ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, το 43% των πολιτών δεν ψηφίζει, μάλλον επειδή απαξιώνει το πολιτικό σύστημα, και μάλιστα τους πολιτικούς. Πιστεύει όμως στον Θεό, ευτυχώς, κατά 65%, και το τραγελαφικό ποσοστό του 54% πιστεύει στα θαύματα, σύμφωνα πάντα με τις δημοσκοπήσεις που είναι σε έξαρση τον τελευταίο καιρό λόγω της ανάγκης της κυβέρνησης να μας πείσει ότι ελέγχει τον ιό.

 

Σε μια χώρα, όμως, όπου ο ιός υπήρχε εδώ και χρόνια ‒με άλλη μορφή, αλλά υπήρχε‒, τι πραγματικά άλλαξε ή θα αλλάξει; Σε μια χώρα όπου η αντιπολίτευση δεν υπάρχει ή μάλλον κουράστηκε ή χάθηκε μέσα σε έναν πολύπλοκο αριστερό ελιτισμό που απώθησε τα μπουζουκογενή ορθόδοξα αδέρφια μας, που είναι και η μεγάλη πλειονότητα. Σε μια χώρα όπου βγήκε ο πρωθυπουργός και μας συμβούλεψε να βλέπουμε αλλιώς τα παιδιά που μας φέρνουν την πίτσα ‒ να τους βλέπουμε αλλιώς πώς; Και εδώ μπαίνει το κρίσιμο ερώτημα: μα πώς τους έβλεπε πριν; Δηλαδή πώς μας έβλεπαν οι πολιτικοί πριν; Πώς έβλεπαν τους υπαλλήλους στα σούπερ μάρκετ, πώς έβλεπαν τους καθαριστές, πώς έβλεπαν τους σερβιτόρους, πώς έβλεπαν τους μάγειρες; Πώς βλέπουμε εμείς οι μάγειρες τους πολιτικούς είναι η σωστή ερώτηση, και τι περιμένουμε από αυτούς, ποιο είναι πραγματικά το μέλλον της ελληνικής εστίασης.

 

Πάντως, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καθόλα αρμόδιος για την ανάπτυξη, όντας υπουργός και ουσιαστικά αρμόδιος για το οικονομικό μας μέλλον, ήταν σαφής. «Τι να τα κάνετε τα λεφτά; Θέλετε να γίνετε τριακόσια κιλά;». Οπότε η απάντηση από τα χείλη του υπουργού Ανάπτυξης στο ερώτημα για το μέλλον της ελληνικής εστίασης ήταν ξεκάθαρη: «Σταματήστε να τρώτε».

 

Η οικονομική μαγειρική θα παίζει ρόλο τώρα πια, ο σεφ γίνεται μαγειράκος και ο μαγειράκος μάλλον θα πρέπει να γίνει αγρότης. Η αερολογία του καλλιτεχνο-πιτσιρικοσέφ με νεύρα και γαλλική προϋπηρεσία, που δεν μπορεί να γράψει ένα μενού ή να διαβάσει και να ακολουθήσει ένα απλό «profit & loss xl» πλάνο, δίνει τη θέση του σε τεχνοκρατικής αντίληψης νεο-παραδοσιακό μάγειρα με άποψη στα λειτουργικά κόστη της κουζίνας, που σκέφτεται πολιτικά και προσαρμόζει τον ναρκισσισμό του σε μια υγιεινιστική νόστιμη μαγειρική από το χώμα που πατάει ο καθένας.

 

Θυμάμαι που τον είχα δει τελευταία σε κάποια απονομή γαστρονομικών βραβείων, όπου με περηφάνια μοίραζε τα βραβεία και τις υποσχέσεις για ανάπτυξη στους αγαπημένους του ξενοδόχους, που τόσο τον βοήθησαν προεκλογικά. Αλλαγή μενού τώρα, και μάλιστα βίαιη.

 

Όπως κάποτε ξεκίνησε η οικονομική καταστροφή της χώρας, τετραπλασιάστηκε το δημόσιο χρέος, αλλά με την καλή προπαγάνδα μεταμορφώθηκε σε οικονομικό θαύμα, με έργα κ.λπ., έτσι και σήμερα, σε μια ιδιότυπη κατάσταση κυβερνο-ιού, όπου υπάρχει η αποσάθρωση της εγχώριας γεωργικής παραγωγής (μεθοδευμένα τα τελευταία πολλά χρόνια), η κυβέρνηση μας κάνει πλύση εγκέφαλου καθημερινά με βασικό όπλο τον φόβο του θανάτου. Το έχουμε ξαναδεί το έργο. Στοπ.

 

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον εκατομμύρια μάγειρες, επαγγελματίες και μη, στέλνουν τις συνταγές τους για να μας κάνουν χαρούμενους και χοντρούς μέσα στα κλουβιά μας, νωθρούς από το προζύμι, έτσι ώστε να μην μπορέσουμε να αντιδράσουμε ποτέ. Στο πανηγύρι αυτό συμμετέχουν, ενεργά βέβαια, και όλοι οι trendy ρεμοποιημένοι DJs ανά τον κόσμο που πίνουν νουτέλα, παρτάροντας χαρούμενοι για τους χιλιάδες νεκρούς. Σε μια πανδημία δεν τρώμε για να πεθάνουμε, απλώς τρώμε για να μην πεθάνουμε.

 

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον, λοιπόν, χιλιάδες σεφομαγειροσερβιτόροι και συναφή επαγγέλματα τύπου τζατζικοσόσιαλ μισού κιλού φέτας ανάλατων και άγευστων σελέμπριτι αναρωτιούνται ποιο θα είναι το μέλλον της ελληνικής εστίασης ‒ δεν λέμε της ελληνικής γαστρονομίας, γιατί έτσι και αλλιώς αυτή δεν υπήρξε ποτέ.

