Από τα πρώτα ακόρντα του «Καταρράκτη», του τραγουδιού που ανοίγει το νέο άλμπουμ του Logout, καταλαβαίνεις ότι είναι ένας ξεχωριστός δίσκος. Διαφορετικός από ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα -και με διαφορά καλύτερος από κάθε προηγούμενη δουλειά του. Αρχικά, επειδή έχει, για πρώτη φορά σε άλμπουμ του, ελληνικό στίχο. Όσοι τον έχουν παρακολουθήσει στα live του ξέρουν ότι τα ελληνόφωνα κομμάτια του ήταν πάντα οι πιο δυνατές στιγμές του, αυτά που έκανε «παραγγελιές» το κοινό του στο τέλος των εμφανίσεων, τα πιο προσωπικά τραγούδια του αλλά και τα πιο αγαπημένα.

 

«Πολλά από τα κομμάτια υπήρχαν από πολύ παλιά και τα έπαιζα πολύ συχνά» λέει. «Είχα προσπαθήσει να ηχογραφήσω τρία από αυτά περίπου πριν από πέντε χρόνια, αλλά οι πρώτες ηχογραφήσεις δεν ήταν πολύ καλές. Τα τελευταία δύο χρόνια θεώρησα ότι οι ηχογραφήσεις μου κάπως καταφέρνουν να παρουσιάσουν τα κομμάτια με επαρκή τρόπο, οπότε ξεκίνησα να βγάζω πάλι κυκλοφορίες μετά από διάλειμμα σχεδόν 7 χρόνων από τις πρώτες δύο κυκλοφορίες (Paper Plane Flight Recorder και Little Things Buried in Concrete, 2011-2012, Inner Ear Records). Έτσι, ξεκίνησα με κάποια κομμάτια που ένιωθα, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, ότι “χρωστούσα”. Ένα τέτοιο “χρέος” ήταν το περσινό “Bayorsai” και ίσως το “Love Me” και επόμενα στη λίστα ήταν τα τέσσερα τελευταία κομμάτια του ΕΔΩ/ΕΚΕΙ».

 

Το δεύτερο στοιχείο που σε εκπλήσσει είναι ο ήχος, μία εξαίρετη παραγωγή που έχει απομακρυνθεί αρκετά από τα ηλεκτρονικά μοτίβα του προηγούμενου άλμπουμ. Τα ηλεκτρονικά beat έχουν αντικατασταθεί εδώ από κρουστά, η κιθάρα έχει επιστρέψει σε πρωταγωνιστικό ρόλο και βασικό στοιχείο πλέον είναι μια νοσταλγική λυρικότητα που είναι διάχυτη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κομμάτι. 

 

Το ΕΔΩ/ΕΚΕΙ είναι ένα άλμπουμ απίστευτα διαχρονικό, που θα μπορούσε να είχε βγει και στο τέλος των ’60s ή το 2007 (που οι Animal Collective είχαν κάνει την psych-pop hip), αλλά και το 2050 και να ακούγεται το ίδιο ενδιαφέρον και «σύγχρονο». Μου θύμισε τη δομή και τον ήχο του Person Pitch του Panda Bear με τα παλιομοδίτικα τραγούδια που ήταν ταυτόχρονα ό,τι πιο καινούργιο υπήρχε σαν ήχος, ζαχαρένια και ηλιόλουστα αλλά και απόκοσμα, περισσότερο φουτουριστικά παρά ρετρό. Ακριβώς έτσι είναι και τα 9 τραγούδια του ΕΔΩ/ΕΚΕΙ, ρετροφουτουριστικά, με ξεκάθαρες αναφορές σε ελληνικά κομμάτια, αλλά και έναν ήχο που παραπέμπει σε Beach Boys, Thom Yorke, ακόμα και πρώιμη Grimes.

