YΓΕΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ, τηλεργασία με ανοιχτές κάμερες, κινητές εφαρμογές που θα καταγράφουν το ιστορικό εγγύτητας του κινητού μας τηλεφώνου με τα κινητά άλλων, με σκοπό να υπάρχει δυνατότητα ενημέρωσης όσων βρέθηκαν κοντά σε ένα νέο κρούσμα του ιού τις μέρες που αυτό θεωρείται μεταδοτικό, η τηλεκπαίδευση αλλά και η επιβολή περιοριστικών μέτρων έχουν επαναφέρει στην επικαιρότητα το φάντασμα του Μεγάλου Αδελφού.


Η πανδημία άλλαξε άρδην την καθημερινότητά μας όπως την ξέραμε. Γι' αυτό στη δημόσια σφαίρα ήδη συζητείται πολύ το ότι η χρήση αυτών των δεδομένων ενέχει τον τεράστιο κίνδυνο παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή καθώς και το ότι, με πρόσχημα την προστασία της δημόσιας υγείας, είναι πιθανό να ανασταλεί το ιατρικό απόρρητο.


Κινδυνεύουν, τελικά, οι ατομικές ελευθερίες από τον κορωνοϊό; Τρεις κορυφαίοι συνταγματολόγοι, ο Αντώνης Μανιτάκης, ο Γιώργος Σωτηρέλης και ο Ξενοφών Κοντιάδης απαντούν στη LiFO.

 

Όπως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η επιβολή σοβαρών περιορισμών στις ατομικές ελευθερίες θεμελιώθηκε στην προτεραιοποίηση της δημόσιας ασφάλειας, έτσι και η 11η Μαρτίου 2020, ημέρα κήρυξης της πανδημίας, μπορεί να αποτελεί το ορόσημο για την επιβολή ενός νέου βιοπολιτικού παραδείγματος, του οποίου η ασφυκτική επιτήρηση των ατομικών φρονημάτων και των κοινωνικών συμπεριφορών θα έκανε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ακολούθησαν τις τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου να θεωρούνται ελάσσονος σημασίας.

 

Αντώνης Μανιτάκης

Oμότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και κοσμήτορας Νομικής του Πανεπιστημίου «Νεάπολις» Πάφου

 

«Η πανδημία ανάμεσα στο Δίκαιο και στην Ηθική, με τη ζωή ως συνταγματική αξία»

Τα περιοριστικά για τις ελευθερίες μας μέτρα με σκοπό την προφύλαξη από τον κορωνοϊό λήφθηκαν σχεδόν σε όλες τις χώρες που έχουν πληγεί, ανάλογα με το συνταγματικό καθεστώς τους και τις πολιτικές ιδιαιτερότητες ή τη συνταγματική παράδοσή τους.
Τα περιοριστικά για τις ελευθερίες μας μέτρα με σκοπό την προφύλαξη από τον κορωνοϊό λήφθηκαν σχεδόν σε όλες τις χώρες που έχουν πληγεί, ανάλογα με το συνταγματικό καθεστώς τους και τις πολιτικές ιδιαιτερότητες ή τη συνταγματική παράδοσή τους.

 

Η κρίση της πανδημίας είναι, πιστεύω, μια μοναδική ευκαιρία να ξανασκεφτούμε, να αναστοχαστούμε πολλά πράγματα θεμελιώδη για την ατομική μας ζωή, την κοινωνική μας συμβίωση και τον πολιτικό μας βίο. Και η ευκαιρία είναι μοναδική ιστορικά, και ανεπανάληπτη, γιατί η νέα θεώρηση του τρόπου της διαβίωσης δεν αφορά μόνο εμάς, τη χώρα μας, αλλά, ταυτόχρονα, τον κόσμο ολόκληρο. Σκεφτόμαστε, όπως σκέφτονται και διερωτώνται, πιθανότατα, πολλοί σαν κι εμάς σε ολόκληρη την υφήλιο. Η σκοπιά μας είναι εκ των πραγμάτων οικουμενική, με προοπτική νέας εποχής, με επίκεντρο και παράδειγμα φυσικά τον δικό μας, ιδιαίτερο κόσμο του μικρού και ταλαίπωρου τόπου μας.


Ευκαιρία, επομένως, για όλους μας να στοχαστούμε τα θεμελιώδη και καθημερινά του ατομικού και κοινωνικού μας βίου, αρχίζοντας από αυτά που βιώνουμε και ξέρουμε καλύτερα λόγω της καθημερινής ή εξειδικευμένης ενασχόλησής μας. Υπάρχει ένας κοινός τόπος. Με την πανδημία εκείνο που κυρίως τέθηκε υπό διακινδύνευση είναι ζωή μας, η βιολογική μας ύπαρξη, η ατομική και κοινωνική μαζί. Η επιβίωση, η διαβίωση, ο τρόπος της ζωής μας εν γένει και η συμβίωσή μας μέσα στην κοινωνία με τους άλλους.


Ας ξεκινήσουμε από τα επίκαιρα, από αυτά που απασχόλησαν την κοινή γνώμη και ιδίως του συνταγματολόγους. Και ας συζητήσουμε τις βασικές αιτιάσεις που ξεκινούν από την υπόθεση ότι τα περιοριστικά μέτρα προσβάλλουν, θίγουν τις ελευθερίες μας με τρόπο συνταγματικά αθέμιτο και κατακριτέο, διότι παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλοντας περιορισμούς που δεν είναι αναγκαίοι ούτε ανάλογοι του σκοπού που επιδιώκουν. Οι περιορισμοί αυτοί, ισχυρίζονται, ενδέχεται να οδηγήσουν, αν διατηρηθούν επ' αόριστον, στην εγκαθίδρυση αστυνομικού κράτους.

 

Το ότι σε ορισμένα αυταρχικά, εθνικολαϊκιστικά καθεστώτα χρησιμοποιήθηκαν από την κυβερνώσα παράταξη ως μέσο ή πρόσχημα για την επιβολή αστυνομικού κράτους και πολιτικού εκφοβισμού των αντιπάλων τους δεν αλλάζει τον πρωταρχικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών.


