Ένα από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά της Θεσσαλονίκης, μιας πόλης με διαρκή και αδιάκοπη αστική παρουσία από την εποχή της ίδρυσής της, ήταν η λειτουργία της σε μια κρίσιμη στρατηγική θέση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου. Η Θεσσαλονίκη αναδείχτηκε σε σταυροδρόμι των θαλάσσιων και χερσαίων διαδρομών και η ενδοχώρα της δεν περιοριζόταν στη Μακεδονία αλλά εκτεινόταν προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό σήμερα, ενώ η παρουσία του πλούσιου παρελθόντος της βορειοελλαδικής μητρόπολης είναι ένα «κεφάλαιο» για το μέλλον.


Η πόλη ιδρύθηκε στα ελληνιστικά χρόνια από τον Κάσσανδρο, με οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο και ορθογωνικό κάνναβο. Οι αρχικές χαράξεις μετασχηματίστηκαν μετά την πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε το ιστορικό κέντρο. Το νέο σχέδιο που έγινε από ομάδα τεχνικών με επικεφαλής τον Γάλλο αρχιτέκτονα πολεοδόμο Ερνέστ Εμπράρ μετάλλαξε, αλλά δεν ανέτρεψε πλήρως τις ιστορικές ρυμοτομικές χαράξεις.

 

Παρά την εξαιρετική πυκνοδόμηση της κεντρικής περιοχής με εργολαβικές πολυκατοικίες τα μεταπολεμικά χρόνια, οι επισκέπτες της Θεσσαλονίκης προσανατολίζονται εύκολα. Η ευχάριστη αυτή αίσθηση οφείλεται στην «κρυφή» ευταξία και σαφήνεια των ρυμοτομικών διαδρομών, στην προοπτική ανάδειξη των σημαντικών μνημείων και στην ανάδειξη των σαφών ορίων, όπως η προκυμαία και η περιτειχισμένη κορυφογραμμή της Ακρόπολης στον λόφο όπου εκτείνεται η «παραδοσιακή» συνοικία της Άνω Πόλης.

 

Το πρόβλημα της ευρύτερης τοπικής ανάπτυξης αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Στο πλαίσιο του υγιούς «ανταγωνισμού» των πόλεων οι νέες επενδύσεις που γίνονται στην Αθήνα και στις γειτονικές μητροπόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μπορούν, αν συνεχιστεί η σημερινή αδράνεια, να οδηγήσουν τη Θεσσαλονίκη σε επαρχιακή ύπνωση.


Ουσιαστικά, η «εντός των τειχών» κεντρική Θεσσαλονίκη αποτελεί ένα παλίμψηστο διαδοχικών ιστορικών επιστρώσεων με μοναδικά ελληνιστικά-ρωμαϊκά, βυζαντινά, οθωμανικά και νεοελληνικά μνημεία και συγκροτήματα που συμβάλλουν στη μοναδική ιδιοτυπία του αστικού τοπίου. Παρά το γεγονός ότι οι σύγχρονες αναπλάσεις σπάνια διέθεταν την επιθυμητή ποιότητα, συνέβαλαν στην αναζωογόνηση ιστορικών και νεότερων συνόλων. Το πρόβλημα, κοινό στις περισσότερες νεοελληνικές πόλεις, προκύπτει από την εντατική «αξιοποίηση» του δημόσιου χώρου, που, μετά τις πεζοδρομήσεις, αποδίδεται ανεξέλεγκτα σε καταστήματα ψυχαγωγίας. Η ζωντάνια αυτών των χρήσεων έχει συχνά προσωρινό χαρακτήρα και συνδυάζεται με μακροχρόνιες παρενέργειες. Τα Λαδάδικα, η γειτονιά των Φράγκων και ο άξονας της Αριστοτέλους είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αμφιλεγόμενων παρεμβάσεων που ενίσχυσαν την τουριστική εικόνα της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα απώθησαν βιώσιμες χρήσεις μακράς διάρκειας, όπως οι κατοικίες, τα γραφεία και οι επαγγελματικοί χώροι.


Το κέντρο της πόλης διατηρεί ζωντανές οικιστικές, εμπορικές και διοικητικές χρήσεις, οι οποίες πρέπει να ενισχυθούν. Αν δεν υπάρξει ανάλογη προσοχή και φροντίδα από τις τοπικές και κεντρικές Αρχές, είναι ορατός ο κίνδυνος περιθωριοποίησης και μονομέρειας σε αρκετές περιοχές του κέντρου, με συνέπειες ανάλογες με αυτές που ισχύουν σε πολλές κεντρικές γειτονιές της Αθήνας. Αυτή η δυσμενής εξέλιξη μπορεί να αποφευχθεί με έναν περισσότερο ισορροπημένο αστικό σχεδιασμό. Αν αφεθούν ανεξέλεγκτες ή αν, ακόμη χειρότερα, ενισχυθούν ορισμένες διαφαινόμενες αυθόρμητες τάσεις, τότε μεγάλα τμήματα της συμπαγούς πόλης κινδυνεύουν να μετεξελιχθούν σε ιδιόμορφα «θεματικά πάρκα» με εφήμερο χαρακτήρα.


