Στο συγγραφικό του έργο ασχολήθηκε με την ιστορία, την ερμηνεία, την κριτική και τη μετάφραση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Συμμετείχε σε πολυάριθμα συλλογικά έργα, όπως για παράδειγμα στην «Ιστορία της ελληνικής γλώσσας», τη «Διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», το «Δημοτικό τραγούδι από την αρχαιότητα ως σήμερα» και την «Ελληνική λογοτεχνία».


Το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Κόιντος Σμυρναίος» από το βιβλιοπωλείο της Εστίας αποτελούσε μια γενική μελέτη των «μεθ' Όμηρον» και του ποιητή τους. Ουσιαστικά, ήταν μια ερευνητική εργασία για τον Έλληνα επικό ποιητή και γραμματικό, του οποίου το έργο «Τα μεθ' 'Ομηρον» (= «τα μετά τον Όμηρο») ήταν η συνέχεια της διήγησης του Τρωικού Πολέμου, μετά απ' όσα αφηγείται η Ιλιάδα. Θεωρείται το αρχαιότερο σωζόμενο έργο που καλύπτει αυτή την περίοδο, αφού τα αρχαϊκά έργα του Επικού Κύκλου, τα οποία εκείνος γνώριζε και πήρε το υλικό του από αυτά, έχουν χαθεί.

 

Όταν κάποιες φορές, μαθητές ή φοιτητές, ρωτούσαν τη γνώμη του για τα λάθη του εκπαιδευτικού συστήματος, τα νευραλγικά παιδαγωγικά προβλήματα ή εξέφραζαν τους προβληματισμούς τους εκείνος τόνιζε: «Αυτή η πατρίδα μας έτυχε κι εγώ την αγαπώ».


Επίσης, μετέφρασε έργα του Αριστοφάνη, βιβλία όπως «Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή» της Jacqueline de Romilly ενώ προχώρησε και σε απρόσμενα εγχειρήματα όπως τη μετάφραση του γνωστού κόμικ «Αστερίξ» στα αρχαία Ελληνικά.


Μετέπειτα, ο σπουδαίος φιλόλογος, γιος του Ιωάννη Θ. Κακριδή και της φιλολόγου Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, συνέγραψε την «Αρχαία ελληνική γραμματολογία» αλλά και τον «Αρχαίο ελληνικό λόγο – Ιστορία ενός πειραματικού βιβλίου», γράφοντας για μια ομάδα καθηγητών - φιλολόγων οι οποίοι δίδαξαν πειραματικά, με νέα μέθοδο, το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών σε τέσσερα Λύκεια, αλλά λίγο πριν ολοκληρωθεί ο πειραματισμός, το υπουργείο Παιδείας τον ματαίωσε.

 

«Από τότε η εκπαιδευτική πραγματικότητα έχει αλλάξει· όμως η διδασκαλία των Αρχαίων εξακολουθεί να είναι προβληματική και μακάρι η γενική κατεύθυνση, οι όποιες καλές ιδέες και εφαρμογές εκείνης της προσπάθειας να βοηθήσουν, ώστε η διδασκαλία του Αρχαίου Κόσμου στα ελληνικά σχολεία να βρει μια μέρα τον δρόμο της», υποστήριζε.


Για την «Αρχαία ελληνική γραμματολογία» ο Δημήτρης Μαρωνίτης είχε πει: «Στις φιλολογικές αρετές του εγχειριδίου ανήκει η συστηματική οικονομία του, με την οποία συστήνεται επαρκώς η αρχαία ελληνική γραμματεία κατά εποχές, γένη και είδη. Σε κάθε γραμματολογικό κεφάλαιο προτάσσονται οι ιστορικές και οι κοινωνικές συνθήκες που περιβάλλουν τα γράμματα και τις τέχνες — πρωτοτυπία που δεν απαντά σε συμβατικότερες γραμματολογίες, δικές μας και ξένες. Με δυο λόγια: η γραμματολογία του Κακριδή προσφέρεται στον μαθητή και στον δάσκαλο των τριών γυμνασιακών τάξεων ως βιβλίο αναφοράς».