Θα επιχειρήσω να αντικρούσω την αντίληψη αυτή με νομικά, βασικά, επιχειρήματα, παρότι γνωρίζω ότι θα κουράσουν τους μη εξοικειωμένους με νομικούς συλλογισμούς. Θα επιχειρήσω να το κάνω με όσο μπορώ πιο απλούς και κατανοητούς συλλογισμούς. Και θα αφήσω για το τέλος αυτό που θεωρώ το πιο σημαντικό και καινοτόμο που αναδείχτηκε με τον κορωνοϊό: την πρόσληψη της ζωής και της δημόσιας υγείας ως συλλογικών αγαθών συνταγματικά προστατευόμενων όχι μόνο με τη μορφή ενός ατομικού δικαιώματος αλλά και ως συνταγματικές αξίες. Αυτή η οπτική αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν τα ατομικά μας δικαιώματα και τη συνταγματική προστασία τους.

 

Η ματαιόδοξη υποστήριξη της αντισυνταγματικότητας των μέτρων

Τα περιοριστικά για τις ελευθερίες μας μέτρα με σκοπό την προφύλαξη από τον κορωνοϊό λήφθηκαν σχεδόν σε όλες τις χώρες που έχουν πληγεί, ανάλογα με το συνταγματικό καθεστώς τους και τις πολιτικές ιδιαιτερότητες ή τη συνταγματική παράδοσή τους. Είχαν σε όλες τις χώρες καθολικό χαρακτήρα, ήταν γενικά και απρόσωπα, χωρίς πολιτικές ή κοινωνικές διακρίσεις, ήταν προσωρινά, επιβλήθηκαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές και νόμιμες διαδικασίες και είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να σώσουν ζωές, να προλάβουν θανάτους και να περιθάλψουν ασθενείς, εν ενί λόγω να προστατεύσουν τη δημόσια υγεία.


Το ότι σε ορισμένα αυταρχικά, εθνικολαϊκιστικά καθεστώτα χρησιμοποιήθηκαν από την κυβερνώσα παράταξη ως μέσο ή πρόσχημα για την επιβολή αστυνομικού κράτους και πολιτικού εκφοβισμού των αντιπάλων τους δεν αλλάζει τον πρωταρχικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών.

 

Τα μέτρα απέβλεπαν εξάλλου στην προστασία δημόσιων αγαθών, της ζωής και της δημόσιας υγείας, η προστασία των οποίων από επιδημίες ή από λοιμούς και άλλες παρόμοιες διακινδυνεύσεις αποτελούσε ανέκαθεν τη μόνιμη και πρωταρχικής σημασίας φροντίδα κάθε διοίκησης και κάθε κράτους. Η νομοθεσία μας είναι γεμάτη από τέτοιες προβλέψεις. Ακόμα και στο ισχύον Σύνταγμά μας προβλέπονται και δικαιολογούνται ειδικά μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από κάθε είδους διακινδυνεύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, βέβαια, και οι επιδημίες (βλέπε άρθρο 5 παρ. 5Σ και εξ αντιδιαστολής την ερμηνευτική δήλωση υπό την παρ. 5Σ του ίδιου άρθρου, καθώς και την παρ. 5 εδ. 2 του άρθρου 22Σ ερμηνευτική δήλωση, καθώς και ερμηνευτική δήλωση στα άρθρα 22 παρ. 4 και 5Σ ερμηνευτική δήλωση).


Όσον αφορά το είδος, την ένταση και την ένταση ή τη διάρκεια των μέτρων, αυτά καθορίστηκαν, σ' εμάς τουλάχιστον, από τους ειδικούς επιστήμονες. Αυτοί αξιολογούν και σταθμίζουν τόσο την αναγκαιότητα και την καταλληλόλητα όσο και την αναλογικότητα των μέτρων. Ποιος άλλος θα μπορούσε, άραγε, να κρίνει ή να ελέγξει το βάσιμο αυτών των κρίσεων και επιδημιολογικών αξιολογήσεων και να το αμφισβητήσει; Το δικαστήριο; Ποιο και πότε; Εξάλλου, όλες αυτές οι αποφάσεις της αρμόδιας πολιτείας λήφθηκαν σε συνθήκες πλήρους δημοσιότητας, διαφάνειας και δημόσιας λογοδοσίας από μια κυβέρνηση δημοκρατικά νομιμοποιημένη με βάση τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.


Δεν εγκαθιδρύθηκε, πάντως, όπως έφτασαν να ισχυριστούν ορισμένοι, καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Δεν χρειάστηκε να κηρυχτεί η χώρα σε κατάσταση ανάγκης ή σε καθεστώς εξαίρεσης ούτε να ληφθούν μέτρα αναστολής των συνταγματικών ελευθεριών ή να εξοπλιστεί η κυβέρνηση, έστω και προσωρινά, με εξαιρετικές εξουσίες, όπως συνέβη π.χ. στη Γαλλία. Όλα έγιναν σύμφωνα με τις συνταγματικές πρόνοιες.


Για τον λόγο αυτόν θεώρησα, και θεωρώ, κοιτάζοντάς τες και τώρα, εκ των υστέρων, ότι όλες οι αιτιάσεις που είχαν διατυπωθεί τότε εναντίον των μέτρων ήταν παντελώς αβάσιμες, άκαιρες και άτοπες. Παρακινούνταν από έναν ανομολόγητο, αόριστο και αδικαιολόγητο φόβο απειλής των δημοκρατικών και ατομικών ελευθεριών. Η καραντίνα και τα άλλα συνοδευτικά μέτρα υπήρξαν αναγκαία, δικαιολογημένα, τεκμηριωμένα επιστημονικά και συνταγματικά θεμιτά. Πρέπει να είναι κανείς κακόπιστος για να χαρακτηρίσει, αγνοώντας όλα όσα μεσολάβησαν, τα περιοριστικά μέτρα αναντίστοιχα, δυσανάλογα, υπέρμετρα ή ακατάλληλα εν όψει του σκοπού τον οποίο επιδίωκαν, για να χρησιμοποιήσω όρους και σκεπτικό της πάγιας συνταγματικής νομολογίας μας.

