Δεν κατεβαίνω πια σε αγώνες τρεξίματος. Παλιά δεν έχανα ούτε έναν. Ίσως και να το παράκανα. «Ό,τι αξίζει να κάνεις, αξίζει και να το παρακάνεις» έλεγε πάντα η φίλη μου η Βένα. Σε κάποια φάση μού έστειλαν μήνυμα τα φιλαράκια μου για το Run the Lake, τον δρομικό αγώνα που γίνεται κάθε χρόνο στη Βουλιαγμένη. Ήμουν εξωτερικό. Αυτό ήταν η δικαιολογία. Τους παρακάλεσα να με γράψουν. Τα φιλαράκια με έγραψαν. Δεν το 'χω με τα διαδικαστικά. Πες μου να 'ρθω από την άλλη άκρη του σύμπαντος για πάρτη σου, μόνο μη μου αναθέσεις διαδικαστικά. Με πέθανες. Παλιά, τρέχαμε με μια φίλη. Ήταν η πρώτη φορά που θα τρέχαμε ημιμαραθώνιο. Δεν ήταν αυτό το δύσκολο. Το δύσκολο ήταν ότι η φίλη μου θα έλειπε και θα έπρεπε να κάνω την εγγραφή. Τον έβγαλα εύκολα τον ημιμαραθώνιο. Πιο πολύ όμως πανηγύρισα την εγγραφή.

 

Βρεθήκαμε με τα φιλαράκια μου το πρωί στην υπέροχη Βουλιαγμένη. Μετά από λίγο ξεκίνησε ο αγώνας. Ο αγώνας είναι πανηγύρι, είναι κέφι, είναι γιορτή. Χιλιάδες άνθρωποι τρέχουν μαζί σου. Δεν τρέχεις εσύ και οι άλλοι. Μαζί τρέχετε. Ένας είστε. Πάντα ένας είστε.

 

Τρέχαμε, λοιπόν, με κατεύθυνση προς τον Λαιμό. Χαμόγελα, χαρά, κουβεντούλα, φωνές, ήλιος. Μοναδικός συνδυασμός. Σε κάποια φάση, οι πρώτοι δρομείς επέστρεφαν από τον Λαιμό κι άρχισαν να ανταμώνουν αντικριστά με τους δεύτερους. Χαιρετούρες, έψαχνες για τα δικά σου φιλαράκια και πάει λέγοντας.

 

Ούτε καν τον είδα. Ήταν ακριβώς πίσω μου. Μόνο τον άκουσα. Η φωνή του με ξύπνησε, με ταρακούνησε, με μάγεψε.

 

Ένα πράμα έχουμε στην Ελλάδα μόνο να κάνουμε. Να ανοίξουμε το μυαλό. Και να στρωθούμε στη δουλειά.


«Γεια σου, ρε Γιώργαρε!» Ο τύπος είχε ανταμώσει με το δικό του φιλαράκι. Όλοι εμείς δίπλα ήταν σαν να βλέπαμε τα κύματα της φωνής του να μας διαπερνούν. Είχε χαρά, είχε ενθουσιασμό, είχε πανηγύρι, είχε δύναμη, πιο πολύ όμως είχε τρέλα. Ο Γιώργαρος, λιγότερο φασαριόζος σε φωνή, όχι όμως και σε συναίσθημα. Πήγε κοντά του, όσο πρόλαβε να πιάσει τον φίλο του. Δεν τον έπιασε τελικά, κι όμως τον έπιασε. Το σκηνικό κράτησε-δεν κράτησε πέντε δευτερόλεπτα, ήταν όμως εκκωφαντικό σε αγάπη. Όλους δίπλα μάς ξεκούφανε αλλά και μας λύτρωσε. Πιο πολύ όμως μας μάγεψε.

 

Ψυχή τη λες, αλλά και καρδιά, άμα γουστάρεις. Ψυχή είναι η ζωή σου. Είναι ο λόγος που αναπνέεις. Αν δεν έχεις ψυχή, δεν έχεις και ζωή. Ψυχή είναι το φούντωμα, το αλατοπίπερό σου, αυτό που σε κρατάει ζωντανό. Ψυχή είναι η ένταση της ζωής σου, τα χρώματα στην εικόνα, αλλά και η ταινία που βλέπεις. Ψυχή είναι τα πάντα γύρω σου. Πιο πολύ όμως μέσα σου. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Στην Ελλάδα είναι από αυτά με τα οποία μας προίκισε ο Θεός. Μου το 'χε πει ένας φίλος: «Στην Ελλάδα έχουμε ανοιχτή καρδιά, αλλά κλειστό μυαλό. Στο εξωτερικό έχουν ανοιχτό μυαλό, αλλά κλειστή καρδιά».

 

Ένα πράμα έχουμε στην Ελλάδα μόνο να κάνουμε. Να ανοίξουμε το μυαλό. Και να στρωθούμε στη δουλειά.

 

Η φάση με τον Γιώργαρο λες και μας ξύπνησε όλους. Πυροδότησε κάτι μέσα μας. Όλοι ξεκινήσαμε να ψάχνουμε τα φιλαράκια μας.


«Γεια σου, ρε Λάκη!»


«Έλα, μωρή τρέλα!» απαντάει ο Λάκης στον δίμετρο νταγλαρά.


Σκάσαμε όλοι στα γέλια.

 

Πιο κάτω συνάντησα τον εκδότη μου.


«Αφεντικό!» του κάνω. Ένταση και τρέλα Γιώργαρου.


«Καλλιτέχνη!» μου κάνει. Ενθουσιασμός και ψυχή στη διαπασών.

 

Στα 7,5 χιλιόμετρα είχε ανεφοδιασμό (νερά κ.λπ.). Είχε κάποιες μοναδικές κυρίες, εθελόντριες, που μας περίμεναν να μας εφοδιάσουν με νερό. Πιο πολύ όμως με ψυχή.


Η πρώτη ξεχώριζε. Καμιά εξηνταριά χρονών. Ξανθό μαλλί. Ολόκληρη ένας δυναμίτης. Να καίνε τα μάτια της, πιο πολύ όμως η ψυχή της. Σε κάθε νερό που έδινε ξελαρυγγιαζόταν. Οι φλέβες στον λαιμό της ξεχώριζαν από δεκάδες μέτρα. Συναίσθημα στον Θεό.


«Πάμε μωρά μου! Πάμε!»


Μα την Παναγία, το 'πε σε όλους.

 

Ελλάδα και πάλι Ελλάδα.