Έγραψε ένα κείμενο ο Μισέλ Ουελμπέκ στο Harper's Magazine και προκάλεσε σούσουρο με την άποψή του ότι ο Τραμπ είναι ένας «καλός Πρόεδρος» και, ανάμεσα στα άλλα, με το εγκώμιο στην εμπορική πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης που έφερε «μια πνοή φρέσκου αέρα». Μας προξενεί τεράστια εντύπωση το πολύ γνωστό γεγονός ότι υπάρχουν συγγραφείς που αντιπαθούν σφοδρά τον αριστερό φιλελευθερισμό, ειρωνεύονται θέσεις που θεωρούνται προοδευτικές, δεν ασπάζονται την ευρωπαϊκή ομοσπονδιακή προοπτική κλπ. Σαν να αγνοούμε ότι υπάρχει μια μεγάλη και πολυπρόσωπη οικογένεια της λογοτεχνικής και πνευματικής Δεξιάς που πάει πολύ πίσω στο χρόνο. Μέχρι τον Καρλάιλ, τον Μποντλέρ, τον Φλωμπέρ και δεκάδες άλλους στο διάβα του εικοστού αιώνα. Αυτή η λογοτεχνική και πνευματική Δεξιά δεν ήταν ποτέ φιλελεύθερη και φιλική προς τον καπιταλισμό. Περιφρονούσε τους αριθμούς, τη λογιστική, τη λογική του Άγγλου μπακάλη όπως σάρκαζε ο Νίτσε που είναι ένας από τους εμπνευστές του ρεύματος.


Φυσικά, η 'κριτική' υποστήριξη του Ουελμπέκ στον Τραμπ υπακούει εδώ και κάτι άλλο: στον πόθο για πρόκληση και στο πάθος του σύγχρονου εστέτ που θέλει να αντιμάχεται τις κυρίαρχες (συντριπτικά) απόψεις του καλλιτεχνικού κόσμου. Ο ετερόδοξος της «δεξιάς» θέλει να μπαίνει στη μύτη της προοδευτικής κριτικής και να εμφανίζεται ως φωνή που αντιπολιτεύεται το κόμμα της παγκοσμιοποίησης, τις τεχνολογικές και κοινωνικές ουτοπίες του κόσμου μας.

 

Μετά από τους καιρούς της λογοκρισίας και κάποια χρόνια αυτολογοκρισίας, χρειαζόμαστε έναν δημόσιο χώρο χωρίς αποκλεισμούς και ολιγοπώλια. Χρειαζόμαστε ελευθερία και προστασία και για αυτούς τους 'αντιδραστικούς', τους αντίπαλους των ιδεών της χειραφέτησης, τους απαισιόδοξους και ζοφερούς τύπους που προαναγγέλλουν διάφορα δεινά.


Οι απόψεις του Ουελμπέκ όμως, πέρα από το παιχνίδι με την πρόκληση, δεν είναι τόσο απομονωμένες όσο φαίνονται. Ο Γάλλος συγγραφέας τυγχάνει να είναι ένας πλούσιος και ισχυρός άνδρας- δεν έχει επομένως ανάγκη από θεσμική υποστήριξη ούτε από την καλή γνώμη των πανεπιστημιακών για να υπάρξει ως επιτυχημένος συγγραφέας. Έχω την αίσθηση ότι πολλά από όσα υποστηρίζει (και φυσικά πάνε πολύ πιο μακριά από το πικάντικο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για έναν συγγραφέα που μιλάει με καλά λόγια για τον Τραμπ) αγγίζουν περισσότερους. Ένας αντιμοντέρνος και ειρωνικός συντηρητισμός επηρεάζει ανεξάρτητους καλλιτέχνες ή περιθωριοποιημένους λόγιους. Δύσκολα όμως μπορεί να υψώσει τη φωνή του ως αυτοδύναμη «πνευματική» Δεξιά.

 

Αυτό το πλέγμα απόψεων σπρώχνεται εκτός της εγκεκριμένης διανοητικής και ακαδημαϊκής ζωής- τουλάχιστον στα τμήματα ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών. Τι μπορεί να συμβεί; Στο πανεπιστήμιο, για παράδειγμα, πρέπει εμείς που δεν είμαστε καθόλου με αυτές τις αντιλήψεις (και την παράδοση της αντιμοντέρνας συντηρητικής κριτικής στην οποία εντάσσω και τον Ουελμπέκ) να υπερασπιζόμαστε τους φορείς τους. Να υπερασπιζόμαστε, για την ακρίβεια, το δικαίωμα κάποιου να απεχθάνεται τις προοδευτικές μας ιδέες, τα καλά μας αισθήματα, τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, τα εγκώμια στον Διαφωτισμό κλπ. Και αυτούς επίσης που εναντιώνονται στις παραδόσεις και στις εξηγήσεις της Αριστεράς και των ριζοσπαστισμών της για τον κόσμο, τη ζωή, τον άνθρωπο. Γιατί αυτό που λείπει συχνά είναι μια έντιμη και θαρραλέα αναγνώριση της πραγματικότητας: ότι μια ορισμένη Αριστερά δεν ανέχεται κανέναν άλλον κριτικό λόγο εκτός από τον δικό της.

