και δεν πτωχεύσει. Το μεγάλο της πλεονέκτημα είναι ότι είναι ένα ιδιαίτερα πλουραλιστικό και δυναμικό πεδίο, όπου το μαζικό και το εναλλακτικό εναλλάσσονται διαρκώς. Το μεγάλο μειονέκτημά της είναι ότι έχει καταστεί αναφαίρετο δικαίωμα για ορισμένους, που μέσα από αυτό ενισχύουν τα πολλά κεκτημένα της νεότητας και προσπαθούν σε ορισμένες περιπτώσεις να την επεκτείνουν επ' αόριστον, μη αναλογιζόμενοι το κόστος που μπορεί να έχει για τους άλλους, γι' αυτούς που η νεότητα είναι απλώς μια φάση της ζωής».