Στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, παρά την αντίθετη εντύπωση που υπάρχει σε πολλούς, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο, καθώς για λόγους αντικειμενικούς υπάρχει αρκετή αβεβαιότητα για την επόμενη μέρα. Και σε αυτό συμφωνούν και ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.


Εκλογές στην καρδιά του καλοκαιριού έχουν να γίνουν εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει με σιγουριά πώς θα επηρεάσει ο παράγοντας αυτός την αποχή, το μέγεθος της οποίας θα παίξει καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα.


Από την άλλη, μπορεί η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ να θεωρείται βέβαιη, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, και να προεξοφλείται η νίκη της ΝΔ, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να ξέρουμε ποια κυβέρνηση θα έχουμε την επόμενη μέρα. Αν η ΝΔ δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία, για την οποία κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αυτήν τη στιγμή, όλα είναι ανοιχτά.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι θα χάσει, γι' αυτό ο σκοπός του σε αυτές τις εκλογές είναι να περιορίσει την έκταση της νίκης της ΝΔ, ώστε να μην πετύχει αυτοδυναμία. Σε αυτή την περίπτωση ο Αλέξης Τσίπρας θα έβλεπε θετικά μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού με τη ΝΔ ‒ενδεχομένως και με άλλα κόμματα, αλλά με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής και οπωσδήποτε όχι τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

 

Το σενάριο αυτό το επεξεργάζονταν εδώ και δύο χρόνια στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα ως plan B για την περίπτωση που θα έχαναν τις εκλογές, όταν αυτές θα γίνονταν. Για τον λόγο αυτό διατηρούσαν διαύλους με κάποια στελέχη της ΝΔ, που είτε ήταν πικραμένα από την επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΝΔ είτε διατηρούσαν μεγάλες φιλοδοξίες για τον εαυτό τους.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι θα χάσει, γι' αυτό ο σκοπός του σε αυτές τις εκλογές είναι να περιορίσει την έκταση της νίκης της ΝΔ, ώστε να μην πετύχει αυτοδυναμία. Σε αυτή την περίπτωση ο Αλέξης Τσίπρας θα έβλεπε θετικά μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού με τη ΝΔ ‒ενδεχομένως και με άλλα κόμματα, αλλά με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής και οπωσδήποτε όχι τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

 

Στα στελέχη αυτά μεταφερόταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έβλεπε αρνητικά την ανάδειξή τους σε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, αν το κόμμα τους δεν πετύχαινε αυτοδυναμία στις εκλογές. Σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται κυβερνητικές πηγές, τα στελέχη αυτά είχαν ανταποκριθεί θετικά και μάλιστα ήταν έτοιμα να δώσουν στίγμα, ασκώντας έντονη κριτική στον Μητσοτάκη στην περίπτωση που η διαφορά στις ευρωεκλογές ήταν μικρή.


Η συντριπτική νίκη της ΝΔ, όμως, δεν άφησε τελικά τέτοια περιθώρια και οι φωνές αυτές για την ώρα έχουν σιγήσει, ειδικά μπροστά στην προοπτική της νέας νίκης της και της ανάληψης της εξουσίας.

 

Την κυβέρνηση συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, αν δεν πετύχει αυτοδυναμία η ΝΔ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης την έχει απορρίψει δημοσίως και έχει πει ότι σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα προσφύγει ξανά σε εκλογές. Αν γίνει όμως αυτό, τα πράγματα θα είναι ακόμα πιο περίπλοκα, αφού οι δεύτερες εκλογές θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και το ενδεχόμενο αυτοδύναμης κυβέρνησης θα απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο.

 

Για τον λόγο αυτό η ΝΔ πλασάρει ως κυρίαρχο δίλημμα των εκλογών της ερχόμενης Κυριακής το «αυτοδυναμία ή ακυβερνησία και χάος», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να το υποβαθμίσει και να στρέψει τη συζήτηση αλλού.


Είναι, πάντως, γεγονός ότι στον ΣΥΡΙΖΑ επικρατεί μεγάλη ηττοπάθεια, ενώ ο κομματικός μηχανισμός λειτουργεί σχεδόν διεκπεραιωτικά. Τα περισσότερα στελέχη αδιαφορούν για την κεντρική στρατηγική του κόμματος και εργάζονται σχεδόν αποκλειστικά για την εκλογή τους σε ένα κλίμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Γνωρίζουν ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα αποδεκατιστεί και την επομένη των εκλογών θα διασωθεί ένας πολύ μικρότερος αριθμός βουλευτών.