 

Να μην ξεχνάμε ότι η ζωή, μαζί με την αξία του ανθρώπου ως προσώπου, είναι αστάθμητα αγαθά. Δεν αντισταθμίζονται με κανένα άλλο.
Να μην ξεχνάμε ότι η ζωή, μαζί με την αξία του ανθρώπου ως προσώπου, είναι αστάθμητα αγαθά. Δεν αντισταθμίζονται με κανένα άλλο.

 

Η εγωκεντρική πρόσληψη της ζωής ως δικαιώματος

Αν βασιστώ στην κρατούσα αντίληψη για τη ζωή, όπως την αντιμετωπίζει τουλάχιστον το Δίκαιο και το Σύνταγμα και όπως την αντιμετωπίζουν όσοι υποστήριξαν την αντισυνταγματικότητα των μέτρων, η ζωή είναι ένα δικαίωμα ατομικό του καθενός μας, δικαίωμα που το έχει και το απολαμβάνει κάθε αυτόνομο, αυτεξούσιο και υπεύθυνο άτομο. Έτσι, θεωρούμε ότι έχουμε δικαίωμα στη ζωή και στον θάνατο, δικαίωμα να θέτουμε τέρμα στη ζωή μας και, υπό προϋποθέσεις, να ζητούμε την ευθανασία μας, δικαίωμα στην άμβλωση και στην τεκνοποιία, στη φυσική και τεχνητή αναπαραγωγή, ακόμα και στην κλωνοποίηση. Άρα, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η ζωή είναι κτήμα του εαυτού μας και μπορούμε, καταρχήν, να την κάνουμε ό,τι θέλουμε, να ζούμε όπως θέλουμε, να την ορίζουμε, να τη διαθέτουμε, να την περιορίζουμε, να την περιφρουρούμε ή και να την περιφρονούμε και γενικά να τη μεταχειριζόμαστε ως εσαεί κτήτορές της.


Η προηγούμενη αντίληψη εικονογραφεί, τελικά, αυτό που στην πολιτική θεωρία ένας Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος, ο Μακφέρσον, αποκάλεσε στα μέσα του 20ού αιώνα «κτητικό φιλελευθερισμό». Το άτομο εκλαμβάνεται ως ένα υποκείμενο κτητικό, θεωρείται το κύτταρο της κοινωνίας, η ιδεατή λογική αφετηρία των πάντων και κάθε οργανωμένης κοινωνίας. Ο ατομισμός υπήρξε το συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Το είδωλό του προσκύνησαν και υπηρέτησαν όλα τα φιλελεύθερα και κάθε είδους φιλελεύθερη ιδεολογία.
Ωστόσο, η ειδωλολατρία του ατόμου οδήγησε και νομιμοποίησε ως έκτρωμα και παρενέργεια τον ατομικισμό, το εγωκεντρικό και εγωιστικό άτομο που ζει αδιαφορώντας για τους άλλους, τους διπλανούς του και την κοινωνία. Το δικαιωματούχο άτομο έχει, σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, μόνο δικαιώματα απέναντι στο κράτος και στην κοινωνία, χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις και ευθύνες, χωρίς να αισθάνεται ότι οφείλει κι αυτό κάτι απέναντι στο κράτος και την κοινωνία, ότι ζει χάρις σε αυτά τα δύο και με αυτά μαζί. Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ίδια η ζωή και η διαβίωσή του εξαρτώνται από αυτά.


Αυτήν την κυριαρχία της δικαιωματοκρατικής αντίληψης ήρθε, πιστεύω, να κλονίσει η πανδημία με αφορμή την υπαρξιακή διακινδύνευση της ζωής και της υγείας μας. Όχι βέβαια για να την καταργήσει ούτε για να την εκμηδενίσει ή να υποβαθμίσει τα συνταγματικά μας δικαιώματα ή τις ελευθερίες, όπως φοβούνται ορισμένοι ιδεολόπληκτοι ή ιδεοληπτικοί. Αλλά για να υποδείξει και να υπενθυμίσει ότι η άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πραγματώνεται εν κοινωνία, στο πλαίσιο και εντός μιας οργανωμένης και εύτακτης πολιτείας. Ότι η άσκησή τους συνεπαγόταν και συνεπάγεται πάντα περιορισμούς που ορίζονται από τον νόμο. Η προστασία τους τελεί υπό την επιφύλαξη του νόμου. Η συνταγματική προστασία τους είναι σχετική, όπως τόνιζε ο Μάνεσης, ο πλέον αυθεντικός στη χώρα μας εκπρόσωπος του κρατικού θετικισμού. Η προσωπική ελευθερία είναι μεν απαραβίαστη και δεν επιδέχεται περιορισμούς «παρά μόνον όταν και όπως ο νόμος ορίζει» (άρθρο 5 παρ. 3Σ).


Τελικά, πιστεύω ότι ο κορωνοϊός και τα περιοριστικά μέτρα που τον ακολούθησαν δεν απειλούν, όπως δείχνουν και τα πράγματα, το δημοκρατικό πολίτευμα ούτε το κλονίζουν περισσότερο απ' όσο το απειλούν και απεργάζονται τα τελευταία χρόνια τον εκφυλισμό του και ενδεχομένως τη σταδιακή εγκαθίδρυση ενός ιδιότυπου δημοκρατικού αυταρχισμού κυβερνητικά σχήματα που κυβερνούν στην Ουγγαρία, στην Τουρκία ή στις ΗΠΑ και αλλού στον κόσμο. Αφήνω κατά μέρος τα πολιτικά καθεστώτα της Ρωσίας ή της Κίνας, χώρες που δεν μπορούν να απαλλαγούν από το ολοκληρωτικό, δεσποτικό παρελθόν τους.


