Τα άσχημα νέα διαδόθηκαν πολύ γρήγορα, πριν από λίγο καιρό, και έφθασαν παντού στον κόσμο, συγκινώντας βαθιά το κοινό της τζαζ και της κλασικής μουσικής.

 

Ο μεγάλος Αμερικανός πιανίστας Keith Jarrett, γεννημένος πριν από 75 χρόνια κάπου στην Πενσυλβάνια, ενδέχεται να μην ξαναπαίξει ζωντανά πιάνο, και βεβαίως να μην ξαναηχογραφήσει ως πιανίστας.

 

Τα δύο εγκεφαλικά επεισόδια που υπέστη το 2018 έχουν επηρεάσει την αριστερή πλευρά του σώματός του, ενώ ως φαίνεται έχει προσβληθεί και η μνήμη του.

 

Όλοι εύχονται το καλύτερο γι' αυτόν τον τρανό μουσικό και κανείς ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσει (απ' όσους είχαν την τύχη να τους συμβεί) τι σημαίνει να παρακολουθείς ένα live ένα κονσέρτο του Keith Jarrett ή ακόμη και ν' αφήνεσαι στους πολλούς και καταπληκτικούς δίσκους του.

 

Για μερικούς απ' αυτούς τους δίσκους του αμερικανού μουσικού, που κυκλοφόρησαν τα πιο πρόσφατα χρόνια στην γερμανική εταιρεία ECM Records (εισάγεται στην Ελλάδα από την AN Music), θα γράψουμε στη συνέχεια.

 

Ο Jarrett δεν παίζει απλώς «τα πάντα», όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά το κάνει και μ' έναν τρόπο απολύτως προσωπικό, συνδυάζοντας στο σετ του λυρισμό, δύναμη, αρμονικό πλούτο, θεάρεστες μελωδίες, πολυρυθμίες και αβαντγκάρντιες, στιγμές γαλήνης και νηνεμίας, μαζί με πιανιστικούς «τυφώνες» και «καταιγίδες», όντας πάντα «μόνος του» στην αίθουσα (σε κάθε αίθουσα) και σε απόλυτη εκστατική κατάσταση.

 

Να λοιπόν, στην αρχή, το "After All", με ηχογραφήσεις από το 1998, μέσω του οποίου μαθαίνουμε και για κάποια άλλα προβλήματα υγείας που ταλαιπωρούσαν, από παλιά, τον διάσημο μουσικό.

 

Keith Jarrett: μια συνύπαρξη με τους διαχρονικούς φίλους και συνεργάτες του Gary Peacock και Jack DeJohnette

KEITH JARRETT / GARY PEACOCK / JACK DeJOHNETTE: After the Fall

[2CD, ECM, 2018]

Πριν πούμε ό,τι πρέπει να πούμε ας δώσουμε τον λόγο στον Keith Jarrett, ο οποίος προλογίζει το "After the Fall" στο ένθετο του άλμπουμ:

 

«Για περισσότερα από δύο χρόνια (από τo φθινόπωρο του 1996 έως το 1998), υπέφερα από το "σύνδρομο χρόνιας κόπωσης" και δεν μπορούσα να παίξω πιάνο για τον κόσμο. Το "A Multitude of Angels" ήταν η τελευταία μουσική φάση μου πριν πιάσω το σημείο μηδέν, κοιτάζοντας το πιάνο και αδυνατώντας να παίξω κάτι. Καθώς ο γιατρός μου κι εγώ ψάχναμε για το τι θα γίνει τελικά, σταδιακά (πολύ σταδιακά) άρχισα να βελτιώνομαι – παρά ταύτα αν άρχιζα να ξαναπαίζω η υποτροπή θα ήταν πολύ κοντά.

 

Προς το τέλος εκείνης της περιόδου αποφάσισα να δοκιμάσω να παίξω με το τρίο στο στούντιό μου. Αυτές ήταν και οι πρώτες πρόβες (στις αρχές του 1998) από τότε που σταμάτησα. Θυμάμαι μια πρώτη πρόβα ένα απόγευμα και ξαναφέρνω στη μνήμη μου το δείπνο που είχα εκείνο το βράδυ. Άφησα απότομα το τραπέζι και δεν ήμουν καθόλου αισιόδοξος για το τι θα γίνει. Λίγο αργότερα προσπαθήσαμε ξανά, και τότε ένιωσα πως δεν είχα άλλη επιλογή από το να τεστάρω τον εαυτό μου στις συνθήκες μιας αληθινής συναυλίας, κατά προτίμηση κοντά στο σπίτι μου, στο New Jersey.

 

Το Newark είχε μια νέα αίθουσα συναυλιών και απείχε περί τη μία ώρα με το αυτοκίνητο. Οργανώσαμε λοιπόν εκείνη τη συναυλία, τον Νοέμβριο του 1998, σαν ένα είδος πειράματος. Είπα στους φίλους μουσικούς ότι, για μένα, το bebop παίξιμο μπορεί να είναι η καλύτερη ιδέα, γιατί αν και απαιτούσε μεγάλη τεχνική, δεν πίστευα ότι θα χρειαζόταν να παίζω τόσο σκληρά, όπως έκανα συχνά (καθώς η ενέργειά μου ήταν ακόμη πολύ χαμηλή και δεν μου επέτρεπε να τα δίνω όλα). Έτσι αν ακούγομαι "κάπως" στον δίσκο, είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο.