Μετά τις ευρωεκλογές υπάρχει μεγάλη γκρίνια, καθώς κάθε στέλεχος έχει τη δική του άποψη για το τι έφταιξε και διαμαρτύρεται ότι δεν εισακούστηκε. Παρ' ότι δεν υπάρχει θέμα αμφισβήτησης της αρχηγίας του Αλέξη Τσίπρα, υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της στρατηγικής του. Οι περισσότεροι τον κατηγορούν ότι κοίμισε το κόμμα στις ευρωεκλογές εξαιτίας των λανθασμένων εισηγήσεων και προτάσεων του Χριστόφορου Βερναρδάκη, με αποτέλεσμα να συντριβούν και τώρα οδεύουν προς δεύτερη και οριστική συντριβή, με την ίδια λάθος συνταγή και το ίδιο επιτελείο.


Στη ΝΔ είχαν αποφασίσει εδώ και καιρό να βαδίσουν προς τις εθνικές εκλογές παίζοντας κατενάτσιο. Πρόκειται για μια ποδοσφαιρική τακτική που χρησιμοποιείται και στην πολιτική και προέρχεται από την ιταλική λέξη που σημαίνει «αμπαρωμένη πόρτα». Ξέρουν ότι κερδίζουν, δεν τους ενδιαφέρει να βάλουν γκολ, αλλά δεν θέλουν να δώσουν ευκαιρία στον αντίπαλο να τους βάλει εκείνος. Την Κυριακή θα φανεί αν η τακτική που επέλεξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αποδώσει τα προσδοκώμενα γι' αυτούς ή όχι, καθώς στη ΝΔ δεν αρκεί απλώς να κερδίσει.

 

Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας έχει πάρει κι εκείνος τα ρίσκα του και θα κριθεί την Κυριακή. Η γραμμή του, ωστόσο, ήταν πολύ σαφής εδώ και καιρό και είχε φτάσει σε κάθε στέλεχος του κόμματος: χαμηλοί τόνοι και όχι σκάνδαλα. Προς απογοήτευση, μάλιστα, πολλών στελεχών, που όλο το προηγούμενο διάστημα έφταναν στην Πειραιώς με φακέλους για ατασθαλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τους οποίους η ηγεσία της ΝΔ αρνήθηκε ‒προεκλογικά τουλάχιστον‒ να αξιοποιήσει, επιμένοντας στους χαμηλούς τόνους.

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πειστεί εδώ και καιρό ότι οι ψηφοφόροι που χρειάζεται να προσελκύσει θέλουν να ακούνε θετικό λόγο και όχι καταγγελίες και σκάνδαλα. Επαναλαμβάνει συχνά, ωστόσο, ότι η ισχυρή εντολή την οποία διεκδικεί δεν είναι δεδομένη, καθώς η αυτοδυναμία μπορεί να κριθεί για λίγες ψήφους και γι' αυτό δεν πρέπει κανείς να προεξοφλεί το εκλογικό αποτέλεσμα.


Σε αυτό συμφωνεί μαζί του και ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος εκτιμά ότι ακόμα και αν χάσει τις εκλογές, σε περίπτωση που η ΝΔ δεν πάρει την αυτοδυναμία, θα έχει την ευκαιρία να παραμείνει στην εξουσία μέσα από μια κυβέρνηση συνεργασίας. «Δεν χάθηκε ο πόλεμος ακόμα» έλεγε πριν από λίγες μέρες ένας συνεργάτης του από εκείνους που βλέπουν θετικά την κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού και την παραμονή τους στην εξουσία μέσα από ένα τέτοιο σχήμα.

 

Για να υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση, πάντως, στις 8 Ιουλίου, θα πρέπει το πρώτο κόμμα να λάβει 40,4%. Για κάθε 1%, όμως, από κάθε κόμμα που θα μείνει εκτός Βουλής θα κατεβαίνει ο πήχης της αυτοδυναμίας κατά 0,4%. Αν, για παράδειγμα, τα κόμματα που θα μείνουν εκτός Βουλής συγκεντρώσουν 10%, τότε το ποσοστό της αυτοδυναμίας του πρώτου κόμματος θα κατέβει από 40,4% σε 36,4% και θα κερδίσει 151 έδρες. Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο που θα ισχύσει (μόνο) στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, το ποσοστό των κομμάτων που δεν θα μπουν στη Βουλή παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για την αυτοδυναμία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO