Στο τριήμερο των διακοπών του Πάσχα, στο χωριό μου μού δόθηκε η δυνατότητα να μιλήσω μετά από κάμποσο καιρό με ανθρώπους με τους οποίους βρίσκομαι δύο με τρεις φορές τον χρόνο σε τέτοιες περιστάσεις. Προσφιλές αντικείμενο, η Συνθήκη των Πρεσπών. Από αυτή την άτυπη «δημοσκόπηση» εδραίωσα την πεποίθησή μου ότι, πέραν των δύο διαμορφωμένων στρατοπέδων αναφανδόν υπέρ και κατά των Πρεσπών, υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων, των οποίων η άποψη συνοψίζεται στο ότι «το ζήτημα αυτό έπρεπε να κλείσει - και καλώς έκλεισε - αλλά έπρεπε να κλείσει καλύτερα».


Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουν πως η χώρα έπρεπε να βρει μια συμβιβαστική λύση στο ζήτημα της ονομασίας των γειτόνων μας, αλλά θεωρούν πως η Συνθήκη των Πρεσπών έχει ατέλειες οι οποίες δημιουργούν πρόβλημα στην ελληνική πλευρά. Το βασικό αγκάθι είναι το ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας.

 

Με το ζόρι να ανήκεις σε ένα έθνος δεν γίνεται. Το έθνος είναι να το θέλεις. Αν δεν το θέλεις, και να στο επιβάλουν κάποια στιγμή, πιθανώς να αγανακτήσεις και να στραφείς εναντίον του. Τότε, δεν έχει καμιά σημασία ό,τι και να βρεθεί για να αποδείξει ότι «είσαι» κάτι άλλο απ' αυτό που νιώθεις πως είσαι.


Γιατί η γλώσσα;

Προσπαθώ να καταλάβω εδώ και καιρό ποια είναι, σε τελευταία ανάλυση, η αιτία της υπαρξιακής ελληνικής δυσφορίας με τη γλώσσα. Ξέρω, και ως έναν βαθμό μπορώ να κατανοήσω, το βουλγαρικό πρόβλημα π.χ. Η γλώσσα που η διεθνής κοινότητα των γλωσσολόγων (συμπεριλαμβανομένων των περισσοτέρων Ελλήνων γλωσσολόγων, με εξαίρεση έναν) καταγράφει ως μακεδονική αποσπάται από τα βουλγαρικά ήδη από τον 19ο αιώνα. Εμφανίζεται αυτοτελώς, και τυποποιημένη πλέον με τη γραμματική και το συντακτικό της, ως επίσημη κρατική γλώσσα στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία. Η γλώσσα υπήρχε από πριν, τότε όμως έγινε κρατική.

 

Οι Βούλγαροι, λοιπόν, ως τα τέλη του 20ού αιώνα αρνούνταν τη γλωσσική αυτοτέλεια της Μακεδονικής, θεωρώντας πως η γλώσσα είναι βουλγαρικά και πως η χρήση του όρου «Μακεδονική» είναι πολιτικά υποβολιμαία. Την ίδια περίπου αντίληψη ενστερνίζονται κάποιοι στη Βουλγαρία και για το έθνος. Στο όνομα μιας ρομαντικής, φυλετικής αντίληψης περί του τι εστί έθνος θεωρούν πως μακεδονικό έθνος δεν υπάρχει διότι οι άνθρωποι δεν είναι Μακεδόνες αλλά Βούλγαροι. Οι δύο χώρες έχουν ως και κοινούς εθνικούς ήρωες, τους οποίους η καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της και αυτό περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

 


Ωστόσο, η Βουλγαρία το 1999 αναγνώρισε την ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας και επίσης αναγνώρισε στην πράξη ότι, αν κάποιος δεν νιώθει πως είναι Βούλγαρος, δεν μπορεί να είναι (Βούλγαρος), ό,τι γλωσσο-φυλετική θεωρία και να επιστρατεύεται για την καταγωγή του. Με το ζόρι να ανήκεις σε ένα έθνος δεν γίνεται. Το έθνος είναι να το θέλεις. Αν δεν το θέλεις, και να στο επιβάλουν κάποια στιγμή, πιθανώς να αγανακτήσεις και να στραφείς εναντίον του. Τότε, δεν έχει καμιά σημασία ό,τι και να βρεθεί για να αποδείξει ότι «είσαι» κάτι άλλο απ' αυτό που νιώθεις πως είσαι.


Το πρόβλημα της ελληνικής πλευράς με τη μακεδονική γλώσσα είναι λιγότερο ευανάγνωστο από το βουλγαρικό. Οι αιτίες του είναι ένας συνδυασμός τύφλωσης από τη λάμψη της αρχαιότητας και νεότερων επιστημονικοφανών δοξασιών που δημιουργούν ακόμη και σε καλοπροαίρετους Έλληνες δημοκράτες την πεποίθηση ότι κακώς αναγνωρίστηκε η μακεδονική γλώσσα, διότι τέτοια γλώσσα δεν υπάρχει.


