Υπάρχουν τόποι που βλέπουν στη θάλασσα, όμως έχουν μια ηπειρωτική καρδιά, γιατί είναι ουσιαστικά στραμμένοι προς τα μέσα. Αυτή είναι η πρώτη αίσθηση που είχα ερχόμενος στη Θεσσαλονίκη πριν από έντεκα-δώδεκα χρόνια.

 

Μεγαλώνοντας σε νησί και μάλιστα δίπλα σε λιμάνι, ένιωσα αμέσως τη διαφορά. Αισθάνθηκα πόσο δίκιο έχει ο ποιητής Γιώργος Θέμελης (κι αυτός γεννημένος στο νησί μου, τη Σάμο), γράφοντας για μια πολιτεία «μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία».

 
Από τη μία, η βαρύθυμη ύλη της που θυμίζει κάποιες κρυφές, πνιγμένες στην υγρασία αυλές σε ορισμένα στενά της Άνω Πόλης. Από την άλλη, η υαλώδης αχλή του Θερμαϊκού που συντηρεί μια αίσθηση εξωπραγματικού.


Αυτή η διφυής αλήθεια σώζει, νομίζω, τη Θεσσαλονίκη από τους πειρασμούς της. Από το να γίνει ένα διαρκές παράπονο για όσα της στέρησε η πολιτική και η Ιστορία ή από το να βολευτεί στον ρόλο μιας λίγο συντηρητικής, μα υπερβολικά αισθηματικής συμπρωτεύουσας.

 

Ας μην υποτιμούμε τις ειδωλολατρικές, ηδονιστικές λάμψεις της πόλης και το πώς από τη μία επιβεβαιώνει και από την άλλη διαψεύδει το κυρίαρχο ύφος της. Τα παιχνίδια της ανάμεσα στο ευσεβές και στο βέβηλο.

 
Το ποίημα του Θέμελη, παρά την τεράστια απόσταση ανάμεσα στο 1953, που είναι η ημερομηνία του, και στο σήμερα, νομίζω πως λέει ακόμα την αλήθεια. Το να περπατείς και να βουλιάζεις, όπως γράφει, είναι ένας τρόπος της Θεσσαλονίκης. Ο τρόπος που ονειρεύεται, κουβαλώντας τις πολλές κληρονομιές της. Η συγκατοίκηση της μαυρίλας και της ελπίδας στην ίδια την εμπειρία που προσφέρει στον διαβάτη της – όχι όμως και στον περιστασιακό προσκυνητή και επισκέπτη της.

 
Ας μην υποτιμούμε τις ειδωλολατρικές, ηδονιστικές λάμψεις της πόλης και το πώς από τη μία επιβεβαιώνει και από την άλλη διαψεύδει το κυρίαρχο ύφος της. Τα παιχνίδια της ανάμεσα στο ευσεβές και στο βέβηλο.


Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους, λέει ο ποιητής.

 

Η θάλασσα γνέφει προς τα υψώματα της πόλης, τα Κάστρα επιμελούνται τη συνομιλία τους με τον Όλυμπο και την Πιερία.

 

Το λιμάνι στην άκρη είναι ένα στεριανό πράγμα δίχως τη ζωή των πραγματικών λιμανιών.


Θέλω να πω εδώ ότι έχουν μεγάλο ενδιαφέρον η κοινωνική ρυμοτομία και τα εσωτερικά σύνορα της πόλης. Έχουν σημασία οι νεανικές και οι ενήλικες και οι γεροντικές της διαστρωματώσεις και επιμειξίες. Και έχουν πάντα νόημα τα ερωτήματα που βάζουμε για τον σκοπό και τις πιθανές διεξόδους της πόλης, για την εξωστρέφεια και την πορεία της στο μέλλον.

 

Αλλά χωρίς τη μεταφυσική της διάσταση, χωρίς το ποιητικό της σώμα, χωρίς τις παλινωδίες που τη στοιχειώνουν, η Θεσσαλονίκη μοιάζει ημιτελής. Γλώσσα τυφλή στη γεωγραφία, όπως τραγουδούσε κάποτε ο Σαββόπουλος για την Ελλάδα, μα θα ταίριαζε, πιστεύω, περισσότερο στη γενέθλια πόλη του.


Ι. Τοπίο

Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,
Πολιτεία διάφωτη σα μες στη νύχτα,
Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

Μες στην αφή, στα πράγματα, είν' ένας ουρανός.

Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν' ένας δεύτερος.

Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

Μπορούμε να τον υποκαταστήσουμε
Με κείνο το γαλάζιο στις παλιές εικόνες,
Ή μ' ένα σύμβολο διαστατό – ένα πρόσωπο,
Μονάχο, ανακλώμενο σ' ερήμους από φως.

Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,
Σα να 'σαι η εμπιστευτική τους διαμονή,
Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,
Σε συνοδεύει στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις.
Να σβήνεις και να χάνεσαι.
Να περπατείς και να βουλιάζεις.

Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν' αντηχείς σαν τις καμπάνες.

 

Γιώργος Θέμελης, Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953)