 

Φυσικά, η 'κριτική' υποστήριξη του Ουελμπέκ στον Τραμπ υπακούει εδώ και κάτι άλλο: στον πόθο για πρόκληση και στο πάθος του σύγχρονου εστέτ που θέλει να αντιμάχεται τις κυρίαρχες (συντριπτικά) απόψεις του καλλιτεχνικού κόσμου.
Φυσικά, η 'κριτική' υποστήριξη του Ουελμπέκ στον Τραμπ υπακούει εδώ και κάτι άλλο: στον πόθο για πρόκληση και στο πάθος του σύγχρονου εστέτ που θέλει να αντιμάχεται τις κυρίαρχες (συντριπτικά) απόψεις του καλλιτεχνικού κόσμου.


Προφανώς ενοχλούμαι από κάποιες ιδέες του Ουελμπέκ. Κυρίως από την τάση του (που υπάρχει και σε άλλους αντιμοντέρνους) να προτάσσει τα αισθήματα αηδίας για διάφορα φαινόμενα του κόσμου μας και όλη αυτή η βαθιά ανθρωπολογική κριτική να καταλήγει σε φτωχά ή επικίνδυνα πολιτικά συμπεράσματα. Για παράδειγμα η τάση αυτή συμπορεύεται σήμερα με όλες τις εκδοχές συντηρητικού προστατευτισμού και αντιφιλελεύθερης πολιτικής. Αυτή τη στιγμή έχει διείσδυση ακόμα και στα Κίτρινα Γιλέκα προβάλλοντας στο κίνημα αυτό ένα μίγμα συντηρητικών και ριζοσπαστικών ιδεών και αισθημάτων με βασικό εχθρό τον 'φιλελεύθερο Μακρόν'.


Υπάρχει όμως κάτι που με θυμώνει περισσότερο. Το να μη συζητούμε αυτές τις ιδέες παντού. Το μην τις αφήνουμε να εκφραστούν με πλήρη ασφάλεια και ελευθερία, δίχως λοιδορίες και δίχως χοντροκομμένες απλουστεύσεις. Με ενοχλεί, ιδίως, όταν στο όνομα του αντιφασισμού παράγεται ένας νέου τύπου ολοκληρωτισμός.


Μετά από τους καιρούς της λογοκρισίας και κάποια χρόνια αυτολογοκρισίας, χρειαζόμαστε έναν δημόσιο χώρο χωρίς αποκλεισμούς και ολιγοπώλια. Χρειαζόμαστε ελευθερία και προστασία και για αυτούς τους 'αντιδραστικούς', τους αντίπαλους των ιδεών της χειραφέτησης, τους απαισιόδοξους και ζοφερούς τύπους που προαναγγέλλουν διάφορα δεινά.


Όλες οι φιγούρες που λιθοβολούνται εκ προοιμίου από τον εγχώριο ακαδημαϊκό και πολιτιστικό αυταρχισμό, ο 'νεοφιλελεύθερος', ο πλημμελώς προοδευτικός, ο ύποπτος για ακροδεξιές παρεκκλίσεις, όλοι πρέπει να μπορούν να μιλούν. Και να γίνονται και καθηγητές στα πανεπιστήμια- αν το θέλουν. Και να βραβεύονται με κρατικά βραβεία-αν το αξίζουν. Και να μην αντιμετωπίζονται ως δεύτερης διαλογής πνευματικοί άνθρωποι αλλά ως πολύτιμοι μέτοχοι στη Δημοκρατία των γραμμάτων.


Όταν κάτι τέτοιο θα περάσει στα ήθη μας και δεν θα εμφανίζεται ως σκάνδαλο, θα μπορούμε ίσως να πούμε ότι κάναμε ένα βήμα μπροστά. Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι θα έχουμε αφήσει πίσω και την τρομοκρατία που είναι η έσχατη μορφή λογοκρισίας. Και που πολλοί σε αυτή τη χώρα τη κολακεύουν ακόμα ως 'δικαιοσύνη΄ αφού λογοκρίνει τους κακούς της Ιστορίας.