Η τύφλωση: γλωσσοπλάστες, γλωσσολόγοι και γλωσσοκτόνοι

Η τύφλωση από τη λάμψη της αρχαιότητας είναι σοβαρή νόσος που οδηγεί στην απώλεια της όρασης. Αυτό είναι γενικό πρόβλημα, αλλά στο συγκεκριμένο θέμα συνοψίζεται στο ότι «οι αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν ελληνικά, επομένως δεν μπορεί να υπάρχει γλώσσα που να λέγεται μακεδονικά, διότι αυτό συνιστά σφετερισμό της ελληνικής αρχαιότητας».

 

Προκειμένου να διασκεδαστεί η φοβία αυτή, η ελληνική πλευρά αξίωσε να περιληφθεί στη Συμφωνία των Πρεσπών η μνεία πως η γλώσσα είναι «σλαβική», αλλά και πάλι η πεποίθηση είναι τόσο βαθιά ριζωμένη που δύσκολα τιθασεύεται.¹ Η γλώσσα δεν μπορεί να είναι μακεδονική, διότι η Μακεδονική είναι αρχαιόθεν ελληνική, επομένως κακώς η ελληνική πλευρά «έδωσε» τη γλώσσα. Η γλώσσα, κατά την αντίληψη αυτή, είναι σλαβική, στην καλύτερη περίπτωση σλαβομακεδονική, ενώ κατά τον Έλληνα γλωσσολόγο που αρνείται την ύπαρξή της, τον καθηγητή Μπαμπινιώτη, «οριακά μπορεί να θεωρηθεί σερβοβουλγαρική ή βουλγαροσερβική».


Η ευκολία με την οποία συμπολίτες μας θεωρούν πως δικαιούνται να αποφαίνονται για το πώς θα ονομάζουν τη γλώσσα τους κάποιοι άλλοι άνθρωποι είναι πράγματι εντυπωσιακή: δάσκαλοι, φαρμακοποιοί, γιατροί, μηχανικοί, γυμναστές και λογής επαγγέλματα έχουν ίδια άποψη για το όνομα της γλώσσας, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να σκεφτούν, πρώτον, ότι πιθανώς το ζήτημα να διαφεύγει επιστημονικά την ειδημοσύνη τους και, δεύτερον και κυριότερο, ότι δεν τους πέφτει λόγος για το πώς θα λέει τη γλώσσα του ένας άλλος λαός.

 

Οι συμπολίτες μας γαλουχήθηκαν γενιές επί γενεών με αυτή την πεποίθηση και τώρα που η χώρα μας αναγκάστηκε να αναγνωρίσει μια γλώσσα που υπάρχει εδώ και έναν αιώνα –για να κερδίσει συνταγματική αλλαγή της ονομασίας του κράτους έναντι όλων‒ οι άνθρωποι εξανίστανται. Δεν τους αρκεί η μνεία ότι η γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών. Θέλουν κι ένα συνθετικό ακόμη. Το «σλάβο-» είναι το προσφορότερο, αλλά ο κύριος καθηγητής που γνωρίζει τα πράγματα ‒τρομάρα του‒ ούτε μ' αυτό συμβιβάζεται.


Να πούμε, λοιπόν, πως η σλαβική δεν είναι γλώσσα καθαυτήν αλλά οικογένεια γλωσσών που ανήκει στην κοινή ινδοευρωπαϊκή, όπως οικογένεια γλωσσών είναι η λατινική. Στη σλαβική οικογένεια ανήκουν τα ρωσικά, τα σερβικά, τα τσεχικά, τα πολωνικά, τα βουλγαρικά και ούτω καθεξής, γλώσσες συγγενικές που είτε γράφονται στα κυριλλικά είτε στα λατινικά. Στη λατινική οικογένεια των γλωσσών ανήκουν τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, τα γαλλικά και πάει λέγοντας. Στη γερμανική οικογένεια ανήκουν τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ολλανδικά.


Η ελληνική γλώσσα είναι «ανάδελφη». Είναι ένα κλαδί από μόνη της, όπως τα αλβανικά και τα αρμενικά, υπό την έννοια ότι δεν έχουν γλωσσικούς συγγενείς. Αξίζει τον κόπο να διαθέσουμε κάποιο χρόνο στην εικόνα που ακολουθεί.