 

Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι όλοι μας νοιώθαμε ok με την αίθουσα, αφού μπορούσαμε να ακούσουμε ο ένας τον άλλον καλά – παρ' όλα αυτά όμως δεν είχαμε κανονίσει να καταγραφεί το live επαγγελματικά. Μας βοήθησε ο χώρος βέβαια, που ήταν αρκετά καλός, ώστε μία απ' ευθείας μίξη σε πραγματικό χρόνο να αποδειχθεί αρκετή, για να δημιουργήσει τελικά μια ταινία DAT, που κι αυτή ήταν μια χαρά.

 

Μετά από 'κείνο το live στο Newark πέρασα από μια σταδιακή διαδικασία ανάκαμψης, αφού, κατά το επόμενο έτος ή περίπου, υπήρξαν κάποιες υποτροπές, με τα ενεργειακά μου επίπεδα να αιωρούνται και να ρέουν μπροστά και πίσω κάπως σαν τις παλίρροιες.

 

Έτσι, αυτό που ακούτε εδώ δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά ένα πείραμα για μένα, από το οποίο φάνηκε ότι θα μπορούσαμε να παίξουμε και πάλι όλοι μαζί. Παρ' όλα αυτά ένοιωσα μιαν έκπληξη, όταν άκουσα πόσο καλά δούλευε η συγκεκριμένη μουσική – πράγμα που με οδήγησε να αποφασίσω πως θα έπρεπε τελικά να την κυκλοφορήσω, αφού η τελευταία νότα που είχα παίξει, μέχρι εκείνη την εποχή, ήταν σ' ένα live στη Γένοβα, το φθινόπωρο του '96.

 

Για μένα αυτή δεν είναι απλά μια ιστορική εγγραφή, αλλά μια πραγματικά μεγάλη συναυλία. Απολαύστε την!».

 

Ο Jarrett από πολύ νωρίς περιφρουρούσε την απόλυτη ησυχία στις συναυλίες του, είτε σε κλειστούς χώρους, είτε σε ανοιχτούς, απαγόρευε το κάπνισμα, σε μιαν εποχή όπου κάτι τέτοιο, ιδίως σε ανοικτούς χώρους, εθεωρείτο σχεδόν ανήκουστο, απαγόρευε τις φωτογραφήσεις και τις βιντεοσκοπήσεις κ.λπ., κάτι που είχε δημιουργήσει μιαν αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, ακόμη και σε μια μερίδα της κριτικής, η οποία έβλεπε σε τέτοιου είδους κινήσεις μιαν επίδειξη εκκεντρικότητας και ελιτισμού. Φωτογραφία: Rose Anne Colavito / ECM Records
Ο Jarrett από πολύ νωρίς περιφρουρούσε την απόλυτη ησυχία στις συναυλίες του, είτε σε κλειστούς χώρους, είτε σε ανοιχτούς, απαγόρευε το κάπνισμα, σε μιαν εποχή όπου κάτι τέτοιο, ιδίως σε ανοικτούς χώρους, εθεωρείτο σχεδόν ανήκουστο, απαγόρευε τις φωτογραφήσεις και τις βιντεοσκοπήσεις κ.λπ., κάτι που είχε δημιουργήσει μιαν αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, ακόμη και σε μια μερίδα της κριτικής, η οποία έβλεπε σε τέτοιου είδους κινήσεις μιαν επίδειξη εκκεντρικότητας και ελιτισμού. Φωτογραφία: Rose Anne Colavito / ECM Records

 

Κάπως έτσι οι Keith Jarrett πιάνο, Gary Peacock κοντραμπάσο και Jack DeJohnette ντραμς θα βρεθούν την 14η Νοεμβρίου 1998 στο New Jersey Performing Arts Center (στο Newark του New Jersey), ερμηνεύοντας στάνταρντ στο πρώτο μέρος (CD 1) και διασκευές απ' όλο το τζαζ σώμα στο δεύτερο (CD 2), εντυπωσιάζοντας με την απλότητα και τη μεστότητα των παιξιμάτων τους, αποδεικνύοντας για μιαν ακόμη φορά πως μόνον όποιος ξέρει να ξεσκονίζει τις ρίζες είναι και ο αληθινά πρωτοπόρος. Εκείνος, δηλαδή, που μπορεί να δώσει και πρωτοποριακό έργο.

 

Κάτω, λοιπόν, από τις συγκεκριμένες συνθήκες το εν λόγω set αποδεικνύεται πλήρως ουσιαστικό, προκειμένου να διακριβωθεί η ετοιμότητα όχι μόνον του Jarrett, αλλά και των υπολοίπων, αφού τα στάνταρντ και οι versions προσφέρονται για κάτι τέτοιο (για πολλούς και διαφορετικούς λόγους).