 

«Παρότι υπάρχουν και κάποιες ηλεκτρονικές αναφορές, σε αυτό το άλπουμ στόχος ήταν και μια αίσθηση ζεστασιάς, ίσως όπως στα πρώτα άλμπουμ του Elliott Smith και του Conor Oberst. Σε επίπεδο τραγουδοποιίας  υπάρχουν λίγο πιο ξεκάθαρες αναφορές, πιο πολύ από τα μέρη μας» εξηγεί ο Logout. «Κάποιες αποτυπώνονται ήδη στο δίσκο, με την αναφορά στον Παύλο Παυλίδη, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Φοίβο Δεληβοριά στην “Πλατεία”, τη γρήγορη αναφορά στην αρχική ερώτηση της Δεσποινίδος Τρίχρωμης (“πού πάνε τα μπαλόνια;”) στον “Καταρράκτη”, αλλά και με την έντονη παρουσία της Nalyssa Green στο δεύτερο μισό του δίσκου. Με αυτή τη λογική θα ’πρεπε, βέβαια, να υπήρχε στο δίσκο και μια αναφορά στον The Boy, που έχει ανοίξει αρκετούς δρόμους σ' αυτές τις τραγουδοποιητικές κατευθύνσεις».

 

Το ΕΔΩ/ΕΚΕΙ είναι ένα άλμπουμ απίστευτα διαχρονικό, που θα μπορούσε να είχε βγει και στο τέλος των '60s ή το 2007 (που οι Animal Collective είχαν κάνει την psych-pop hip), αλλά και το 2050 και να ακούγεται το ίδιο ενδιαφέρον και «σύγχρονο». Μου θύμισε τη δομή και τον ήχο του Person Pitch του Panda Bear με τα παλιομοδίτικα τραγούδια που ήταν ταυτόχρονα ό,τι πιο καινούργιο υπήρχε σαν ήχος, ζαχαρένια και ηλιόλουστα αλλά και απόκοσμα, περισσότερο φουτουριστικά παρά ρετρό.

 

Η ακουστική κιθάρα του «Καταρράκτη» με την απλή μελωδία και τους στίχους που ακούγονται αρχικά απλοϊκοί, είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται ένα τέλειο ποπ τραγούδι: λόγια που μπορείς να θυμάσαι και να σιγοτραγουδάς και μία μελωδία που σου κολλάει: «Σαμοθράκη δεν υπάρχεις / μόνο στα όνειρά μου / σ' ανθισμένα μπλε αλώνια / κει που πάνε τα μπαλόνια / κει που πάνε οι αγάπες / που ποτέ τους δε φτουράνε…».

 

«Κάποια κομμάτια που σου καρφώνονται στο μυαλό χωρίς να κρατάς κιθάρα ή να το περιμένεις έχουν μια ιδιαίτερη αξία, σαν να είναι ακόμα πιο πηγαία» λέει. «Αυτή η μελωδία με τους συγκεκριμένους στίχους ήρθε και καρφώθηκε επίμονα στο μυαλό μου κάπου τον Αύγουστο του ’17». Η ονειρική ατμόσφαιρα ευδαιμονίας που δημιουργεί συνεχίζεται στην «Πλατεία» που ακολουθεί. Πάλι με τη ροή του υγρού στοιχείου να δίνει το στίγμα, με γλυκόπικρη γεύση και έντονο ’60s απόηχο: « Στην πλατεία που έχει πάντα νερό / θα στο πω πως μου έλειψε τόσο πολύ να ’χω έστω μια αστεία αφορμή / να πηγαίνω γυρεύοντας. / Ένα γκρεμό σοβαρό αυστηρό να θυμίζει / τι εύθραυστη που ναι η ζωή / Κοίτα τη πώς γελά σαν παιδί / στον καταρράκτη χορεύοντας».  

 

 

(Ο «Καταρράκτης» είναι αποκλειστικότητα για το site της Lifo)

 

«Η “Πλατεία”, μαζί με τον “Καταρράκτη” και το “Αερικό” είναι γειτονικά κομμάτια που έχουν βγει στο ίδιο μέρος και μαζί αποτυπώνουν το στίγμα του πρώτου μέρους του δίσκου» συνεχίζει. «Πάντα σκέφτομαι τη ροή του δίσκου σε επίπεδο διάθεσης και αυτός ο δίσκος σίγουρα ξεκινάει με μια αρκετά φωτεινή διάθεση, σα να προσπαθεί να περιγράψει σχετικά ευτυχισμένες στιγμές, να τις αποτυπώσει στο χρόνο πριν χαθούν. Το να ανατρέχει κανείς σε τέτοιες φωτεινές στιγμές του παρελθόντος έχει φυσικά πάντα κάτι γλυκόπικρο, λόγω της απόστασης που ίσως έχει πλέον από αυτές».