Την ίδια στιγμή ο συγγραφέας επισήμαινε: «Τον διδάσκουμε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο στα σχολεία μας· όμως τον διδάσκουμε κομματιασμένο: χωριστά η ιστορία του, χωριστά τα κείμενα, και πάλι, σε άλλη χρονιά και σε άλλες ώρες, ο Όμηρος, η τραγωδία, ο Ηρόδοτος, ο Αριστοφάνης. Δίκαια αναρωτιόμαστε αν οι μαθητές μας μπορούν με αυτά τα λιγοστά κομμάτια και θρύψαλα που τους δίνουμε να συνθέσουν μέσα τους μια συνολική εικόνα του αρχαίου κόσμου· και ακόμα πιο δύσκολα φανταζόμαστε πως τα καταφέρνουν αυτή η εικόνα να μην είναι στατική αλλά κινημένη, καθώς με τα γυρίσματα των καιρών ο αρχαιοελληνικός κόσμος άλλαζε πρόσωπα και εξελισσόταν. Για να συμπληρώσουμε λοιπόν τη διδασκαλία μας θα χρειαζόταν να προσφέρουμε, ας είναι και μόνο ως βιβλίο αναφοράς, μιαν ολοκληρωμένη εικόνα του αρχαίου κόσμου στην εξέλιξή του από τις πρώτες αρχές ως το τέλος. Εύκολο να το φανταστούμε, δύσκολο να γίνει· σχεδόν ακατόρθωτο, γιατί μαζί με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες το βιβλίο θα έπρεπε να παρουσιάζει, παράλληλα και εξελικτικά, τη λογοτεχνία και τις επιστήμες, τις καλές τέχνες και την τεχνολογία, τη φιλοσοφία και τη θρησκεία – όλα λίγο πολύ τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας.

 

Αν τελικά το βιβλίο μας επιγράφεται "Αρχαία ελληνική γραμματολογία" και περιορίζεται σε μιαν ιστορία των ελληνικών γραμμάτων από την Ομηρική εποχή ως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, δεν είναι μόνο γιατί ο συγγραφέας του είναι κλασικός φιλόλογος· είναι και γιατί περισσότερο από κάθε τι άλλο τα γράμματα, δηλαδή τα μνημεία του λόγου, φανερώνουν τη φυσιογνωμία των καιρών, τη λογοτεχνική και την επιστημονική προκοπή, τις κυρίαρχες αξίες, τις αισθητικές προτιμήσεις, τα ήθη και τα έθιμα, τον πολιτισμό γενικά. Προσπαθήσαμε άλλωστε, στις εισαγωγές των μεγάλων κεφαλαίων και όπου αλλού δινόταν ευκαιρία, να δώσουμε πληροφορίες και για τις εξελίξεις στην πολιτική ιστορία, στις κοινωνικές συνθήκες, στην οικονομία, στη θρησκεία και στις εικαστικές τέχνες.

 

Κατά τα άλλα ο συγγραφέας μιας γραμματολογίας δεν έχει πολλά να υποσχεθεί, ούτε μεγάλα περιθώρια να νεωτερίσει. Τα περισσότερα στοιχεία είναι γνωστά, θησαυρισμένα από τους προγενέστερους, και δεν του μένει παρά να επιλέξει όσα χρειάζεται, να τα οργανώσει και να τα εκθέσει με τον τρόπο του. Ακόμα, γράφοντας για το σχολείο, ο γραμματολόγος είναι υποχρεωμένος να παραβεί ένα διδακτικό κανόνα που ορίζει ότι οι γενικές διαπιστώσεις και κρίσεις σωστό είναι να συνάγονται από τα πράγματα, όχι να δίνονται έτοιμες στον μαθητή να τις υιοθετήσει. Πιο αποτελεσματικό από το να γράψουμε ότι ένα έργο είναι συναρπαστικό ή βαρετό, και ο συγγραφέας του πανάξιος ή αδέξιος, θα ήταν να δώσουμε στον μαθητή και στον δάσκαλο να ιδούν ας είναι και ένα μικρό δείγμα, να κρίνουν μόνοι τους. Όμως αυτή τη δυνατότητα οι γραμματολογίες δεν την έχουν».