 

Κι έτσι, από το "The masquerade is over", το "Scrapple from the apple" (Charlie Parker), το "Old folks" και το "Autumn leaves" περνάμε σε συνθέσεις των Bud Powell, Sonny Rollins, Paul Desmond, John Coltrane κ.λπ., μαζί με "When I fall in love" και "Santa Claus is coming to town"(!), προκειμένου να φανεί, γιατί οι αληθινά μεγάλοι μουσικοί δεν κωλώνουν μπροστά σε τίποτα, μετατρέποντας και το πιο απλό τραγουδάκι σ' ένα κατά το μάλλον ή ήττον έργο Τέχνης.

 

Ένα απολαυστικό 2CD, από τρεις διαπρεπείς οργανοπαίκτες, που απευθύνεται σ' όλο τον κόσμο. Αυτό είναι το "After the Fall"!

 

Ο Keith Jarrett ως σόλο πιανίστας

Τα σόλο-πιάνο άλμπουμ του Keith Jarrett είναι από μόνα τους ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Είναι εκείνα τα άλμπουμ, στα οποία ο μέγας αυτός μουσικός όχι όλη την άνεση, όλο το χρόνο, προκειμένου να ξεδιπλώσει τις απίστευτες ερμηνευτικές ικανότητές του.

 

Η εταιρεία με την οποία συνεργάζεται ο Jarrett από το 1972, σχεδόν 50 χρόνια τώρα, η γερμανική ECM Records του Manfred Eicher, έχει κυκλοφορήσει 25 (!) τέτοια σόλο πιάνο του, πολλά εκ των οποίων είναι διπλά, τριπλά, τετραπλά, ακόμη και δεκαπλά(!) LP ή CD. Ισχύει δηλαδή αυτό που γράψαμε πιο πάνω, περί της παρεχόμενης «χωρικής άνεσης», στον απόλυτο βαθμό.

 

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουν κυκλοφορήσει ακόμη τέσσερα σόλο πιάνο άλμπουμ του Keith Jarrett στην ECM (ηχογραφημένα παλαιότερα βεβαίως) και γι' αυτά θα γράψουμε τώρα.

 

KEITH JARRETT: La Fenice

[2CD, ECM, 2018]

Ένα σόλο πιανιστικό άλμπουμ του Keith Jarrett είναι συχνά ό,τι αναμένει ένας φαν της τζαζ. Σίγουρα αναμένει και άλλα (ο φαν της τζαζ), αλλά ο Jarrett μπροστά στο πιάνο του θα εμπεριέχει και θα συμβολίζει πάντα κάτι το κλασικό, σε συνδυασμό με το απρόσμενο. Και αυτό είναι που θα κάνει, πάντα, την περίπτωσή του μοναδική.

 

Σ' αυτήν τη σειρά των σόλο-πιάνο του βιρτουόζου Αμερικανού έρχεται να πάρει τη θέση του και το "La Fenice" – ένα live από το Gran Teatro La Fenice της Βενετίας, που συνέβη την 19η Ιουλίου 2006 και που αποκρυσταλλώνεται, και αυτό, σ' ένα διπλό CD.

 

Στο πρώτο μέρος, που διαρκεί περί τα 45 λεπτά, ο Keith Jarrett αποδίδει μια σειρά δικών του συνθέσεων-αυτοσχεδιασμών, με τίτλους από "Part Ι" έως και "Part V". Κατά τα ειωθότα ο Jarrett ανασκαλεύει όλο το πιανιστικό παρελθόν της jazz, με μνήμες ακόμη και από το rag, μέχρι τα πιο σύγχρονα ατονικά και avant ιδιώματα, με το δικό του μοναδικό τρόπο (στην ηχογράφηση ακούγονται μέχρι και οι ψίθυροί του ή οι σιγανοί βοκαλισμοί του, όταν σε φάση πλήρους «δοσίματος» επιχειρεί να συνοδέψει και με αυτόν τον τρόπο τα κομμάτια του).

 

Στο δεύτερο μέρος, που διαρκεί περί τα 52 λεπτά, το ρεπερτόριο αλλάζει. Υπάρχουν βεβαίως άλλα τρία «προσωπικά» μέρη ("Part VI", "Part VII" και "Part VIII"), όμως υπάρχουν και διασκευές σε στάνταρντ, όπως και σε μια παλαιά δική του σύνθεση, την "Blossom" (από τις μέρες του '74, και του κουαρτέτου που είχε τότε με τους Jan Garbarek, Palle Danielsson και Jon Christensen).

 

Τα στάνταρντ, δηλαδή το "The sun whose rays" των Gilbert & Sullivan, το "Stella by starlight" (Young / Washington), όπως και το παραδοσιακό "My wild irish rose", είναι και αυτά ενδεικτικά των αναφορών αυτών των πολύ μεγάλων πιανιστών (όπως και των απλώς μεγάλων ή και όλων των υπολοίπων), όπως και της διάθεσής τους να αναμετρηθούν με το καθιερωμένο, ανατρέποντάς το, πάντα μέσω μιας δημιουργικής προσέγγισης σε όλα τα βασικά συστατικά του.

 

Το επόμενο σόλο-πιάνο άλμπουμ του Keith Jarrett είναι κλασικό και είναι απλώς αριστουργηματικό.