Μετά την έντονη αστικοποίηση της περιμετρικής ζώνης, που ξεκίνησε με τις προσφυγικές συνοικίες τον Μεσοπόλεμο και κορυφώθηκε τα ανέμελα χρόνια που προηγήθηκαν της δεκαετούς συνεχιζόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίση, οι συνθήκες βιωσιμότητας του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος είναι προβληματικές. Σε αντίθεση με τους συμπαγείς πυρήνες του κέντρου και των γειτονικών συνεκτικών επεκτάσεων προς τα νοτιοανατολικά και βορειοδυτικά, η ευρύτερη περιφέρεια εμφανίζει μια άμορφη και αραιοδομημένη αστικοποίηση που ενθαρρύνθηκε με το αμφιλεγόμενο ιδιότυπο καθεστώς της εκτός σχεδίου δόμησης στην Ελλάδα.


Στη διάσπαρτη περιφέρεια τα προβλήματα και οι προοπτικές διαφοροποιούνται και επιβάλλουν τη δημιουργία νέων σημείων εστίασης και οργάνωσης του προαστιακού χώρου. Ήδη, τα εμπορικά κέντρα City Gate δυτικά και, κυρίως, το Mediterranean Cosmos νοτιοανατολικά λειτουργούν ως ανεπαρκή, αλλά δημοφιλή υποκατάστατα της χαμένης αστικότητας. Στην κατεύθυνση της οργάνωσης του άμορφου προαστιακού χώρου, ελεγχόμενες διαδικασίες αποκέντρωσης με συμπράξεις του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα μπορούν να αποδειχτούν στρατηγικής σημασίας. Τέτοιες δυνατότητες ενυπάρχουν σε κατάλληλες θέσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις επέκτασης των αστικών λειτουργιών. Εκτιμώ ότι, κατ' αναλογία προς το τολμηρό πείραμα του Ελληνικού στην Αττική, αντίστοιχες, προσαρμοσμένης κλίμακας παρεμβάσεις είναι απαραίτητες για την ανάπλαση της περιφέρειας της Θεσσαλονίκης.


Στο υποβαθμισμένο, αλλά εξαιρετικής αξίας οικοσύστημα της πεδιάδας στα δυτικά είναι εφικτές πρότυπες περιβαλλοντικές αναπτύξεις με ελεγχόμενη δόμηση και συνδυασμένο παραγωγικό σπάνιο τριτογενή χαρακτήρα. Αυτές θα αναδείξουν το ιδιότυπο, αλλά «άγνωστο» παραθαλάσσιο αστικό τοπίο με τις χαμηλές γαίες που εκτείνονται συχνά σε χαμηλότερο επίπεδο από τη θάλασσα.

 

Στην ανατολική πλευρά, όπου έχουν αναπτυχθεί ήδη οικιστικές και τουριστικές χρήσεις, υπάρχουν πιο άμεσες δυνατότητες. Ένας πρότυπος πόλος με ποικίλες χρήσεις και μεικτό τουριστικό, εμπορικό, εκπαιδευτικό και οικιστικό χαρακτήρα μπορεί να αναπτυχθεί κοντά στο αεροδρόμιο, δημιουργώντας έναν πόλο υπερτοπικής διεθνούς έλξης που θα αναβαθμίσει τη Ριβιέρα του Θερμαϊκού.

 
Εκεί μπορεί να υλοποιηθεί το όραμα για μια πραγματικά «μεγάλη χειρονομία» αστικού σχεδιασμού ανάλογης εμβέλειας με την ανοικοδόμηση της κεντρικής Θεσσαλονίκης από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου στον Μεσοπόλεμο ή την υλοποίηση της πανεπιστημιούπολης και της Νέας Παραλίας από τις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή τα μεταπολεμικά χρόνια. Με τη συμβολή της περιφέρειας και φορέων αριστείας, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μπορεί να αναδυθεί ένα πρότυπος αστικός συντελεστής με υπογραμμισμένο περιβαλλοντικό σχεδιασμό. Ωστόσο η υλοποίηση απαιτεί την αρωγή πολιτικών εξουσιών, ικανών να συλλάβουν και να υλοποιήσουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.


Μεγάλα έργα πρότυπου περιβαλλοντικού σχεδιασμού και εμβληματικής αρχιτεκτονικής μπορούν να συμβάλουν στην ακτινοβολία της πόλης, λειτουργώντας ως πόλοι αστικής ενδυνάμωσης και ως πολλαπλασιαστές για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της μείζονος Θεσσαλονίκης. Τα σενάρια αυτά αφορούν το άμεσο μέλλον και πρέπει να απασχολήσουν τους τοπικούς και κεντρικούς φορείς. Αναφέρονται στην πραγματική σημερινή πόλη και δεν πρέπει να περιορίζονται από τις ιστορικές διοικητικές διαιρέσεις των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

Το πρόβλημα της ευρύτερης τοπικής ανάπτυξης, μετά την επίμονη περίοδο κρίσης, αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Στο πλαίσιο του υγιούς «ανταγωνισμού» των πόλεων οι νέες επενδύσεις που γίνονται στην Αθήνα και στις γειτονικές μητροπόλεις της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μπορούν, αν συνεχιστεί η σημερινή αδράνεια, να οδηγήσουν τη Θεσσαλονίκη σε επαρχιακή ύπνωση. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η βορειοελλαδική μητρόπολη είναι η μόνη που μπορεί να εξισορροπήσει τη μονολιθική κυριαρχία της Αθήνας στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας έναν υποστηρικτικό, αλλά επίσης δυναμικό ρόλο. Η βιωσιμότητα της Θεσσαλονίκης είναι κρίσιμη όχι μόνο για τη Μακεδονία και την άμεση ενδοχώρα αλλά και για την ίδια την υπόσταση και την προοπτική του νεοελληνικού κράτους.

 

Ο Νίκος Καλογήρου είναι επίτιμος καθηγητής στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