Η ανάδειξη της ζωής ως συνταγματικής αξίας και η συμφιλίωση του Δικαίου με την Ηθική

Ο κορωνοϊός μάς έδειξε, ωστόσο, και μας δίδαξε ταυτόχρονα με τρόπο τρομακτικό και τραγικό ότι η ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα εγωιστικό δικαίωμα του ατόμου αλλά και ως υψίστης σημασίας αγαθό. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί μια ανεκτίμητης αξίας προσωπικό, κοινωνικό και πανανθρώπινο αγαθό. Που οφείλουμε όλοι μας, ως αυτόνομα, ενσυνείδητα και υπεύθυνα όντα, να τη σεβόμαστε και να την προφυλάσσουμε. Η προστασία της και ο σεβασμός της ως υπέρτατης αξίας αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, όπως ρητά επιτάσσει άλλωστε το Σύνταγμά μας (άρθρο 2 παρ. 1Σ), μαζί με άλλα συντάγματα του κόσμου, μετά την τρομακτική εμπειρία του φασιστικού ολοκληρωτισμού. Ο σεβασμός της ζωής ως αξίας ταυτίζεται με τον σεβασμό της ίδιας της αξίας του ανθρώπου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται βέβαια και η ελευθερία του προσώπου. Η ανθρώπινη ζωή είναι η ίδια, πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα, ελευθερία. Έτσι την αντιλαμβάνεται και την προστατεύει το Δίκαιο. Δεν νοείται πλέον στον πολιτισμό μας, μετά την κατάργηση της δουλείας, ανθρώπινη ζωή χωρίς ελευθερία. Ζωή χωρίς πρόσωπο και πρόσωπο χωρίς ζωή για το Δίκαιο δεν υπάρχει. Το κυοφορούμενο π.χ. είναι ζωή εν εξελίξει και γίνεται πρόσωπο μόλις γεννηθεί. Ο κλινικά νεκρός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο εν ζωή. Η ανθρώπινη ζωή, η ζωή του ανθρώπινου είδους προστατεύεται ως ζωή προσώπων.


Για τον λόγο αυτόν και ο σεβασμός της ζωής του ανθρώπου και κάθε ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Υποχρέωση νομική για το κράτος. Για τους πολίτες, όμως, κυρίως ηθική. Οι πολίτες οφείλουν, έχουν καθήκον να σέβονται τη ζωή των άλλων, να μην την προσβάλλουν, να μην τη βλάπτουν, να τη σέβονται. Οφείλουν να τη νοιάζονται και να φροντίζουν για την προστασία της συνδράμοντάς, στο μέτρο του δυνατού, τους νοσούντες ή όσους κινδυνεύουν να τη χάσουν και χρειάζονται τη φροντίδα και την επείγουσα βοήθειά μας.


Μπορεί η φροντίδα για τη ζωή και την υγεία των πλησίον μας να μην είναι νομική υποχρέωση, αποτελεί όμως, σίγουρα, ένα ηθικό καθήκον ανθρώπινης αλληλεγγύης. Που εκδηλώνεται, ευτυχώς, χωρίς νομικό καταναγκασμό.


Στον σεβασμό της ζωής και στην προστασία της υγείας των ανθρώπων συναντιέται το Δίκαιο με την Ηθική. Ο νομικός καταναγκασμός με το καθήκον και την ευθύνη του καθενός. Το ένα συμπληρώνει ή ενισχύει το άλλο, χωρίς να απειλεί ή να αρνείται τη γνωσιοθεωρητική αυτονομία του. Ο κορωνοϊός επανασυμφιλίωσε την κοινωνική και ατομική Ηθική με το Δίκαιο και τη νομική επιστήμη. Καιρός ήταν, διότι τον προηγούμενο αιώνα είχαν διαχωριστεί σε δύο στεγανά διαμερίσματα, σε ξεχωριστές σφαίρες της κοινωνικής μας συμβίωσης, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Και αυτό αποτελεί μεγάλο κέρδος για την ατομική και κοινωνική συμπεριφορά μας. Μας εξαναγκάζει να δούμε τη ζωή αλλά και την υγεία, τη δημόσια και την ιδιωτική, και κατ' επέκταση και την κοινωνική μας ασφάλεια ως δημόσια αγαθά. Να τα περιθάλψουμε και να τα αντιμετωπίσουμε ως συνταγματικές αξίες και όχι μόνο ως ατομικά δικαιώματα, που τα βλέπαμε ως τώρα.


Δείγμα φωτεινό και ελπιδοφόρο η εκούσια και εν πολλοίς αυτόβουλη συμμόρφωση των πολιτών στα περιοριστικά των ελευθεριών μέτρα. Συμπεριφορά που αποτέλεσε έκπληξη για πολλούς από μας, όσοι αντιμετωπίζαμε την ελληνική κοινωνία ως κοινωνία κατά βάση της παραβατικότητας και τους Έλληνες ως απείθαρχους, ασυμμόρφωτους, ατίθασους έως αλλεργικούς στη νομιμοφροσύνη, καχύποπτους και δύσπιστους απέναντι στο κράτος.


Είναι αλήθεια ότι η καθολική συμμόρφωση των κατοίκων αυτής της χώρας στα πρωτοφανή μέτρα οφείλεται, κυρίως, στον φόβο που προκάλεσε για τη ζωή τους και την υγεία τους ο θανατηφόρος ιός. Προφανώς. Είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τους οδήγησε τόσο εύκολα και τόσο καθολικά στη συμμόρφωση. Θα ήταν όμως λάθος αν την ειδυλλιακή αυτή εικόνα την αποδίδαμε μόνο στον φόβο και στο ένστικτο. Δεν είναι, πάντως, η απειλή και το φόβητρο του προστίμου και των κυρώσεων που έφεραν αυτά τα αποτελέσματα. Η απειλή κυρώσεων, και μάλιστα αυστηρών, δεν φέρνει από μόνη της τέτοια και τόση συμμόρφωση, που εν πολλοίς ήταν οικειοθελής και αυτόβουλη.