 

KEITH JARRETT: J.S. Bach, The Well-Tempered Clavier Book I

[2CD, ECM New Series, 2019]

Τον Φεβρουάριο του 1987, στην πόλη Oxford του New Jersey, ο Keith Jarrett ηχογραφεί το άλμπουμ "Das Wohltemperierte Klavier Buch I", δηλαδή το «Καλώς Συγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο, Τόμος 1» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, που θα κυκλοφορούσε την επόμενη χρονιά (1988) σ' ένα περιποιημένο 2LP από την ECM.

 

Ήταν η πρώτη φορά που καταπιανόταν, δισκογραφικά, ο Jarrett με συνθέσεις του μεγάλου κάντορα, όπως ήταν και η πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρά του πάνω στο συγκεκριμένο έργο, που τώρα έχει μια συνέχεια – γραμμένη, όμως, εκείνη την εποχή. Λέμε για το 2CD "J.S. Bach, The Well-Tempered Clavier Book I", που είναι ηχογραφημένο ζωντανά, την 7η Μαρτίου 1987 (ένα μήνα μετά την στούντιο εγγραφή), στο Troy Savings Bank Music Hall, στην Troy, της Νέας Υόρκης.

 

Ό,τι και να πούμε για τον κλασικό Keith Jarrett, πόσω μάλλον για το συγκεκριμένο έργο του Μπαχ, το ερμηνευμένο από τον Jarrett, θα είναι και κοινό, και οπωσδήποτε χιλιοειπωμένο και χιλιογραμμένο.

 

Κοντολογίς, εδώ έχουμε να κάνουμε με τα... άγια των αγίων και με τα κλασικά των κλασικών, τα οποία αποδίδονται με θαυμαστή ενάργεια από έναν διακεκριμένο πιανίστα, που γνωρίζει πώς να κινείται, όπως όλοι ξέρουν, σε τελείως διαφορετικές αισθητικές περιοχές (από το μπαρόκ, μέχρι την jazz και τη «σύγχρονη μουσική» και σε ό,τι υφίσταται ενδιαμέσως).

 

Χαλαρώνεις, ακούς και απολαμβάνεις. Τίποτ' άλλο.

 

J.S. Bach: The Well-Tempered Clavier: Book 1, BWV 846-869 - 1. Prelude in C Major, BWV 846...

 

Τα επόμενα δύο σόλο-πιάνο άλμπουμ του Keith Jarrett, που είναι και τα πλέον πρόσφατα, αφορούν στην ευρωπαϊκή περιοδεία του τού 2016, που ήταν και η τελευταία του, αν δεν υπάρξει κάτι ευχάριστο άλλο...

 

KEITH JARRETT: Munich 2016

[2LP/ 2CD, ECM Records, 2019]

Τα σόλο πιανιστικά κονσέρτα του Keith Jarrett είναι άπειρα. Πάμπολλα, περαιτέρω, είναι και τα δισκογραφημένα του –25 όπως είπαμε λίγο πιο πάνω– καθώς ο διάσημος αυτός πιανίστας, συνθέτης και αυτοσχεδιαστής συχνά-συχνότατα δίνει το okay για τα σχετικά άλμπουμ, ενώ επίσης συχνά-συχνότατα βρισκόταν σε ιδιαίτερη φόρμα, με όρεξη, με οίστρο, με ακαταπόνητη διάθεση, στοιχεία που προεξοφλούν, βεβαίως, και την ανάλογη υψηλή, τελική προσφορά του.

 

Στο παρόν διπλό CD (και διπλό LP) "Munich 2016", ο αμερικανός μουσικός καταγράφεται «ζωντανός» στo Philharmonic Hall του Μονάχου (16 Ιουλίου 2016), σ' ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει δικές του συνθέσεις-αυτοσχεδιασμούς στο πρώτο μέρος ("Part I" έως και "Part XII") και την άποψη του για τρία στάνταρντ (μόνιμη πηγή έμπνευσης για τον Jarrett και όχι μόνον) στο δεύτερο.

 

Όλα τα χαρακτηριστικά της τέχνης τού Keith Jarrett βρίσκονται εδώ παρόντα. Και τα τεχνικής φύσεως, και τα εκφραστικής, και τα συνθετικής, και τα αυτοσχεδιαστικής.

 

Ο Jarrett και στο "Munich 2016" αποδίδει, κατά βάση, σύγχρονη μουσική. Με επιρροές απ' όλο το μουσικό σώμα (μπαρόκ, κλασική, jazz, blues, folk, σύγχρονα ιδιώματα κ.λπ.) συνθέτει αυτοσχεδιάζοντας και αυτοσχεδιάζει συνθέτοντας (κατά το προσφιλές του). Κάτι, που καταγράφεται στις απολύτως υψηλές, όσο και ειδικές, δικές του δυνατότητες, να κρατά, ανάμεσα σε άλλα, και τον ακροατή σε μια διαρκή εγρήγορση – βασικά τον ακούς (ακόμη και από το CD) με κομμένη την ανάσα.

