Αν επιχειρήσει να γκουγκλάρει κανείς το ζήτημα του ρατσισμού στην Ελλάδα –τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της Κρίσης και της κορύφωσης, στη συνέχεια, του προσφυγικού/μεταναστευτικού αδιεξόδου–, θα το δει να διατυπώνεται κυρίως ως ερώτημα: είναι οι Έλληνες ρατσιστές;


Τελευταία, το ερώτημα μοιάζει όχι απλώς ρητορικό αλλά ανεκδοτολογικής υφής, τύπου «Είναι ο Πάπας καθολικός;» ή «Χέζει η αρκούδα στο δάσος;». Κάποιες κουβέντες, όμως, δεν εκφράζονται σαν ανέκδοτα ή σαν αυτοσαρκασμός, παρ' ότι μοιάζουν να προέρχονται από ρεπερτόριο stand up κωμωδίας. Αυτός που λέει με καρτούν αγανάκτηση «Εγώ είμαι ρατσιστής; Αυτοί είναι Αλβανοί!», το εννοεί. Όπως κι αυτός που μονολογεί με ένα μονότονο, παραπονιάρικο γρύλισμα στο λεωφορείο: «Αν ήμασταν ρατσιστές, δεν θα μαζεύαμε εδώ πέρα τη σάρα και τη μάρα τόσα χρόνια...».


Και δεν είναι μόνο οι σχετικές έρευνες που έρχονται να επιβεβαιώσουν πανηγυρικά το μέγεθος της ρατσιστικής αντίληψης και συμπεριφοράς που παρατηρείται στη χώρα, με πιο πρόσφατη –αλλά και πιο κραυγαλέα– αυτή του Pew Research Center που μας βγάζει πρωταθλητές στην ξενοφοβία, πάνω και από χώρες με πιο έντονο, υποτίθεται, ρατσιστικό προφίλ, όπως η Ουγγαρία ή η Πολωνία (κοντά μας σ' αυτόν τον κατήφορο μίσους και προκατάληψης φαίνεται να βαδίζει η Ιταλία, επιβεβαιώνοντας το παλιό κλισέ «ούνα φάτσα ούνα ράτσα»).

 

Κοντεύουν να απενοχοποιηθούν πλήρως η προκατάληψη και η εχθρική συμπεριφορά (πέρα από τις οργανωμένες επιθέσεις), ειδικά απέναντι στους πιο «εμφανώς» διαφορετικούς (στο χρώμα αλλά και στο θρήσκευμα, τρομάρα μας) μετανάστες που έχουμε «υποδεχτεί».


Το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι κατά την τελευταία τετραετία έχει οξυνθεί, πέρα από κάθε δικαιολογία, και εξαπλωθεί σε ακραίο βαθμό η αντίληψη ότι «οι μετανάστες σήμερα επιβαρύνουν τη χώρα μας επειδή παίρνουν τις δουλειές μας και τις κοινωνικές παροχές» (μετάφραση: «οι αλλοδαποί λεχρίτες μάς κλέβουν και μας σφάζουν, αλλά και τίποτα να μην κάνουν, δεν θέλουμε να τους βλέπουμε μπροστά μας, διότι ενσωματώνουν την κακομοιριά μας και την πτώση μας από τις ψευδαισθήσεις χλιδής και μεγαλείου πριν από τη ραγδαία φτωχοποίηση»).

 

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι σε τέτοιες έρευνες οι «πολιτισμένες» χώρες –με παράδοση τόσο στον ρατσισμό όσο και στη διαχείριση τέτοιων συμπεριφορών– τη σκαπουλάρουν επειδή ένας μέσος «κοινός παρονομαστής» ντρέπεται να χρησιμοποιήσει «ρητορική μίσους», είναι φανερό ότι στην Ελλάδα τα προσχήματα έχουν στερέψει. Το διαπιστώνει κανείς όποτε βγαίνει από το σπίτι του. Η απέχθεια και η βδελυγμία προς τους «αλλοδαπούς» (ο όρος μπορεί να είναι «τεχνικός», αλλά σχεδόν ποτέ δεν αφορά Σουηδούς ή Ολλανδούς) βρίσκεται στο βλέμμα ή στην άκρη των χειλιών πολύ κόσμου και κοσμάκη.

 

Και δεν πρόκειται, βεβαίως, μόνο για ηλικιωμένους ανθρώπους που έχουν κάποιες δικαιολογίες (όπως λένε, ορθώς νομίζω, και στην Αμερική, «έλα, εντάξει δεν είναι ρατσιστής-ρατσίστρια, είναι 80 χρονών, προέρχεται από άλλο σύστημα»), με πιο σημαντική ίσως τον βομβαρδισμό ύπουλης και χυδαίας ξενοφοβικής προπαγάνδας που δέχονται από τα ξεφτιλισμένα κανάλια της τηλεόρασης, τα οποία είναι αναγκασμένοι να βλέπουν, μη έχοντας άλλη επιλογή ψυχαγωγίας και ενημέρωσης.


Το βλέπεις, το διαισθάνεσαι τριγύρω. Κοντεύουν να απενοχοποιηθούν πλήρως η προκατάληψη και η εχθρική συμπεριφορά (πέρα από τις οργανωμένες επιθέσεις), ειδικά απέναντι στους πιο «εμφανώς» διαφορετικούς (στο χρώμα αλλά και στο θρήσκευμα, τρομάρα μας) μετανάστες που έχουμε «υποδεχτεί».


Τεράστιο ζήτημα με άπειρες παραμέτρους (έλλειψη παιδείας, οικονομική πίεση, ψυχοκοινωνικά συμπλέγματα, placebo εθνικισμός, επίκτητες κακομοιριές και παθογένεια κ.λπ., κ.λπ.), τελικά όμως νομίζω πιο ορθά –αν και αφαιρετικά– το είχε διατυπώσει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο Κώστας Χατζής (ο γνωστός τραγουδιστής και συνθέτης): «Ο Έλληνας είναι ρατσιστής, αλλά χωρίς επίγνωση». Ό,τι κι αν εννοούσε ακριβώς, σωστό ακούγεται.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO