Η μάσκα είναι αντικείμενο που δημιουργεί ανησυχία. Οτιδήποτε κρύβει ένα πρόσωπο, έστω κατά το ήμισυ, συνδέεται με ανασφάλεια και, συχνά, με ύποπτες προθέσεις και σκοτεινές δραστηριότητες. Η μάσκα θεωρήθηκε συνώνυμη του «προσωπείου», της καλύπτρας που μεταμφιέζει κάποιον και έτσι τον καθιστά δύσκολα αναγνωρίσιμο. Ας θυμηθούμε τις μάσκες του βενετσιάνικου καρναβαλιού ως σύμβολα της αινιγματικής περιβολής και ενός υπόγειου ερωτισμού. Ή τις μπαλακλάβες στις διαδηλώσεις των «μαύρων μπλοκ» και το πώς μπορεί να διαχέουν φόβο στους μετριοπαθείς πολίτες και μια άγρια χαρά σε όσους συμμερίζονται, αμέτοχοι παρατηρητές κατά τα άλλα, τις ταραχές. Ας αναλογιστούμε, πάλι, την αξιοσέβαστη φιλοσοφική καταγγελία στο μασκάρεμα, δηλαδή στην υποκρισία, στην αλλοτρίωση ή στην αλαζονική προσποίηση.


Έτσι, λοιπόν, η μάσκα είναι αντικείμενο δίχως καλή φήμη στη φαντασία μας. Η παράδοση που δοξάζει την αγάπη για την αλήθεια και το φως και για τη διαφάνεια οδηγεί κατευθείαν στη λατρεία των ακάλυπτων προσώπων. Κανονικά, ένα γυμνό πρόσωπο είναι πιο αγνό και καθαρό, κάτι που δεν απειλεί τον άλλον. Σε συνθήκες ρουτίνας ή, έστω, ανάλαφρου συγχρωτισμού και άφοβης σωματικής οικειότητας, τα μασκαριλίκια μοιάζουν ασυγχώρητα και φαιδρά. Κάποιος που παίζει θέατρο –χωρίς να βρίσκεται σε χώρο θεάτρου– δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.

 

Μέχρι όμως και τα αναγκαία εξαρτήματα των ανθρώπων της επιστήμης, οι μάσκες των γιατρών και των νοσηλευτών, συνδέθηκαν αυτόν τον καιρό με το στρες και τους βαθύτερους φόβους των ασθενών. Μία από τις εντυπωσιακές ειδήσεις του καιρού ήταν πως σε ορισμένα νοσοκομεία της Ισπανίας (ή της Ιταλίας;) το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό θέλησε να κολλήσει φωτογραφίες των πραγματικών τους προσώπων πάνω στις στολές. Αν δεν φορούσαν τις μάσκες ή τα ειδικά γυαλιά στα μάτια, το ξεσκέπαστα πρόσωπα θα καθησύχαζαν και θα παρηγορούσαν. Γιατί ακόμα και οι απαραίτητες μάσκες φαίνεται πως διατηρούν το διφορούμενο φορτίο τους.

 

Η κοινωνία με τις μάσκες δεν είναι απόδειξη απανθρωπιάς και ψυχρότητας ‒ και ας τη βάζουν κι αυτήν με τα περιβόητα «τσιπάκια» στα μέτρα που σκέφτηκε ο Σατανάς εναντίον της ελευθερίας. Τώρα, και για όσο χρειάζεται, η μάσκα είναι κοινωνικότητα και όχι ακοινωνησία.


Η αλήθεια και η εμπιστοσύνη ακουμπούν σε κάτι που το βλέπουμε ολόκληρο και όχι μισό. Βλέπουμε, παρ' όλα αυτά, τα μάτια των γύρω μας: αυτές οι μάσκες που καλούμαστε τώρα να βάζουμε συχνότερα και εντατικότερα επιτρέπουν το βλέμμα. Τα βλέμματα αφαιρούν ήδη κάτι από την κάλυψη. Και ο αδέξιος, συχνά λάθος και κωμικοτραγικός τρόπος που πολλοί από μας συνδυάζουμε τη μάσκα στο πηγούνι με τη μύτη έξω δείχνει πόσο εύκολα ένα μέτρο προστασίας μετατρέπεται σε χωρίς νόημα αξεσουάρ (ή και επικίνδυνο, με το διαρκές άγγιγμα από τα χέρια μας).

 

Όμως η μάσκα που καλούμαστε τώρα να βάζουμε δεν υπακούει στις παραπάνω περιγραφές. Αν, όπως ξέρουμε, προστατεύει περισσότερο τον άλλον από εμάς (ο καθένας ως δυνητικός φορέας του ιού) παρά το αντίθετο, η μάσκα είναι δείγμα φιλίας και όχι «εχθρότητας». Η κοινωνία με τις μάσκες δεν είναι απόδειξη απανθρωπιάς και ψυχρότητας ‒ και ας τη βάζουν κι αυτήν με τα περιβόητα «τσιπάκια» στα μέτρα που σκέφτηκε ο Σατανάς εναντίον της ελευθερίας.

 

Τώρα, και για όσο χρειάζεται, η μάσκα είναι κοινωνικότητα και όχι ακοινωνησία. Αν στη ζωή που δεν έχει να τη σκοτεινιάζει κάποια επιδημία οι μάσκες μοιάζουν κατά κανόνα είτε με φάρσες είτε με απειλές, τώρα είναι πράξεις ευθύνης. Το αντίθετο της προσποίησης που λέει πως «όλα βαίνουν καλώς» και πως «δεν ήταν και τίποτα». Η αμέριμνη βεβαιότητα πως τίποτα εν τέλει δεν μας απειλεί, δηλαδή αυτή η απόκρουση της μάσκας στο όνομα μιας εθνικής λεβεντιάς ή μιας προσωπικής γενναιότητας, είναι το μεγάλο ψέμα που μπορούμε να πούμε τώρα. Ψέμα στον εαυτό μας και στους άλλους.


Φορώντας μάσκα –ένα άβολο, δύσχρηστο αντικείμενο– σεβόμαστε την αλήθεια μιας συγκεκριμένης κατάστασης και υπολογίζουμε την ευπάθεια των άλλων. Γι' αυτό τελικά, νομίζω, πως το μασκαριλίκι αυτών των ημερών θα προέρχεται από τους αδιάφορους και τους εύθυμα αμασκάρευτους. Οι υπόλοιποι –ελπίζω μια πλειοψηφία– θα καλύπτουν τη μύτη και το στόμα τους, διεκδικώντας ένα καλοκαίρι που δεν θα φέρει περισσότερους θανάτους και δυστυχία.