 

Και κάπως έτσι αιτιολογούνται τα θριαμβικά χειροκροτήματα, μαζί με τα επιφωνήματα και τα σφυρίγματα θαυμασμού, μετά το πέρας κάθε track, αφού η συσσωρευμένη ενέργεια που επικάθεται, που πολιορκεί τους ακροατές της σάλας, δεν έχει άλλο τρόπο για να διαφύγει προς τα έξω, δεν έχει άλλο τρόπο για να εκτονωθεί.

 

Το νοιώθεις, καθώς τον ακούς να παίζει, και το αισθάνεσαι, διπλά και τρίδιπλα, στα εκατοστά του δευτερολέπτου που μεσολαβούν από τον απόηχο, κάθε φορά, της τελευταίας νότας, μέχρι την κατάφαση της αίθουσας.

 

Τι να πεις, για κάθε ένα, ξεχωριστά, από τα δώδεκα αρχικά θέματα; Οι περιγραφές μοιάζουν μικρές...

 

Οι συναυλίες του Keith Jarrett, ας το πούμε αυτό, παρέμεναν για χρόνια ένα θρίλερ, καθώς κανείς δεν ήξερε αν θα διακόπτονταν ή πότε και πώς θα τελείωναν.
Οι συναυλίες του Keith Jarrett, ας το πούμε αυτό, παρέμεναν για χρόνια ένα θρίλερ, καθώς κανείς δεν ήξερε αν θα διακόπτονταν ή πότε και πώς θα τελείωναν.

 

Ο Jarrett δεν παίζει απλώς «τα πάντα», όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά το κάνει και μ' έναν τρόπο απολύτως προσωπικό, συνδυάζοντας στο σετ του λυρισμό, δύναμη, αρμονικό πλούτο, θεάρεστες μελωδίες, πολυρυθμίες και αβαντγκάρντιες, στιγμές γαλήνης και νηνεμίας, μαζί με πιανιστικούς «τυφώνες» και «καταιγίδες», όντας πάντα «μόνος του» στην αίθουσα (σε κάθε αίθουσα) και σε απόλυτη εκστατική κατάσταση (αξίζει, για παράδειγμα, να τον ακούσεις, και εδώ, πώς συνοδεύει με τη φωνή του εκείνα που προκύπτουν από τα χέρια του, για να αντιληφθείς πως κατά τη διάρκεια τού κονσέρτου υπάρχουν μόνον ο ίδιος και το πιάνο του).

 

Και είναι, βεβαίως, κι εκείνο το κλείσιμο με τα τρία στάνταρντ, που ολοκληρώνει τούτη την ηχογράφηση, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έξοχος Keith Jarrett κι εδώ. Κατανυχτικός, άφθαστος, απαράμιλλος αυτοσχεδιαστής και ασύγκριτος μελωδός. Τα κομμάτια:

 

α. "Answer me, my love" (Gerhard Winkler-Fred Rauch), γερμανικό τραγούδι με αρχικούς γερμανικούς στίχους (και αργότερα αγγλικούς). Το έχουν πει (σαν τραγούδι) δεκάδες, αλλά η κλασική version του είναι εκείνη με τον Nat King Cole, από το 1954. Τζαρετικός θρίαμβος!

 

β. "It's a lonesome old town" (Charles Kisco). Και αυτό σαν τραγούδι (με τους στίχους του Harry Tobias) το έχουν πει δεκάδες (Frank Sinatra, Nat King Cole, Brenda Lee...), με τον Jarrett να προβαίνει επί του προκειμένου σε μιαν υποβλητικότατη διασκευή, και...

 

γ. "Somewhere over the rainbow" (Harold Arlen), γραμμένο για την ταινία The Wizard of Oz (1939) και τραγουδισμένο για πρώτη φορά (στίχοι Yip Harburg) από την Judy Garland, το τραγούδι αυτό είναι και παραμένει αριστούργημα, με όποιον τρόπο και να το ακούσεις – πόσω μάλλον από έναν εύχαρι Keith Jarrett, όπως εδώ!

 

Και ως συνέχεια...

 

KEITH JARRETT: Budapest Concert

[2CD, ECM Records, 2020]

Το πιο καινούριο άλμπουμ του Keith Jarrett είναι γεγονός. Αποκαλείται "Budapest Concert", κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, είναι ηχογραφημένο στην Βουδαπέστη, στο Béla Bartók Concert Hall, στις 3 Ιουλίου 2016, και αποτελεί μία δισκογραφική συνέχεια του "Munich 2016", που είχε συμβεί-ηχογραφηθεί λίγες ημέρες αργότερα (16 Ιουλίου 2016), καθώς αμφότερα τα άλμπουμ αφορούν στην ίδια περιοδεία.

 

Όμως, πριν γράψουμε κάποια λόγια για το "Budapest Concert", ας σχολιάσουμε κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία.