Ο μεγάλος δάσκαλος Φάνης Κακριδής ξεχώριζε για την παρεμβατική του αρθρογραφία, το σπάνιο ήθος, καθώς και την ευαισθησία του ως προς τη χρήση της γλώσσας. Αγαπούσε πολύ τις παροιμίες και δήλωνε πιστός οπαδός της ομάδας του Πανιωνίου. Έλεγε συχνά, αστειευόμενος στους μαθητές των σχολείων που επισκεπτόταν, ότι, μεταξύ άλλων, ένιωθε περηφάνια που το 1948 ο Πανιώνιος έλαβε το «Κύπελλο Ήθους». Για κείνον οι αθλητικές συζητήσεις ήταν ένας τρόπος προσέγγισης των νέων στα διάφορα σχολεία που τον καλούσαν για να συζητήσει μαζί τους.


Ο λόγος του ήταν σαγηνευτικός, ακριβής και μετρημένος. Είχε ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ ενώ μαθητές και φοιτητές, πάντοτε, τον άκουγαν με προσήλωση.

 

Κάποτε σε κάποιους μαθητές λυκείου σε μια επαρχιακή πόλη είχε πει: «Μόρφωση είναι αυτό που σου μένει όταν ξεχάσεις όλα όσα έμαθες στο σχολείο». Στην ίδια ομιλία είχε προσθέσει: «Όλη η γλωσσική διδασκαλία που τόσο σας βασανίζει είναι ένα εργαλείο και τίποτα παραπάνω. Δεν θαυμάζουμε τον αρχαίο κόσμο για τα ενρινόληκτα ρήματα, ούτε για τα είδη των υποθετικών λόγων. Θαυμάζουμε τον αρχαίο κόσμο ως ένα ισορροπημένο σύνολο, την αρχαία κοινωνία ως ένα θαυμάσιο υπόδειγμα με τις φωτεινές και τις σκοτεινές πλευρές της. Η αρχαία φράση χτίζεται πάνω σε ένα "μεν και δε". Αυτό σημαίνει ότι έχω δύο σκέψεις που δεν συμβιβάζονται αλλά μπορείτε εσείς να αποφασίσετε αν μπορούν να συνυπάρξουν. Εσείς, λοιπόν, οι υποψήφιοι φιλόλογοι θα έχετε τη δυνατότητα να πλησιάζετε, κι εγώ δεν έχω φτάσει στην κατανόηση του φαινομένου "μεν - δε". Ελπίζω να είστε μελετηροί όσοι πάτε για φιλολογία, θέλει διάβασμα αλλά δίνει φτερά».

 