Η τεράστια πλειονότητα των πολιτών συμμορφώθηκε και πειθάρχησε, διότι πείστηκε ως προς την αναγκαιότητα και καταλληλότητα των μέτρων. Κατάλαβαν ότι ήταν προς το συμφέρον τους και ότι μια υπεύθυνη συμπεριφορά απ' όλους ήταν η πρέπουσα και επιβεβλημένη. Πείστηκαν από τον επεξηγηματικό, ήπιο και τεκμηριωμένο λόγο των ειδικών, από τις καθημερινές νουθεσίες τους, τις προτροπές και τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις στην ατομική και κοινωνική υπευθυνότητά τους. Όταν η εξουσία σε αντιμετωπίζει ως έλλογο και υπεύθυνο άτομο και σου μιλά δημόσια με ειλικρίνεια και διαφάνεια, όταν προσπαθεί να σε πείσει με επιχειρήματα, αντί να σε εκφοβίσει με κυρώσεις, τότε ο νομικός καταναγκασμός περιττεύει. Η πλειονότητα των ατόμων πειθαρχεί αυτόβουλα. Αυτοπειθάρχησε.


Η πανδημία δεν είναι μόνο δυστυχία αλλά και ευκαιρία για μια υπεύθυνη και κοινωνικά αλληλέγγυα στάση ζωής

Άρα η επιτυχία των μέτρων οφείλεται στο ότι η συμμόρφωση στηρίχτηκε στην ατομική και κοινωνική ευθύνη όλων μας και στη συναίσθηση της κοινωνικής και προσωπικής αλληλεγγύης που καλλιεργήθηκε εξαιτίας της πανδημίας από την πλειονότητα του πληθυσμού.


Η συναίσθηση της αλληλέγγυας υπευθυνότητας και της εκπλήρωσης ενός καθήκοντος σεβασμού απέναντι στην αξία της ανθρώπινης ζωής φώτισε ερμηνευτικά τις θετές διατάξεις του Συντάγματος, που αξιώνει απ' όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του «χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης» (άρθρο 25 παρ. 5Σ), όπως απαιτεί παράλληλα και ταυτόχρονα «τον απόλυτο σεβασμό της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας όλων όσοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια» (άρθρο 5 παρ. 2Σ), ενώ επιτάσσει ρητά στο κράτος να «μεριμνά για την υγεία των πολιτών (άρθρο 21 παρ. 3Σ) και να παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την «αντιμετώπιση καταστάσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία» (άρθρο 22 παρ. Σ).


Στους εφαρμοστές και ερμηνευτές του Συντάγματος εναπόκειται να εμφυσήσουν στις ερμηνευόμενες συνταγματικές διατάξεις, αναζητώντας το πραγματικό τους νόημα, την πνοή που εκπέμπουν οι συνταγματικές αξίες οι οποίες εμπεριέχονται ενθυλακωμένες σε αυτές.
Τις απαξιωμένες και περιφρονημένες από τον νομικό θετικισμό αόριστες έννοιες της «αξίας του ανθρώπου», της «ελευθερίας», της «δικαιοσύνης», της «κοινωνικής αλληλεγγύης», της «ζωής», της «δημόσιας υγείας», της «κοινωνικής ασφάλειας» ή ακόμα και του «γενικότερου οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος» χρειάζεται να τις ανυψώσουμε μαζί με άλλες όμοιες, όπως εκείνες της ατομικής και πολιτικής αυτονομίας ή της ίσης ελευθερίας, στο βάθρο των συνταγματικών αξιών, πλάι στις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος. Για να λειτουργήσουν και αυτές, όπως και εκείνες, ως ύπατα ερμηνευτικά κριτήρια ή ως γνώμονες κατά τη στάθμιση συγκρουόμενων δικαιωμάτων ή δημόσιων αγαθών.


Και να μην ξεχνάμε ότι η ζωή, μαζί με την αξία του ανθρώπου ως προσώπου, είναι αστάθμητα αγαθά. Δεν αντισταθμίζονται με κανένα άλλο.

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών

Τα ατομικά δικαιώματα την εποχή της πανδημίας

Η «παραβίαση του Συντάγματος» είναι γενικώς μια κατηγορία που εκτοξεύεται πολύ εύκολα, ακόμη και από αυτούς που αγνοούν τα στοιχειώδη ως προς τις προβλέψεις του.
Η «παραβίαση του Συντάγματος» είναι γενικώς μια κατηγορία που εκτοξεύεται πολύ εύκολα, ακόμη και από αυτούς που αγνοούν τα στοιχειώδη ως προς τις προβλέψεις του.


Μία από τις παράπλευρες απώλειες της πανδημίας είναι αναμφίβολα ο δραστικός περιορισμός πολλών ατομικών δικαιωμάτων. Η ελευθερία των φυσικών κινήσεων (δικαιώματα κίνησης εντός της χώρας καθώς και εισόδου και εξόδου από αυτήν), η οικονομική ελευθερία και τα δικαιώματα συνάθροισης, λατρείας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων είναι αναμφισβήτητα τα δικαιώματα που δοκιμάστηκαν περισσότερο με βάση τα μέτρα που έλαβε η ελληνική πολιτεία κατόπιν υποδείξεων των αρμόδιων επιστημόνων από τον χώρο της υγείας.
Απέναντι στα μέτρα αυτά εκδηλώθηκαν ποικίλες αντιδράσεις με μόνιμη επωδό την «αντισυνταγματικότητα», στην οποία φαίνεται να συγκλίνουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σχεδόν όλοι οι διαφωνούντες, είτε είναι επιρρεπείς στη συνωμοσιολογία –η οποία οργιάζει αυτόν τον καιρό–, είτε πιστεύουν ότι το θέμα του κορωνοϊού έχει μεγαλοποιηθεί επιτηδείως, είτε απλώς υποστηρίζουν ότι οι επιπτώσεις της πανδημίας, λόγω επιδείνωσης της οικονομίας, θα είναι μακροπρόθεσμα πολύ πιο επικίνδυνες.


Η «παραβίαση του Συντάγματος» είναι γενικώς μια κατηγορία που εκτοξεύεται πολύ εύκολα, ακόμη και από αυτούς που αγνοούν τα στοιχειώδη ως προς τις προβλέψεις του. Αυτή η τακτική, που ξεκίνησε από την εποχή της κρίσης και συνεχίζεται σήμερα, με την πανδημία, συνδέεται με το φαινόμενο του «συνταγματικού λαϊκισμού» που ανθεί τα τελευταία χρόνια (ως απόρροια του ευρύτερου φαινομένου του λαϊκισμού) και συνοψίζεται στο να χαρακτηρίζεται συλλήβδην «αντισυνταγματικό» καθετί με το οποίο διαφωνούμε πολιτικά.


Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να μας οδηγεί στο άλλο άκρο, όπως επίσης έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια. Εξίσου επικίνδυνη με την ακατάσχετη «αντισυνταγματολογία» και τον «λαϊκισμό των δικαιωμάτων» είναι και η λογική του «συνταγματικού μιθριδατισμού», δηλαδή το να συνηθίζουμε σιγά-σιγά και σε δόσεις την παραβίαση του Συντάγματος στο όνομα του «δικαίου της ανάγκης» και εν τέλει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε οποιοδήποτε μέτρο το οποίο η κρατική εξουσία κρίνει επιβεβλημένο να επιβάλει στο όνομά μας, αλλά ερήμην μας και ερήμην του Συντάγματος.

 

Είναι όλα τα μέτρα που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το Σύνταγμα; Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί να είναι ούτε μονοσήμαντη ούτε συνολική και αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν ιδίως όσοι αρέσκονται σε θέσφατα και σε «αξιωματικές» τοποθετήσεις, υποτιμώντας ή ξορκίζοντας την ασκούμενη κριτική.


Αυτή η τελευταία επισήμανση θέτει, νομίζω, το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις ως προς τους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων λόγω πανδημίας. Ειδικότερα:


Όταν αναφερόμαστε σε ατομικά δικαιώματα δεν εννοούμε δικαιώματα όπως τα αντιλαμβάνεται ο καθένας μας –με βάση τις δικές του πολιτικές, φιλοσοφικές και κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις– αλλά δικαιώματα που ισχύουν επειδή τα προβλέπει το Σύνταγμα αλλά και όπως τα ορίζει το Σύνταγμα (το οποίο το εννοούμε με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή σε συνδυασμό με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Με αυτό το δεδομένο πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι δεν υπάρχουν απόλυτα δικαιώματα. Όλα υπόκεινται σε περιορισμούς, οι οποίοι όμως με τη σειρά τους δεν είναι απόλυτοι, καθώς το Σύνταγμα επιβάλλει και «περιορισμούς των περιορισμών». Ως εκ τούτου, το να προσεγγίσουμε το πραγματικό περιεχόμενο των ατομικών δικαιωμάτων –δηλαδή των αμυντικών δικαιωμάτων που προστατεύουν τον χώρο του αυτοκαθορισμού του ανθρώπου απέναντι στην κρατική και σε κάθε άλλη εξουσία– είναι μια δύσκολη και σύνθετη άσκηση, που δεν αφήνει περιθώριο για απλουστευτικές και σχηματικές προσεγγίσεις.

 

Με βάση τα ανωτέρω, το ζήτημα της συνταγματικής αποτίμησης των προναφερθέντων μέτρων τίθεται στην ακόλουθη βάση:

 

Α. Υπήρχε πράγματι κρίσιμος συνταγματικός λόγος για να επιβληθούν μέτρα κατά της πανδημίας; Η απάντηση είναι αναμφισβήτητα θετική. Η πανδημία θέτει εξ ορισμού σοβαρό πρόβλημα προστασίας αφενός μεν της ζωής και της υγείας, αφετέρου δε του «δημόσιου συμφέροντος» (όχι υπό την έννοια του «κρατικού» αλλά του «γενικότερου» συμφέροντος). Ως εκ τούτου, επί της αρχής κανείς δεν μπορεί, νομίζω, να αμφισβητήσει, πρώτον ότι υπάρχει πεδίο εφαρμογής των δύο αυτών σημαντικότατων γενικών περιορισμών των δικαιωμάτων και δεύτερον ότι μπορούν να επιβληθούν, με επίκληση αυτών των συνταγματικών περιορισμών, ακόμη και αυστηρά μέτρα σαν αυτά που επιβλήθηκαν.


Β. Είναι όλα τα μέτρα που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το Σύνταγμα; Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί να είναι ούτε μονοσήμαντη ούτε συνολική και αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν ιδίως όσοι αρέσκονται σε θέσφατα και σε «αξιωματικές» τοποθετήσεις, υποτιμώντας ή ξορκίζοντας την ασκούμενη κριτική (η οποία είναι εξαιρετικά χρήσιμη, στο μέτρο βέβαια που είναι τεκμηριωμένη και αποφεύγει τον στείρο καταγγελτισμό). Από κει και πέρα, πρέπει να αποσαφηνιστεί προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν νοούνται κατά το Σύνταγμα μέτρα που συνεπάγονται μια γενική απαγόρευση άσκησης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων, διότι οι περιορισμοί είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Για να κριθούν, λοιπόν, συνταγματικά αυτά τα μέτρα, πρέπει να εισάγουν θεμιτούς κατά το Σύνταγμα περιορισμούς, δηλαδή περιορισμούς που είναι αποτέλεσμα λεπτών και προσεκτικών σταθμίσεων ως προς το κάθε δικαίωμα χωριστά. Οι σταθμίσεις αυτές, παρότι βασίζονται σε επιστημονικά κριτήρια, ενέχουν βεβαίως και ένα στοιχείο υποκειμενικότητας. Αφορούν, δε, σύμφωνα με τα παραπάνω όχι το ζήτημα της αρχής (το αν μπορούν να επιβληθούν οι περιορισμοί) αλλά την έκταση και τη χρονική διάρκεια (το πώς μπορούν να εφαρμοστούν οι περιορισμοί). Ειδικότερα, οι σταθμίσεις αυτές πρέπει να εστιάζονται:


α) στην αιτιολογία ως προς την προστασία των δικαιωμάτων των άλλων και του γενικότερου συμφέροντος, που πρέπει να είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, με βάση τα πορίσματα της επιστήμης,


β) στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, ώστε οι περιορισμοί να είναι αναγκαίοι και πρόσφοροι και να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο,


γ) στη συνεχή επικαιροποίηση των μέτρων σε συνάρτηση με την εξέλιξη της πανδημίας αλλά και τις γενικότερες επιστημονικές εξελίξεις ως προς αυτήν,


δ) στην ισόρροπη, στο μέτρο του εφικτού, ικανοποίηση όλων των συγκρουόμενων δικαιωμάτων.