 

 

 

Δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να φανταστώ συμπολίτες μας να φαντασιώνουν την ύπαρξη «σλαβορωσικής», «σλαβοτσεχικής», «σλαβοσερβικής» ή «λατινογαλλικής», «λατινοϊσπανικής», «λατινοπορτογαλικής» και πάει λέγοντας. Όπως και δεν γνωρίζω αν ο καθηγητής που έχει κάνει εργολαβία τις εθνικιστικές ανοησίες θα πήγαινε στη Βαρκελώνη να τους πει πως δεν μιλάνε καταλανικά αλλά «ισπανογαλλικά» (κατά το «σερβοβουλγαρικά»).²


Να σοβαρευτούμε, λοιπόν, και να αντιληφθούμε ότι το πώς ένας λαός ονομάζει τη γλώσσα του δεν είναι θέμα δικό μας αλλά δικό του. Οι ΗΠΑ ονομάζονται «Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει οι Βραζιλιάνοι, οι Χιλιανοί και οι Κολομβιανοί να διαμαρτυρηθούν ότι αυτό συνιστά σφετερισμό της δικής τους ύπαρξης.


Δεν «δώσαμε» καμία γλώσσα ή εθνότητα. Δεν δώσαμε, διότι δεν είχαμε. Συνομολογήσαμε μια συμφωνία που περιέχει συμβιβασμούς, αλλιώς δεν θα είχαμε συμφωνία. Η Ελλάδα το 2019 αποδέχεται να αποκαλέσει τη γλώσσα μακεδονική, κάτι το οποίο για έναν περίπου αιώνα αρνούνταν, και αυτό είναι επώδυνο, ενώ οι γείτονες αλλάξαν τη συνταγματική ονομασία του κράτους τους, γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία των διεθνών σχέσεων.


Να θυμηθούμε εδώ ότι η περίφημη ελληνική αξίωση περί erga omnes (έναντι όλων) αλλαγής του ονόματος δεν ήταν ανέκαθεν στο τραπέζι αλλά εγέρθηκε το 2008, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή έθεσε το «περήφανο βέτο του Βουκουρεστίου» προκειμένου η τότε ΠΓΔΜ να μην μπει στο ΝΑΤΟ. Το βέτο αυτό οδήγησε σε ομόφωνη καταδίκη της Ελλάδας από το Διεθνές Δικαστήριο. Μέχρι τότε η ελληνική γραμμή στις διαπραγματεύσεις για το όνομα χτίζονταν γύρω από τη διεκδίκηση «διπλής ονομασίας»: ένα όνομα για το εσωτερικό της χώρας, το συνταγματικό της, δηλαδή Δημοκρατία της Μακεδονίας, και ένα για το εξωτερικό για όλες τις χρήσεις.

 

Αυτό το γράφω για να έχουμε επίγνωση του μεγέθους του συμβιβασμού των Πρεσπών: αλλαγή συνταγματικής ονομασίας έναντι όλων, μέσα κι έξω. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που λέει πως έχει το διεθνές δίκαιο στο μαξιλάρι της. Αυτό είναι πολύ καλό. Το διεθνές δίκαιο, όμως, δεν είναι à la carte. Δεν μπορείς να το επικαλείσαι απέναντι στον ισχυρό γείτονα και να το παραβιάζεις απέναντι στον ανίσχυρο. Η Συμφωνία των Πρεσπών πάει να γιατρέψει αυτή την πληγή. Θέλει, όμως, ακόμη προσπάθεια για να επουλωθεί πλήρως, γιατί το τραύμα είναι βαθύ. Το «μέλλον διαρκεί πολύ», που έλεγε και ο Λ. Αλτουσέρ.

 

1. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, σε προκήρυξη για θέσεις στο προσωπικό της τον Φεβρουάριο 2019, ανακοίνωσε ότι ψάχνει ανθρώπους με γνώσης «μακεδονικής - νοτιοσλαβικής». Το παράξενο δεν είναι ότι η ΕΥΠ ψάχνει τέτοιες γλωσσικές δεξιότητες. Είναι λογικό για την υπηρεσία πληροφοριών ενός κράτους να ψάχνει ανθρώπους που να γνωρίζουν τη γλώσσα μιας γειτονικής χώρας. Η ειρωνεία εδώ είναι ότι η βασική ενασχόληση των κλιμακίων της ΕΥΠ (πρώην ΚΥΠ) τον τελευταίο αιώνα στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας ήταν να καταγράφει ως «εθνικά υπόπτους» τους ομιλητές της γλώσσας αυτής.

 

2. Όπως εύγλωττα έγραψαν τρεις Έλληνες γλωσσολόγοι, οι Θ. Μαρκόπουλος, Ά, Ρούσσου και Αρ. Τερζή σε σχετικό τους κείμενο με τίτλο «Γλώσσα χωρίς όνομα» την εποχή που υπογραφόταν η Συμφωνία.

 

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστήμιου & πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.