Για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών σε μια παλαιότερη διάλεξή του που είχε αναδημοσιευτεί στο τεύχος 140 του περιοδικού «Φιλόλογος», διατύπωνε τα παρακάτω: «Παλιά γλωσσολογική αρχή διδάσκει ότι καθένας μαθαίνει, θυμάται, αναγνωρίζει και χρησιμοποιεί τις λέξεις που του χρειάζονται. Τα Ελληνόπουλα γνωρίζουν και χρησιμοποιούν τις λέξεις βοήθεια και υποστήριξη, και προκοπή και επιτυχία. Γιατί να θυμώσουμε, όταν τύχει μερικά να μην ξέρουν και την αρωγή και την ευδοκίμηση; Οπωσδήποτε στη θεωρία ότι τα αρχαία ελληνικά ωφελούν τα νέα ελληνικά ολόκληρο το βάρος πέφτει στις λέξεις – και γι' αυτό άξονας και αρχή σοφίας στο βιβλίο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι η παραγωγή και η σύνθεση. Ότι όμως και στις λέξεις, αλλά κυρίως στη γραμματική και στη σύνταξη, η πρώιμη και επίμονη γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων παράλληλα με τη γλωσσική διδασκαλία των Νέων Ελληνικών προκαλεί σύγχυση, αποπροσανατολίζει και νοθεύει το αδιαμόρφωτο ακόμα γλωσσικό ένστικτο των παιδιών του γυμνασίου, και ότι στις εκθέσεις των μαθητών όλο και περισσότερο ξεφυτρώνουν λάθη «ελληνισμού»: ελληνικούρες, βαρβαρισμοί, σολοικισμοί και ακυρολεξίες – αυτά τα ξεχνούμε. Προσωπικά το πιστεύω, αλλά δεν γίνεται να το αποδείξω ότι οι υπόγειοι αυτόματοι μηχανισμοί της αντίδρασης την καλωσορίζουν τη γλωσσική σύγχυση και τη ροπή προς τους αρχαϊσμούς, που πια έχει πάρει μορφή επιδημίας, ακόμα και όταν οδηγούν σε λάθη. Αφού χάθηκε για πάντα η καθαρεύουσα, τουλάχιστον ας εδραιωθεί ως νεοκαθαρεύουσα αυτή η αλληθωρίζουσα μεικτή – και έχει ο Θεός. Άλλωστε τη γλωσσική αναρχία την ευνοεί, και το γενικότερο μεταμοντέρνο κλίμα, όπου tout va: όλα, και τα σωστά και τα λάθη, και τα ταιριαστά και τ' αταίριαστα, συνυπάρχουν πλάι-πλάι και γίνονται δεκτά. Γιατί όχι; Δημοκρατία έχουμε. {...}


Όμως αυτό που με ανησυχεί ως δάσκαλο και φιλόλογο είναι πως στο συγκεκριμένο θέμα της διδασκαλίας της ελληνικής αρχαιότητας, χρόνια τώρα το υπουργείο, θεσμικός ρυθμιστής της σχολικής πράξης, για λόγους ους οίδε Κύριος, κυβερνημένο από ακατάλληλους ανθρώπους και ξεκινώντας από σφαλερές αρχές, οδηγείται και μας οδηγεί σε λάθος κατεύθυνση.


Αναρωτιέται κανείς τι κάνουμε· ή, καλύτερα, τι μπορούμε να κάνουμε σε μια τέτοια περίπτωση οι δάσκαλοι; Η εύκολη και πιο συνηθισμένη λύση είναι να μην κάνουμε τίποτα. Υπάλληλοι είμαστε, εκτελούμε άνωθεν εντολές και ευθύνη δεν έχουμε. Ύστερα, μην ξεχνούμε ότι η γλωσσική διδασκαλία των Αρχαίων στο γυμνάσιο, είτε είναι σωστή είτε όχι, από τη μια δεν απαιτεί προετοιμασία από τον καθηγητή, από την άλλη ναι, βγάζει ιδιαίτερα. Δεν το λέω για να κατηγορήσω συναδέλφους. Είναι δικαιολογημένο οι καθηγητές να ενισχύουν το εισόδημά τους με ιδιαίτερα, όσο οι μισθοί μένουν τόσο χαμηλά· και ακόμα, αποτελούν εκπαιδευτική ανάγκη για τους μαθητές τα ιδιαίτερα μαθήματα και τα φροντιστήρια, όσο το αναλυτικό πρόγραμμα είναι τόσο φορτωμένο. Για να το δούμε και από την άλλη μεριά: το υπουργείο δεν θα μπορούσε να ορίζει τόσο φορτωμένα προγράμματα, αν δεν υπήρχαν τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα να εξασφαλίζουν την άνετη διδασκαλία, την επανάληψη και την εμπέδωση της ύλης».


Κλείνοντας είχε επισημάνει: «Έχουμε μιαν ονειρεμένη χώρα και τη μετατρέπουμε σε χωματερή, έτσι έχουμε και μια πανέμορφη γλώσσα που την κακοποιούμε, έτσι έχουμε και μια λαμπρή αρχαία κληρονομιά, που την αφήνουμε ανενεργή, μετατρέποντάς την από μορφωτικό αγαθό σε μαθησιακό εφιάλτη. Και θυμίζω πως για τη γλώσσα και την αρχαία κληρονομιά πρώτοι υπεύθυνοι είμαστε εμείς, οι φιλόλογοι».


