ΔYO ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΝΕΣ πέρασαν από τις αποκαλύψεις της ιστιοπλόου Σοφίας Μπεκατώρου για σεξουαλική κακοποίηση σε νεότερη ηλικία από παράγοντα της ΕΙΟ, που πυροδότησαν το ξέσπασμα του ελληνικού #MeToo. Οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις που ακολούθησαν επεκτάθηκαν από τις σεξουαλικές επιθέσεις και παρενοχλήσεις στις εργασιακές, πήραν μορφή χιονοστιβάδας και εκτός από τον χώρο του αθλητισμού «πήραν αμπάριζα» αυτούς του κόσμου του θεάματος, της εκπαίδευσης, της δημοσιογραφίας ακόμα, επισκιάζοντας μέχρι και την πανδημία.

 

Εισαγγελικές έρευνες εξαγγέλθηκαν, καριέρες σπιλώθηκαν, υπολήψεις μουντζουρώθηκαν, αναστεναγμοί ανακούφισης ακούστηκαν που έσπασε επιτέλους η κακότροπη, σιχαμένη «ομερτά» που κυριαρχεί σε διάφορους επαγγελματικούς χώρους όσον αφορά τις διαδραματιζόμενες εκεί σχέσεις εξουσίας, με ή χωρίς «ροζ» περιεχόμενο, και κάποιοι τουλάχιστον από τους κατηγορούμενους ως δράστες τέτοιων πράξεων φαίνεται πως θα λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη – αν και προς ώρας μόνο ένας οδηγήθηκε ενώπιόν της, ο πρώην διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ενώ από παραιτήσεις υπευθύνων παραμένουμε στο απόλυτο μηδέν.


Πολύ καλά θα κάνουν βέβαια να λογοδοτήσουν, αν μιλάμε για την παλιομοδίτικη, συμπλεγματική, φανταρίστικη νοοτροπία που διακατέχει κάποια πρόσωπα και περιβάλλοντα (απαραίτητη η διευκρίνηση καθώς η άκριτη γενίκευση είναι εξίσου κακός σύμβουλος) και που θέλει τον «νέο» να υπομένει φυσικώ σχεδόν δικαίω μια σειρά κακοποιητικές λόγω ή/και έργω συμπεριφορές από «παλιοσειρές» και ιεραρχικά ανώτερους, επειδή τάχα «έτσι παίζεται το παιχνίδι» (αλήθεια τώρα; Ε ας μην το ξαναπαίξουμε αν είναι τόσο χάλια!), έτσι τα βρήκανε κι έτσι τα κάνουνε ή επειδή οι εν λόγω ιεραρχικά ανώτεροι θεωρούν ότι εφόσον είναι πια «φτασμένοι» εύλογο είναι να απολαμβάνουν ένα άλφα ακαταλόγιστο, μόνο για πάρτη τους φυσικά.

 

Και που πιθανόν να φτιάχνονται με την ίδια την ισχύ που απολαμβάνουν περισσότερο κι από την άνεση που τους δίνει να εκμεταλλευτούν πρόσωπα και πράγματα, όπως οι πρωταγωνιστές του παζολινικού «Σαλό», όμως ας μην μπούμε στα χωράφια της ψυχολογίας.

 

Η άκριτη, ντε φάκτο δαιμονοποίηση προσώπων και χώρων αλλά και το μέγεθος της πόλωσης που επικρατεί απειλούν να εξελιχθούν σε ένα κυνήγι μαγισσών ένθεν και ένθεν, με αποτέλεσμα οι πραγματικοί ένοχοι τέτοιων εγκλημάτων να βρουν εντέλει καταφύγιο στη σκιά του τέρατος που οι ίδιοι θα έχουμε δημιουργήσει.


Γεγονός είναι ότι γρήγορα ο αρχικός ενθουσιασμός συνοδεύτηκε από έναν κάποιο κόμπο στον λαιμό για τους ψυχραιμότερους κι αυτή δεν είναι μόνο προσωπική αίσθηση. Διότι στο νέο, πολλά υποσχόμενο πεδίο που ανοίχτηκε έσπευσαν να καταλάβουν όσο περισσότερο χώρο μπορούσαν οι μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις, τα τρολ, η υποκριτική σκανδαλολογία της κλειδαρότρυπας, ο (κατα)κίτρινος Τύπος, ο καθωσπρεπισμός, η λογική του οδοστρωτήρα, ο νεοπουριτανισμός, ο ηθικός πανικός –ειδικά όταν άρχισαν οι αναφορές σε ομοφυλόφιλες σχέσεις και πρακτικές, κάτι καθόλου τυχαίο–, οι κουτσομπολίστικες εκπομπές και τα εικονικά λαϊκά δικαστήρια των σόσιαλ μίντια, μπροστά στα οποία συχνά ωχριούν και οι αγριότερες σταλινικού τύπου διαπομπεύσεις και εκκαθαρίσεις ενόχων –πραγματικών ή φανταστικών–, «αντιφρονούντων» ή απλώς ανθρώπων που τολμούν να διατυπώσουν κάποια ερωτήματα προτού ρίξουν με τη σειρά τους στην πυρά ένα ακόμα προσάναμμα.

 

Υπήρξαν κάποιες μέρες που λάμβανα π.χ. απανωτά μηνύματα στο inbox να διαγράψω τον τάδε, επειδή υπάρχει η δείνα καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση ή βιασμό, και μάλιστα σε επιτακτικό, απειλητικό σχεδόν ύφος. Σχεδόν μάλιστα απορούσαν οι αποστολείς όταν διστακτικά έλεγα «ναι, ακούγεται σοβαρό και είναι απαράδεκτο και ποινικά κολάσιμο, αν πράγματι συνέβη, μήπως όμως να ακούσουμε και την άλλη πλευρά πριν την καταδικάσουμε;», καθώς αν αφαιρέσεις το τεκμήριο της αθωότητας από το ποινικό δίκαιο και τη δυνατότητα δίκαιης δίκης, ακόμα και για τον χειρότερο εγκληματία, καλωσορίζεις τον Μεσαίωνα. Και από κοντά να καραδοκεί ο κοινωνικά δηλητηριώδης νεοσυντηρητισμός, παρέα με τον ακροδεξιό οπορτουνισμό.

 

Γνωστή δημοσιογράφος π.χ. εγκαλεί τους... γονείς των ανήλικων θυμάτων ως υπεύθυνους («μάνα και πατέρα δεν είχανε;»), θεωρώντας προφανώς πως είναι καιρός να επιστρέψουμε στις εποχές που τα παιδιά ενηλικιώνονταν επίσημα στα 21 και μέχρι τότε μένανε σπίτι υπό αυστηρό γονεϊκό έλεγχο, οι δε κόρες κυκλοφορούσαν μόνο συνοδεία του πατέρα ή του αδελφού. Και το χειρότερο είναι ότι ακόμα και προοδευτικοί, υποτίθεται, άνθρωποι συμφωνούν ότι τα ισχύοντα όρια ηλικίας συναίνεσης «παραείναι» χαμηλά (σημειωτέον ότι εξισώθηκαν στα 15 έτη για κορίτσια και αγόρια μόλις το '17, εναρμονιζόμενα έτσι με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα).

 

Ο συντονιστής της ΚΟ της Ελληνικής Λύσης, Παύλος Μαρκάκης, ανησυχεί επειδή «τα τελευταία χρόνια προβάλλονται οι σεξουαλικές ιδιαιτερότητες των μειοψηφιών που θέλουν να καθιερωθούν, σε αντίθεση με τις φυσιολογικές» και κάνει λόγο για «μάστιγα που πέρασε και σε ανήλικα παιδιά αλλά και σε ενήλικες χωρίς τη συναίνεσή τους», το δε κόμμα του προτείνει χημικό ευνουχισμό και κατάσχεση περιουσίας για κάθε βιαστή και τους συνεργούς του (ένα ακραίο και αμφίβολης αποτρεπτικής ικανότητας μέτρο που συχνά υιοθετούν και σκληροπυρηνικοί της απέναντι πλευράς), ρυπαρά ταμπλόιντ ξερνάνε τέτοιο ομοφοβικό μίσος και υστερία, ώστε κάνουν τις βιτριολικές επιθέσεις της θεωρούμενης κιόλας τότε ούλτρα αριστερής –για να μην ξεχνάμε ότι ο διάβολος του ηθικού πανικού έχει πολλά ποδάρια– «Αυριανής» του Κουρή στον Μάνο Χατζιδάκι και τον Ιόλα στα '80s να φαντάζουν παιδικά πειράγματα.

 

Και όχι, δεν συνελήφθη με βάση τον αντιρατσιστικό ο εκδότης του πλέον περιώνυμου εξ αυτών αλλά για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων, του ίδιου δηλαδή που είχε παλιότερα χρησιμοποιηθεί για να διωχθούν δικαστικά ΛΟΑΤΚΙ έντυπα όπως το «Αμφί» και το «Κράξιμο». 

 

Όμως αν θες να κερδίσεις το στοίχημα μιας αλλιώτικης κοινωνίας, δεν θα το κάνεις υπερθεματίζοντας σε τάξη και ηθική, ειδικά αν ανήκεις σε μειονότητα ή ευάλωτη ομάδα – έτσι όχι μόνο ανοίγεις δρόμο στη λάθος πλευρά της ιστορίας αλλά τον περνάς κι από πάνω σου.


