ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ, την ημέρα που η Χάρις Αλεξίου ανακοίνωσε διακριτικά ότι αποσύρεται από το τραγούδι, αποδεχόμενη το γεγονός ότι η φωνή της δεν είναι πλέον αυτή που ήταν, ανέβασα τιμής ένεκεν στο Facebook ένα παλιό τραγούδι της από την πρώτη της συνεργασία με τον Μάνο Λοΐζο, το 1973, όταν εκείνη ήταν ακόμα 23 ετών. Κάποιοι που δεν είχαν πάρει χαμπάρι την είδηση ανησύχησαν με την ανάρτηση, υποθέτοντας ότι κάτι κακό (το πιο κακό ίσως) συνέβη με την υγεία της τραγουδίστριας. Αυτά ζούμε την εποχή της ενδόξου διαδικτυακής νεκρολογίας.


Από την άλλη, ήταν όντως σαν να σηματοδοτούσε ένα είδος σημαντικής απώλειας εκείνη η δήλωση, που δικαίως χαιρετίστηκε ως υποδειγματική κίνηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού. Εξάλλου, δεν έχει ανάγκη –υποθέτει κανείς– η ίδια να βολοδέρνει με σπασμένο το βασικό της εργαλείο στο κύκλωμα της νοσταλγίας και των ατέλειωτων επανεμφανίσεων ή σε λούμπεν χώρους και καταστάσεις, όπως έκανε για καιρό, προκειμένου να εξασφαλίσει τον επιούσιο, μια τόσο σπουδαία τραγουδίστρια όπως η αείμνηστη Τζένη Βάνου.

 

Ήταν όντως σαν να σηματοδοτούσε ένα είδος σημαντικής απώλειας εκείνη η δήλωση, που δικαίως χαιρετίστηκε ως υποδειγματική κίνηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού.


Σύμφωνα με το λήμμα της Βικιπαίδειας για την Αλεξίου, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε δηλώσει κάποτε για εκείνη ότι «είναι πολύ μεγάλη καλλιτέχνις και οπωσδήποτε είχε τη θέση της σ' αυτόν τον χώρο. Μου θυμίζει την Μπάρμπαρα Στρέιζαντ, δεν είναι ντόπια υπόθεση».

 

Αν επιχειρούσα μια αντίστοιχη αμερικανική αναλογία, θα έλεγα ότι θα μπορούσε να συγκριθεί ίσως με κάποια σαν την απείρως δημοφιλή για δεκαετίες Λίντα Ρόνσταντ, η οποία ερμήνευσε με τεράστια επιτυχία ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών ειδών και αποχρώσεων (ροκ, κάντρι, λάτιν, ακόμα και ελαφριά όπερα), προτού ανακοινώσει πριν από μερικά χρόνια, στην ίδια περίπου ηλικία που βρίσκεται τώρα η Χάρις Αλεξίου, ότι αποσύρεται οριστικά από το τραγούδι, για πολύ σοβαρότερους λόγους όμως, υγείας (πάσχει από προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση, ασθένεια σχετική με τη νόσο του Πάρκινσον).

 

Στην αρχή του περσινού ντοκιμαντέρ για τη ζωή και την καριέρα της με τίτλο Λίντα Ρόνσταντ: Ο ήχος της φωνής μου (Linda Ronstadt: The sound of my voice) ακούγεται η ίδια να λέει, εξηγώντας την πρωτογενή ανάγκη της μετατροπής της ανθρώπινης φωνής σε λυρική ερμηνεία, σε τραγούδι: «Γιατί οι άνθρωποι τραγουδούν; Για τους ίδιους λόγους που το κάνουν και τα πουλιά. Για να προσελκύσουν έναν σύντροφο, για να ιδιοποιηθούν έναν χώρο ή απλώς για να δώσουν φωνή στο συναίσθημα του να είσαι ζωντανός μια όμορφη μέρα. Οι άνθρωποι τραγουδούν για να μην ξεχάσουν οι επόμενες γενιές όλα αυτά που υπέφερε, ονειρεύτηκε ή αγάπησε η δική τους γενιά».

 

Στο ίδιο λήμμα της ελληνικής Wikipedia σημειώνεται επίσης ότι ο Θάνος Μικρούτσικος έχει δηλώσει πως η Αλεξίου «έγινε η συνισταμένη της συνείδησης του Νεοέλληνα».

 

Αυτό ενδεχομένως σηκώνει μια μεγάλη και ενδιαφέρουσα συζήτηση, σίγουρα πάντως η βαθιά, κοντράλτο ερμηνευτική φωνή στην οποία κατέληξε νωρίς στην καριέρα της, σε συνδυασμό φυσικά με τα κομμάτια που κλήθηκε ή επέλεξε να ερμηνεύσει, αλλά και με τα θερμά, οικεία και γοητευτικά στοιχεία της εμφάνισής της, την έκαναν την πιο φιλική ίσως τραγουδίστρια σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό.

 

Για μένα προσωπικά, αλλά και για πολύ κόσμο με μελαγχολική προδιάθεση, είναι σίγουρα η πιο οικεία από τους διάσημους Έλληνες ερμηνευτές. Μία φορά μόνο την είχα δει «ζωντανά», αν και δεν νομίζω ότι μετράει, σε εκείνη τη συναυλία που είχε γίνει στο Καλλιμάρμαρο τον Σεπτέμβρη του 2009 στη μνήμη του Στέλιου Καζαντζίδη, με τη συμμετοχή της αφρόκρεμας του ελληνικού τραγουδιού (Μαρινέλλα, Γιώργος Νταλάρας, Δημήτρης Μητροπάνος, Γλυκερία και Πασχάλης Τερζής). Η συναυλία διακόπηκε άδοξα λόγω καταρρακτώδους βροχής, θυμάμαι όμως την Αλεξίου να εμφανίζεται στη σκηνή με ομπρέλα και να ερμηνεύει το «Αγριολούλουδο».


Μπορεί κανείς, βέβαια, να πει ότι οι εμφανίσεις της τελείωσαν για πάντα, η φωνή της όμως εξακολουθεί να ακούγεται παντού. Αλλά πού ακριβώς ακούγεται; Όταν ήμουν μικρός, πράγματι ακουγόταν παντού: στα ραδιόφωνα, στις ταβέρνες, στα καφενεία, παντού. Σήμερα έχει κανείς την αίσθηση ότι ακόμα και τόσο επιφανείς ερμηνευτές ακούγονται κυρίως μόνο κατ' ιδίαν ή σε κάτι εκλεκτικά ξενυχτάδικα, όπως ο Αρχάγγελος ή ο Μπάτμαν, κι αυτών η τύχη όμως μοιάζει επισφαλής στις νέες, απαγορευτικές συνθήκες που έχει επιβάλει η πανδημία στους μικρούς, κλειστούς χώρους ψυχαγωγίας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.