Αιρετικός, τολμηρός και μαχητικός. Παρακολουθούσε με έντονο ενδιαφέρον την πορεία της εκπαιδευτικής πολιτικής, παρά το γεγονός ότι από το 2000 είχε σταματήσει να έχει άμεση σχέση με τον πανεπιστημιακό χώρο. Θύμωνε αρκετά με τις επιλογές των πολιτικών στο θέμα των αλλεπάλληλων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, γι' αυτό δεν δίσταζε να χαρακτηρίζει τους υπουργούς Παιδείας ως «εκπαιδευτικώς αγράμματους».


Για το θέμα του «Κρυφού Σχολειού» είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του εναντίον των απόψεων πολλών ιστορικών λέγοντας: «Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Ήπειρο, δυσκολευόμουν πάντα να πιστέψω αυτό που τον τελευταίο καιρό με έμφαση υποστηρίζουν οι ιστορικοί: ότι το "Κρυφό Σχολειό" είναι καθαρός μύθος, με τη σημερινή έννοια της λέξης. Προτιμούσα να το θεωρώ θρύλο, πιστεύοντας ότι πρέπει να κρύβεται κάποια αλήθεια πίσω από τις λαϊκές διηγήσεις που ακούει κανείς συχνά από τους καλογέρους ή την εκκλησάρισσα, όταν επισκεφτεί, για παράδειγμα, τη Μονή των Φιλανθρωπηνών, στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, κι άλλους πολλούς παρόμοιους τόπους. Μια αλήθεια που βέβαια δεν τη φανταζόμουν να ταυτίζεται με το "Φεγγαράκι μου Λαμπρό", ούτε με "Το κρυφό σχολειό" του Ν. Γύζη (1886) και το ομώνυμο ποίημα του Ι. Πολέμη (1900). Ότι δεν υπάρχουν ρητές μαρτυρίες σύγχρονες με τη λειτουργία του Κρυφού Σχολειού, το θεωρούσα πολύ φυσικό: Ποιος και γιατί θα κατέγραφε στα χρόνια της δουλείας μια πατριωτική πράξη, που γινόταν άτυπα κι εθελοντικά, πίσω από την πλάτη της τουρκικής εξουσίας;».


Το τελευταίο χρονικό διάστημα προσπαθούσα επίμονα να τον μεταπείσω για να μου παραχωρήσει μία συνέντευξη. Λίγο καιρό πριν, στο τελευταίο αίτημα, μου απάντησε με τον ίδιο χαρακτηριστικό του ευγενικό τρόπο γράφοντας: «Φίλε κ. Πανταζόπουλε, ευχαριστώ για την τιμητική σας πρόσκληση, αλλά δεν θ' ανταποκριθώ. Κάτω από τον σημερινό κοινωνικοπολιτικό αστερισμό αποφεύγω, συνειδητά, να συζητώ δημόσια. Σας εύχομαι κάθε καλό».


Όταν κάποιες φορές, μαθητές ή φοιτητές, ρωτούσαν τη γνώμη του για τα λάθη του εκπαιδευτικού συστήματος, τα νευραλγικά παιδαγωγικά προβλήματα ή εξέφραζαν τους προβληματισμούς τους, εκείνος τόνιζε: «Αυτή η πατρίδα μας έτυχε κι εγώ την αγαπώ».


Και κατέληγε με το εξής: «Κρατάμε όλοι μας από ένα κεράκι που σπάει το σκοτάδι. Όλο το σκοτάδι του κόσμου δεν μπορεί να σβήσει ένα κεράκι. Μπορούν οι άνεμοι και κυκλοφορούν πολλοί άνεμοι. Το κεράκι είναι η ελπίδα μας. Κυκλοφορεί τόσο άχυρο στην εποχή μας ώστε όλο και θα την ανάψαμε την πυρκαγιά που χρειάζεται. Με το κεράκι μας».