 

Τι τις θες, ρε κόσμε, τόσες άδειες γλώσσες, όπως περιγράφει το τραγούδι. Τι κάνουμε, λοιπόν, από δω και πέρα; Δεν μπορούμε να κάμουμε και πολλά πράγματα. Βόλτες, καφέδες, τουμπεκί... Στις ειδήσεις είπαν πάλι εκλογές και γελούν μ' εμάς όλες οι φυλές (το ίδιο τραγούδι το λέει).

 

Ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής εστίασης λοιπόν; Απλώς η αλήθεια, η αλήθεια που έπρεπε να είχαμε έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια, με δυο λόγια: ο μεσάζων και η πολυτέλεια φεύγουν. Η γαστρονομική υπερβολή με σκοπό μόνο τον εντυπωσιασμό δίνει τη θέση της στην ουσία του φαγητού, στην αλήθεια του, ούτε καν στις μνήμες, που είναι και το κλισέ της υπόθεσης.

 

Επιστροφή στην παράδοση; Όχι! Μελέτη και πράξη στην εξέλιξη της παράδοσης, ας δημιουργήσουμε καινούργια, τοπικά προϊόντα, νεο-παραδοσιακά και προσαρμοσμένα. Επιστροφή στην αλήθεια της πρώτης ύλης, αλλά ουσιαστικά. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να μπει η παραγωγική γραμμή σε τάξη, τα εστιατόρια που θα παρέχουν ένα είδος αγροτομαγειρικής θα είναι το επόμενο βήμα. Η νέα τάξη μαγείρων προϋποθέτει λιγότερο Ίνσταγκραμ και περισσότερο χωράφι. Η εύκολη καριέρα στα σόσιαλ μίντια μετατρέπεται ξαφνικά σε κόπο και γνώση.

 

Ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής εστίασης λοιπόν; Απλώς η αλήθεια, η αλήθεια που έπρεπε να είχαμε έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια, με δυο λόγια: ο μεσάζων και η πολυτέλεια φεύγουν. Η γαστρονομική υπερβολή με σκοπό μόνο τον εντυπωσιασμό δίνει τη θέση της στην ουσία του φαγητού, στην αλήθεια του, ούτε καν στις μνήμες, που είναι και το κλισέ της υπόθεσης.

 

Η οικονομική μαγειρική θα παίζει ρόλο τώρα πια, ο σεφ γίνεται μαγειράκος και ο μαγειράκος μάλλον θα πρέπει να γίνει αγρότης. Η αερολογία του καλλιτεχνο-πιτσιρικοσέφ με νεύρα και γαλλική προϋπηρεσία, που δεν μπορεί να γράψει ένα μενού ή να διαβάσει και να ακολουθήσει ένα απλό «profit & loss xl» πλάνο, δίνει τη θέση του σε τεχνοκρατικής αντίληψης νεο-παραδοσιακό μάγειρα με άποψη στα λειτουργικά κόστη της κουζίνας, που σκέφτεται πολιτικά και προσαρμόζει τον ναρκισσισμό του σε μια υγιεινιστική νόστιμη μαγειρική από το χώμα που πατάει ο καθένας. Εμπλοκή του μάγειρα, λοιπόν, στην παραγωγική διαδικασία των πρώτων υλών. (Στο παραδεισονήσι όπου παραδοσιακά παράγουν το μαλακοτύρι να αρχίσουν να παράγουν και το παραδεισοτύρι).

 

Και καταλήγω: για να ανοίξεις φαρμακείο, πρέπει να είσαι φαρμακοποιός, για να ανοίξεις εστιατόριο πρέπει να είσαι απλώς «κακοποιός». Δικαιολογημένα, λοιπόν, το αγαπημένο μας κράτος γίνεται συνέταιρος στα εστιατόριά μας, και μάλιστα μεγαλοσυνέταιρος, όχι αστεία. Μυρίζει τη βρομιά και έρχεται να εισπράξει το παράνομο χρήμα που ξεπλένεται, έτσι, μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά (καίγεται μαζί και ο ονειροπόλος τίμιος μαγειράκος που έχει όραμα για την ελληνική γαστρονομία), ξέρει τα μυστικά της αγοράς, φορολογεί και κυνηγάει αδυσώπητα, δεν σε αφήνει να προκόψεις, σε θεωρεί ένοχο για έγκλημα εξαρχής. Και ας βγει κάποιος να μας πει αν κατάφερε να διατηρήσει την επιχείρησή του, όντας καθόλα νόμιμος και ποιοτικός.

 

Ποιο είναι το μέλλον της ελληνικής εστίασης λοιπόν; Βοήθεια από το κράτος και διαχωρισμός στα προφίλ του επιχειρείν στην εστίαση έτσι ώστε να μην καίγονται και τα χλωρά. Αν το ίδιο το κράτος δεν σεβαστεί τον μικρό μάγειρα που με κόπο ονειρεύεται πια και δεν το βοηθήσει με ουσιαστικά κίνητρα και ελαφρύνσεις, απλώς δεν υπάρχει κανένα μέλλον στη βιομηχανία της ψαγμένης εστίασης που σέβεται και προσέχει τον καταναλωτή σαν οικογένεια, σαν να επιτελεί λειτούργημα, σαν γαστρονομικός αστυνόμος.

 

Νόμος, τάξη, γη και υψηλή γαστρονομία.

 

Ας αγαπήσουμε τους ανθρώπους περισσότερο από τον εαυτό μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να μαγειρέψουμε με την ανάλογη ειλικρίνεια.