 

Να χρησιμοποιήσουμε την λέξη «ποτέ»; Ας την χρησιμοποιήσουμε... Ποτέ, λοιπόν, ο Manfred Eicher, ο διευθυντής της ECM, δεν κυκλοφορεί ένα live, αμέσως μετά την ηχογράφησή του. Το αφήνει να «κάτσει» μέσα του, να ωριμάσει. Προφανώς όλο αυτό το διάστημα ασχολείται διεξοδικώς με την εγγραφή, πριν να δώσει το ok, ώστε να γίνει ο δίσκος (CD ή βινύλιο). Το «ψάχνει». Επεξεργάζεται, διορθώνει, προβάρει... Πιθανώς, δηλαδή σίγουρα, να το ξανακοιτάζει μετά από κάποιο διάστημα, να ξαναδιορθώνει λεπτομέρειες, να προσθέτει ή να αφαιρεί «βάθη», να ξαναδοκιμάζει συχνότητες κ.λπ. Και κάπως έτσι κυλάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια, έως ότου να γίνουν κοινωνοί τής εγγραφής οι απανταχού fans του «ήχου της ECM», όλος ο κόσμος.

 

Τέσσερα χρόνια μετά από την πραγματοποίησή του, λοιπόν, εκείνο το live στην Βουδαπέστη θα μετατραπεί σε κάτι χειροπιαστό, σ' ένα άλμπουμ, το "Budapest Concert", που έρχεται να πλασαριστεί δίπλα στα όσα σχετικά και σημαντικά έχει κυκλοφορήσει ο Keith Jarrett τα τελευταία χρόνια.

 

Από αριστερά: Gary Peacock, Keith Jarrett, Jack DeJohnette (φωτογραφία: Sven Thielmann / ECM Records)
Από αριστερά: Gary Peacock, Keith Jarrett, Jack DeJohnette (φωτογραφία: Sven Thielmann / ECM Records)

 

Το πρώτο CD απαρτίζεται από τέσσερα tracks, τα οποία τιτλοφορούνται από "Part I" έως και "Part IV". Σε αυτά ο Keith Jarrett φανερώνει, για μιαν ακόμη φορά, τα προφανή (για 'κείνον). Την τεράστια ικανότητά του στην δημιουργία μιας ηχητικής, μιας μουσικής αφηγηματικής γλώσσας, που να είναι απολύτως προσαρμοσμένη στην δική του ψυχοσύνθεση και στο δικό του σώμα. Αρκεί κάποιος να ακούσει, έστω και χωρίς να τον βλέπει, πώς χειρίζεται το πιάνο του –με τι καταιγιστικό και με «χωρίς ανάσα» τρόπο «τρέχουν» τα χέρια του στο κλαβιέ, πώς σιγοντάρει με άναρθρες κραυγές τις φάσεις των απαιτητικών σημείων ή της έκστασης–, προκειμένου ο καθένας μας να αντιληφθεί πως αυτός ο άνθρωπος πάλλεται, ψυχή τε και σώματι, κατά την διάρκεια κάθε κονσέρτου του.

 

Εντάξει, όσοι έχουν δει live του Keith Jarrett μιλούν πάντα για μια κατάσταση μυσταγωγίας, όμως και αυτοί που έχουν ακούσει μόνον δίσκους του είναι πολύ πιθανόν, δηλαδή σίγουρο, πως θα πουν ακριβώς το ίδιο.

 

Κατά τα λοιπά δεν χρειάζεται να (ξανα)πούμε πως και από το "Budapest Concert" παρελαύνει όλη η διαδρομή της jazz ή ακόμη και της δημοφιλούς μουσικής γενικότερα ("Part VII"), με το κονσέρτο να αποκτά ποικίλες διαστάσεις ενόσω κυλάει, καθώς προς το μέσον του γίνεται περισσότερο λυρικό, ρομαντικό, ιμπρεσιονιστικό κ.λπ. (καταπληκτικό το "Part VIII"), για να επανέλθει, για λίγο, στις αρχικές προχωρημένες φόρμες, πριν κλείσει μ' ένα καθαρό blues ("Part XII") και δύο πολύ συναισθηματικά στάνταρντ ("It's a lonesome old town", "Answer me, my love"), που είναι ό,τι πρέπει για να ξεσηκώσουν την αίθουσα. Και το πράττουν!

 

Μαγικό άκουσμα, με τους θεατές, σε φάση έκστασης, να αποθεώνουν μετά από κάθε track!

 

Part VIII (Live)

 

Keith Jarrett και Ελλάδα

Δεν ξέρω αν φαίνεται περίεργο ή όχι, αλλά ο Keith Jarrett έχει έρθει ελάχιστες φορές στην Ελλάδα, για εμφανίσεις. Ξέρω-θυμάμαι για μόλις δύο. Ρώτησα και φίλους εν τω μεταξύ, μήπως θυμόντουσαν για κάποιαν ακόμη, αλλά δεν μου είπαν κάτι. Είμαι σχεδόν σίγουρος δηλαδή πως δεν υπάρχουν άλλες.

 

Η πρώτη φορά ήταν το 1983, στις 29 Ιουνίου, στο Θέατρο Λυκαβηττού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Ήταν η παρθενική εμφάνιση τού πρωτοπόρου πιανίστα της σύγχρονης τζαζ στη χώρα μας. Δεν ήμουν εκεί, αλλά θυμάμαι τον θόρυβο που είχε γίνει, μέσα από τα περιοδικά και τις εφημερίδες. Όπως θυμάμαι και την εκπληκτική αφίσα του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, που γνωστοποιούσε την παρουσία του στη χώρα μας. Επρόκειτο, απλώς, για ένα έργο Τέχνης.