ΗΔΗ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ στη δημόσια σφαίρα έχει μετατεθεί –και όχι μόνο από τους χώρους που θα ανέμενε κανείς– από τις βαριές ευθύνες της κυβέρνησης, του υπουργείου Πολιτισμού, της δικαιοσύνης και άλλων ενδεχομένως δημόσιων και ιδιωτικών φορέων αφενός, την ύπαρξη ενός κακοποιητικού εξουσιαστικού συστήματος επιβολής, υποβολής και επίδειξης δύναμης, σε συνδυασμό με τη γενικότερη έλλειψη παιδείας και σεξουαλικής αγωγής αφετέρου, στα «κυκλώματα των ανώμαλων» που σε συνεργασία δήθεν με ΜΚΟ «μαστρωπούς» εκμεταλλεύονται στυγνά μέχρι και ανήλικα προσφυγάκια (στα οποία φυσικά η χώρα μας, ως γνωστόν, εξασφαλίζει αμέριστη προστασία και πληθώρα ευκαιριών), ξαναβάζοντας από το παράθυρο στον δημόσιο λόγο μυθολογία περί «γκέι Μαφίας» που δήθεν φτάνει μέχρι τα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας: ένα ελληνικό PizzaGate που δεν έχει δυστυχώς απήχηση μόνο σε ακροδεξιούς ψεκασμένους κύκλους αλλά και σε ενδόμυχα συντηρητικούς και λαϊκίστικους της απέναντι πλευράς.


Ο υπουργός Δικαιοσύνης πρότεινε πρόσφατα αυστηροποίηση της νομοθεσίας για τα σεξουαλικά εγκλήματα, μέτρο που φαίνεται να επιδοκιμάζει και η μεγάλη πλειοψηφία των συμπολιτών μας, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση. Προσωπικά σαφώς και συμφωνώ με μια νομοθεσία που δεν αρκεί να είναι αυστηρή απέναντι στους θύτες αλλά και να προστατεύει αποτελεσματικά τα θύματα και τους μάρτυρες, όπως και να μην αλληθωρίζει καθ' έξη απέναντι στους επώνυμους, τους ισχυρούς και τους διαπλεκόμενους.

 

Ούτε φυσικά σημαίνει κάτι το ότι επειδή κάποιες τακτικές και μέθοδοι, με ή χωρίς εισαγωγικά, ήταν παλιότερα καθεστώς, δεν θα πρέπει να ενοχλούν και τόσο – όχι, κανείς δεν θέλει να ξαναγυρίσουμε στον δάσκαλο με τη βέργα π.χ., ούτε και είδαμε προκοπή με δαύτον.

 

Στηρίζω επίσης ανεπιφύλακτα το δικαίωμα καθεμιάς και καθενός που βρέθηκε σε μια τέτοια θέση να βγει να καταγγείλει και να μιλήσει δημόσια γι' αυτό, όπου και όποτε κρίνει ότι μπορεί κι ότι αισθάνεται έτοιμη /-ος να το κάνει – το «victim blaming» μάς τελείωσε, οι κοινωνίες οφείλουν να ενθαρρύνουν τέτοιες φωνές.

 

Αναρωτιέμαι όμως πόσο θα αλλάξουν έτσι μεμιάς νοοτροπίες και συμπεριφορές σε μια χώρα από τα σχολεία της οποίας εξακολουθεί να απουσιάζει επίμονα και εκνευριστικά το μάθημα της Σεξουαλικής Αγωγής και που το υπουργείο Παιδείας της «συνδιοικεί» η Εκκλησία (της οποίας αν πιάσουμε τα ανάλογα σκάνδαλα θα ξημερωθούμε).

 

Αναρωτιέμαι, επίσης, για τον βαθμό προστασίας ενδεχόμενων θυμάτων ψευδών καταγγελιών, έστω κι αν διεθνώς αποτελούν ένα μικρό μόνο ποσοστό του συνόλου – γιατί σε κανέναν απολύτως δεν αξίζει να δυσφημιστεί, να δικαστεί και να φυλακιστεί άδικα, υπονομεύοντας έτσι και το όλο δικαιικό σύστημα. Η άκριτη, ντε φάκτο δαιμονοποίηση προσώπων και χώρων αλλά και το μέγεθος της πόλωσης που επικρατεί απειλούν να εξελιχθούν σε ένα κυνήγι μαγισσών ένθεν και ένθεν, με αποτέλεσμα οι πραγματικοί ένοχοι τέτοιων εγκλημάτων να βρουν εντέλει καταφύγιο στη σκιά του τέρατος που οι ίδιοι θα έχουμε δημιουργήσει. Επιπλέον, η ακατάσχετη σκανδαλολογία αφαιρεί στα μουλωχτά από το κάδρο το εργασιακό μπούλινγκ, που ούτε λιγότερο σοβαρό είναι ούτε λιγότερο κόσμο αφορά – αντιθέτως.