Γ. Φυσικά, ο χώρος δεν μας επιτρέπει να επιχειρήσουμε μια ολοκληρωμένη αποτίμηση για κάθε μέτρο χωριστά. Ως εκ τούτου, θα αρκεστούμε καταρχήν στα παραπάνω κριτήρια, θεωρώντας ότι οριοθετούν, σε πολύ αδρές γραμμές, το συνταγματικό πλαίσιο βάσει του οποίου πρέπει να γίνεται μια νηφάλια και αποστασιοποιημένη από φανατισμούς και σκοπιμότητες προσέγγιση. Ωστόσο, θεωρώ σκόπιμες τρεις γενικές επισημάνσεις:


α. Η πρώτη επισήμανση αφορά την κυβέρνηση. Ενώ τα πρώτα μέτρα είναι φανερό ότι κινήθηκαν κατά βάση προς την κατεύθυνση μιας προσεκτικής, υπεύθυνης και συνταγματικά ευαίσθητης πολιτικής απέναντι στην πανδημία, το τελευταίο διάστημα φαίνεται ότι κερδίζουν έδαφος κάποιες επικοινωνιακές σκοπιμότητες που συνοδεύονται από αγνόηση ή υποτίμηση των δικαιωμάτων ως κρίσιμων παραμέτρων της όποιας κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό είναι πλέον έκδηλο ιδίως στον χώρο της παιδείας, όπου η βασική μέριμνα της υπουργού φαίνεται πως είναι η προσωπική προβολή και όχι τα δικαιώματα (αναφέρομαι ιδίως στη διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων αλλά και της ελεύθερης πρόσβασης στην εκπαίδευση). Αλλά και στον χώρο της δημόσιας τάξης είναι ορατό πλέον το επικοινωνιακό παιχνίδι «νόμος και τάξη» που παίζεται με αφορμή την «εξέγερση» των «παραβατών» και οδηγεί σε αναζωπύρωση του διαπιστωμένου ήδη αυταρχισμού ορισμένων θυλάκων της αστυνομίας.


β. Η δεύτερη επισήμανση αφορά την επίσημη Εκκλησία, της οποίας η στάση είναι δυστυχώς εντελώς απογοητευτική σε σύγκριση με το Πατριαρχείο και με όλες σχεδόν τις άλλες Εκκλησίες. Πράγματι, η εικόνα που αναπαράγεται διαρκώς από τη μεγάλη πλειονότητα του Κλήρου είναι ότι η Εκκλησία αντιμετωπίζεται όχι μόνο «αντισυνταγματικά» αλλά και δυσμενώς, παρότι τα μέτρα στους χώρους λατρείας άργησαν απαραδέκτως να εφαρμοστούν κατά μία –κρίσιμη ίσως για κάποιες ζωές– εβδομάδα (λόγω της ανεύθυνης στάσης πολλών ιεραρχών). Από αυτή την άποψη είναι να ανατριχιάζει και συνάμα να μελαγχολεί κανείς διαβάζοντας τις «επιστημονικές» δηλώσεις περί Θείας Κοινωνίας της λοιμωξιολόγου κ. Γιαμαρέλλου αλλά και την εμβριθή «συνταγματική» ανάλυση της πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου, κ. Θάνου (στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» παρακαλώ...), οι οποίες βρήκαν ευκαιρία, ομνύοντας δήθεν στο όνομα των «δικαιωμάτων», να καλλιεργήσουν δημόσιες σχέσεις με τους φανατικούς του εγχώριου εθνοθρησκευτικού φανατισμού και να ρίξουν λάδι στη φωτιά του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας, αντί να συμβάλουν, ως όφειλαν, στην πραγματική προστασία των δικαιωμάτων των πιστών από την πανδημία...


γ. Η τρίτη επισήμανση αφορά την αναγκαιότητα να αρχίσουμε να εστιάζουμε πλέον και στα κοινωνικά δικαιώματα. Όχι μόνο διότι το αντικείμενό τους, δηλαδή η κοινωνική προστασία απέναντι στις οικονομικές επιπτώσεις της δοκιμασίας, θα αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα όσο θα επιτείνεται η προϊούσα οικονομική κρίση αλλά και διότι η ικανοποίησή τους αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθούν ανεκτοί, από ένα σημείο και μετά, ορισμένοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων (ιδίως των οικονομικών δικαιωμάτων). Επειδή, δε, τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται με τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας, θα πρέπει να καταστεί σαφές αφενός μεν ότι η πραγμάτωσή τους προϋποθέτει, κατ' ανάγκην, αναδιανομή εισοδήματος, αφετέρου δε ότι η αναδιανομή αυτή πρέπει να γίνει δίκαια και όχι με επιβάρυνση των συνήθων υποζυγίων. Προς την κατεύθυνση, δε, αυτήν η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, δέκα χρόνια πριν, πρέπει να αποτελέσει ένα εξαιρετικά χρήσιμο παράδειγμα. Προς αποφυγήν...

 

Ξενοφών Κοντιάδης

Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου

Κατ' επίκληση του κινδύνου εξάπλωσης μιας νέας πανδημίας, η παραβίαση της ιδιωτικότητας με τις τεχνικές της βιομετρικής παρακολούθησης ενδέχεται να γίνει αποδεκτή στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας.
Κατ' επίκληση του κινδύνου εξάπλωσης μιας νέας πανδημίας, η παραβίαση της ιδιωτικότητας με τις τεχνικές της βιομετρικής παρακολούθησης ενδέχεται να γίνει αποδεκτή στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας.