 

Οι συναυλίες του Keith Jarrett, ας το πούμε αυτό, παρέμεναν για χρόνια ένα θρίλερ, καθώς κανείς δεν ήξερε αν θα διακόπτονταν ή πότε και πώς θα τελείωναν. Όπως έγραφε και η εφημερίδα Ριζοσπάστης στο φύλλο τής 29/6/1983, εκείνη την ημέρα της αθηναϊκής συναυλίας του:

 

«Ο θόρυβος απειλεί τον Τζάρετ! Μουσικό γεγονός η αποψινή μοναδική εμφάνιση του Κηθ Τζάρετ στο Λυκαβηττό, αλλά η απειλή των θορύβων μπορεί να τινάξει στον αέρα το κοντσέρτο. Όπως είναι γνωστό (και κυκλοφορεί άφθονη μυθολογία γι' αυτό) ο Τζάρετ βάζει πάντα σαν όρο στις εμφανίσεις του την απόλυτη ησυχία. Έναν δηλαδή παράγοντα που είναι ολότελα άγνωστος στα μεταβαλλόμενα από τον πιθηκισμό (και την αμερικανοποίηση) σύγχρονα "ήθη" μιας μερίδας του κοινού. Με άλλα λόγια αν απόψε στις 9:15 στη διάρκεια του ρεσιτάλ οι "φίλαθλοι" των θορύβων θορυβήσουν, τότε ο Τζάρετ θα εγκαταλείψει το πιάνο, τους αυτοσχεδιασμούς και το κοινό του. Ο Τζάρετ φτάνει σήμερα το πρωί στις 11 από τις ΗΠΑ, θα μείνει κάτι παραπάνω από ένα εικοσιτετράωρο στην Αθήνα και θα αναχωρήσει για μια χώρα της Δ. Ευρώπης (άγνωστο μέχρι στιγμής για πού). Τα μέτρα ασφαλείας που θα παρθούν για να τηρηθεί και να εξασφαλιστεί ησυχία είναι πολύ μεγαλύτερα από κάθε άλλη φορά. Τα εισιτήρια έχουν όλα προπωληθεί και η πόρτα του Λυκαβηττού μετά τις 9:15 θα κλείσει για τους καθυστερημένους».

 

Δεν ξέρω τι απέγινε τελικά σ' εκείνη τη συναυλία του Λυκαβηττού, όμως λίγα χρόνια αργότερα στην Πάτρα (20 Ιουνίου 1988), σε ένα άλλο live του Keith Jarrett, συνέβησαν τα... αναμενόμενα.

 

Τέσσερα ελληνικά περιοδικά με τον Keith Jarrett στο εξώφυλλό τους: ΤΖΑΖ, #3, Ιούνιος 1978 (φωτογραφία Νίκος Χριστοδουλάκης, εξώφυλλο Δημήτρης Θ. Αρβανίτης), ΜΟΥΣΙΚΗ, #67, Ιούνης 1983 (καλλιτεχνική επιμέλεια Χρήστος Χατζής), JAZZ & TZAZ, #225, Δεκέμβριος 2011 (φωτογραφία Rose Anne Colavito, εξώφυλλο Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος), LiFO, #370, 23/1/2014 (στο εξώφυλλο αφίσα του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, για την αθηναϊκή συναυλία του Keith Jarrett, την 29/6/1983)
Τέσσερα ελληνικά περιοδικά με τον Keith Jarrett στο εξώφυλλό τους: ΤΖΑΖ, #3, Ιούνιος 1978 (φωτογραφία Νίκος Χριστοδουλάκης, εξώφυλλο Δημήτρης Θ. Αρβανίτης), ΜΟΥΣΙΚΗ, #67, Ιούνης 1983 (καλλιτεχνική επιμέλεια Χρήστος Χατζής), JAZZ & TZAZ, #225, Δεκέμβριος 2011 (φωτογραφία Rose Anne Colavito, εξώφυλλο Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος), LiFO, #370, 23/1/2014 (στο εξώφυλλο αφίσα του Δημήτρη Θ. Αρβανίτη, για την αθηναϊκή συναυλία του Keith Jarrett, την 29/6/1983)

 

Οι δρόμοι γύρω από το Ρωμαϊκό Ωδείο της Πόλης ήταν εγκαίρως αποκλεισμένοι από την τροχαία και τα πάντα έδειχναν πως θα είχαμε ένα ήσυχο βράδυ. Γελαστήκαμε οικτρά. Κανείς δεν είχε υπολογίσει το ρολόι του Παντοκράτορα (μιας γειτονικής εκκλησίας, που έγινε κάποτε και τραγούδι από τον Νίκο Ξυδάκη... «Στην Πάτρα ο Παντοκράτορας»), το οποίο κάποια στιγμή άρχισε να χτυπά επαναληπτικά. Φυσικά τα χτυπήματα αποσυντόνισαν τον Keith Jarrett, που σταμάτησε να παίζει, απειλώντας πως θα διακόψει το κοντσέρτο. Δεν το έκανε, τελικά. Φιμώθηκε το ρολόι (δεν ξαναχτύπησε) και το live συνεχίστηκε...