 

«Κινδυνεύουν η ιδιωτικότητα και τα προσωπικά δεδομένα;»

Η πανδημία προκαλεί την επιθετική, απροκάλυπτη και διευρυνόμενη λειτουργία ενός προϋπάρχοντος «ηλεκτρονικού πανοπτικού», θέτοντας νέες διακινδυνεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η πανδημία νομιμοποιεί τη συγκρότηση ενός νέου πεδίου βιοπολιτικών εφαρμογών και επιχειρηματικής δραστηριότητας με αντικείμενο την επιτήρηση όσων έχουν νοσήσει (βλ. Ξ. Κοντιάδης, «Πανδημία, βιοπολιτική και δικαιώματα», εκδ. Καστανιώτη, υπό έκδοση, Μάιος 2020).


Η Google, η Apple και η Vodafone κατασκεύασαν εφαρμογές για τα smartphones που εντοπίζουν τις επαφές όσων είναι θετικοί στον Covid-19. Στη Νότια Κορέα η παρακολούθηση του πληθυσμού συνδύασε τα δεδομένα θέσης των smartphones, πληροφορίες από οκτώ εκατομμύρια CCTV κάμερες και δεδομένα τραπεζικών συναλλαγών με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για να ελέγξει την κίνηση των κατοίκων της χώρας. Στην Κύπρο, το υπουργείο Υγείας επεξεργάζεται την τοποθέτηση ηλεκτρονικού βραχιολιού στους ασθενείς.


Σε αρκετά κράτη, ιδίως με αυταρχικά ή ημιαυταρχικά καθεστώτα, όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ισραήλ, εφαρμόζονται τεχνολογίες παρακολούθησης και γεωεντοπισμού των ασθενών και όσων ήρθαν σε επαφή μαζί τους. Στην Κίνα οι πολίτες συγκεκριμένων περιοχών υποχρεώθηκαν να κατεβάσουν στα smartphones τους ειδική εφαρμογή που τους υποδεικνύει αν και πότε επιτρέπεται να μετακινούνται, χωρίς να έχουν δημοσιοποιηθεί ούτε τα κριτήρια ούτε ο τρόπος επεξεργασίας και η διάρκεια διατήρησης των δεδομένων.


Στην Ταϊβάν η παρακολούθηση των μετακινήσεων των πολιτών πραγματοποιείται επίσης μέσω των κινητών τους τηλεφώνων. Τα στοιχεία που συλλέγονται σε όλο και περισσότερες χώρες δεν περιορίζονται σε ιατρικά δεδομένα αλλά με αφορμή την υγειονομική κρίση διευρύνεται και νομιμοποιείται η παρακολούθηση προσωπικών προτιμήσεων, οικονομικών στοιχείων και ατομικών συμπεριφορών, παγιώνοντας τις παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.


Η μετάβαση από την επιτήρηση με τους όρους της παραδοσιακής ηλεκτρονικής παρακολούθησης, που αποσκοπεί, τύποις τουλάχιστον, στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας σε μια νέα εποχή κατά την οποία η βιομετρική παρακολούθηση θα επιτρέπει τελικά την ανίχνευση των ψυχολογικών αντιδράσεων και του «ενδιάθετου φρονήματος» όλων των πολιτών εν ονόματι της δημόσιας υγείας, θα συνιστούσε μια κοσμοϊστορική μεταβολή.


Σε έναν κόσμο όπου η βιομετρική παρακολούθηση θα αξιοποιούνταν σε συνάρτηση με συγκεκριμένα γεγονότα, αποκαλύπτοντας τις ψυχολογικές αντιδράσεις των παρακολουθούμενων, η κυβερνοπειρατεία σε δεδομένα της Cambridge Analytics θα έμοιαζε με μια ξεπερασμένη, απλοϊκή τεχνική. Από τη στιγμή που η παρακολούθηση και το Διαδίκτυο διεισδύουν σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο έλεγχος της πρόσβασης στα δεδομένα μετατρέπεται, με τα λόγια του κοινωνιολόγου Manuel Castells, σε μια μάχη για την ελευθερία.


Κατ' επίκληση του κινδύνου εξάπλωσης μιας νέας πανδημίας, η παραβίαση της ιδιωτικότητας με τις τεχνικές της βιομετρικής παρακολούθησης ενδέχεται να γίνει αποδεκτή στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας, όταν ο αρχαϊκός φόβος έχει επιστρέψει και καλλιεργείται συστηματικά, νομιμοποιώντας την «κρατική τρομοκρατία» μέσω της κατασκευασμένης πραγματικότητας. Τα Κοινοβούλια, οι Ανεξάρτητες Αρχές και η δικαστική εξουσία καλούνται να κάνουν εξαιρετικά κρίσιμες σταθμίσεις για να αξιολογήσουν τη συμβατότητα των παρεμβάσεων αυτών με τα Συντάγματα και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ιδίως τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (βλ. αναλύσεις στο www.syntagmawatch.gr).


Όπως μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η επιβολή σοβαρών περιορισμών στις ατομικές ελευθερίες, ιδίως στην ιδιωτικότητα και στα δικαιώματα των κατηγορουμένων, θεμελιώθηκε στην προτεραιοποίηση της δημόσιας ασφάλειας, έτσι και η 11η Μαρτίου 2020, ημέρα κήρυξης της πανδημίας, μπορεί να αποτελεί το ορόσημο για την επιβολή ενός νέου βιοπολιτικού παραδείγματος, του οποίου η ασφυκτική επιτήρηση των ατομικών φρονημάτων και των κοινωνικών συμπεριφορών θα έκανε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ακολούθησαν τις τρομοκρατικές ενέργειες της 11ης Σεπτεμβρίου να θεωρούνται ελάσσονος σημασίας.