 

Γενικώς να πούμε πως τα live του Keith Jarrett, κυρίως στα χρόνια του '70 και του '80 είχαν ορισμένες ιδιαιτερότητες και δημιουργούσαν «προβλήματα». Ο Jarrett από πολύ νωρίς περιφρουρούσε την απόλυτη ησυχία στις συναυλίες του, είτε σε κλειστούς χώρους, είτε σε ανοιχτούς, απαγόρευε το κάπνισμα, σε μιαν εποχή όπου κάτι τέτοιο, ιδίως σε ανοικτούς χώρους, εθεωρείτο σχεδόν ανήκουστο, απαγόρευε τις φωτογραφήσεις και τις βιντεοσκοπήσεις κ.λπ., κάτι που είχε δημιουργήσει μιαν αντιπάθεια προς το πρόσωπό του, ακόμη και σε μια μερίδα της κριτικής, η οποία έβλεπε σε τέτοιου είδους κινήσεις μιαν επίδειξη εκκεντρικότητας και ελιτισμού.

 

Μάλιστα ως ελιτίστας, και ξεκομμένος από την τζαζ πραγματικότητα της εποχής εκείνης, χαρακτηριζόταν και ο ίδιος συχνά, αφού δεν ενέδιδε στις καινούριες τζαζ εκφράσεις, επιμένοντας να χρησιμοποιεί μόνο το ακουστικό πιάνο του (σπανιότερα και τσέμπαλο), και όχι ηλεκτρικό, παίζοντας τα «χιλιοπαιγμένα» στάνταρντ, και ενσωματώνοντας την κλασική μουσική στις συναυλίες του. Εκινείτο, δηλαδή, προς «συντηρητικές» κατευθύνσεις, μακριά από τα ιδιώματα με την «προχωρημένη» λαϊκή απήχηση, όπως ήταν το fusion, το jazz-funk, το electro, η future jazz κ.λπ., τα οποία εκθειάζονταν γενικώς από τους κριτικούς.

 

Μετά τα χρόνια του '90, πάντως, το στάτους του, που ήταν ήδη πολύ μεγάλο από τα σέβεντις και τα έιτις, υπήρξε αδιαμφισβήτητο. Ο Keith Jarrett κατόρθωσε δηλαδή να επιβάλλει τις απαιτήσεις του, παντού, όπως ακριβώς επέβαλε και την μουσική του. Τον δικό του τρόπο, την δική του αντίληψη για την ζωντανή παράσταση. Επέμεινε σε αυτό που θεωρούσε «σωστό» για τον ίδιο, κερδίζοντας στην πορεία τους πάντες. Η μουσική του, φυσικά, ήταν ο πρώτος και ο κυρίαρχος λόγος για να συμβεί αυτό. Και επί τούτου άπαντες υποκλίνονται στο χάρισμά του να σε... εξαϋλώνει ως ακροατή.

 

Keith Jarrett – σόλο πιανιστική δισκογραφία

Ας κλείσουμε λοιπόν με μιαν απλή αναφορά σε όλα τα σόλο-πιάνο άλμπουμ τού Keith Jarrett, για όποιους-ες επιζητήσουν να βαθύνουν στην «τζαρετική» μυσταγωγία:

1. Facing You [LP, ECM Records, 1972]

2. Solo Concerts: Bremen / Lausanne [3LP, ECM Records, 1973]

3. The Köln Concert [2LP, ECM Records, 1975]

4. Staircase [2LP, ECM Records, 1977]

5. Sun Bear Concerts [10LP, ECM Records, 1978]

6. G. I. Gurdjieff / Sacred Hymns [ECM Records, 1980]

7. Concerts [3LP, ECM Records, 1982]

8. Dark Intervals [LP, ECM Records, 1988]

9. J. S. Bach / Das Wohltemperierte Klavier Buch I [2LP, ECM New Series, 1988]

10. Paris Concert [LP, ECM Records, 1990]

11. Vienna Concert [CD, ECM Records, 1992]

12. Dmitri Shostakovich / 24 Preludes and Fugues Op. 87 [2CD, ECM New Series, 1992]

13. Händel / Suites For Keyboard [CD, ECM New Series, 1995]

14. La Scala [CD, ECM Records, 1997]

15. The Melody at Night, with you [CD, ECM Records, 1999]

16. Radiance [2CD, ECM Records, 2005]

17. The Carnegie Hall Concert [2CD, ECM Records, 2006]

18. Paris / London, Testament [3CD, ECM Records, 2009]

19. Rio [2CD, ECM Records, 2011]

20. Creation [CD, ECM Records, 2015]

21. A Multitude of Angels / Modena, Ferrara, Torino, Genova Solo Concerts [4CD, ECM Records, 2016]

22. La Fenice [2CD, ECM Records, 2018]

23. Munich 2016 [2LP / 2CD, ECM Records, 2019]

24. J. S. Bach / The Well-Tempered Clavier Book I [2CD, ECM New Series, 2019]

25. Budapest Concert [2CD, ECM Records, 2020]

 

It's A Lonesome Old Town (Live)