 

Η «Φίλη» που έρχεται αμέσως μετά είναι ίσως το πιο απρόσμενο κομμάτι του δίσκου. Ένα ζεϊμπέκικο με «ψυχεδελικά» ηλεκτρονικά στοιχεία στο υπόβαθρο, reverb και μία εξέλιξη στο δεύτερο μέρος που θυμίζει Animal Collective πιο έντονα κάθε άλλο τραγούδι στο άλμπουμ. «Και αυτό είναι ένα κομμάτι που φέρει ακόμα πιο κεντρικά το θέμα των αποστάσεων και του να έχεις πολύ αγαπημένα πρόσωπα σε άλλες χώρες» εξηγεί ο Logout. «Το θέμα αυτό επανέρχεται στο δεύτερο μέρος του δίσκου, κυρίως με τον “Κώστα” και τις "Τρίτες". Ενορχηστρωτικά είναι το μόνο που έχει σχετικά μεγάλη διάρκεια, με ένα outro αρκετής διάρκειας. O προηγούμενος δίσκος είχε αρκετές τέτοιες “ουρές”, αλλά σε αυτόν κράτησα την ουρά μόνο σε αυτό το κομμάτι. Ο λόγος ήταν ότι αυτό το κάπως νωχελικό outro ταίριαζε κάπως με το θέμα των στίχων, της άγρυπνης αγωνιστικής αναμονής για το ξημέρωμα».

 

Στο ίδιο ακριβώς ψυχεδελικό κλίμα είναι και το «Αερικό», με εντελώς παλιομοδίτικους στίχους και ήχο: «Μες τη σιγαλιά / ξεπρόβαλε ξανά / στη γειτονιά / να βγάλουμε φτερά / να φύγουμ’ απ’ τον κόσμο αυτό / να γίνουμε αερικό». Αν τους διαβάσεις απομονωμένα το πιο πιθανό είναι να τους θεωρήσεις αφόρητα παλιομοδίτικους, εδώ μέσα, όμως, όλα φιλτράρονται από ένα πρίσμα δημιουργικής νοσταλγίας και τίποτα δεν είναι ξεπερασμένο.  

 

«Είναι το πιο παλιό κομμάτι του άλμπουμ, γραμμένο κάπου στο 2008» εξηγεί. «H πρώτη έκδοση του κομματιού είχε ανέβει και στο Myspace, τότε. Είναι κεντρικό concept του δίσκου το ότι παίζει με κάποια στοιχεία αρκετά παλαιακά - ότι θα μπορούσαν κάποια κομμάτια να έχουν γραφτεί και το 1920 ή και σήμερα, και κάτι τέτοιο κάπως τονίζει τη διαχρονικότητα κάποιων καταστάσεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά που νομίζουμε ότι τα ζούμε μόνο εμείς, τα ζούσαν παρόμοια άνθρωποι με φαινομενικά πολύ διαφορετικές ζωές. Το “Αερικό” παίρνει μάλλον το βραβείο του πιο παλιακού στοιχείου χρησιμοποιώντας τη λέξη “σιγαλιά”. Κάποιες λέξεις από μόνες τους σε μεταφέρουν σε μια άλλη εποχή και έχει αρκετή πλάκα αυτό».

 

«Είναι πιο δύσκολο ή πιο εύκολο για σένα να γράψεις στίχους στα ελληνικά;». «Νομίζω ότι είναι η ίδια διαδικασία. Τελευταία τη διαδικασία της τραγουδοποιίας τη σκέφτομαι κάπως σαν τη διαδικασία του ψαρέματος. Από μόνη της δεν είναι μια διαδικασία δύσκολη, αλλά πρέπει κάθε μέρα να στήνεσαι εκεί με το καλάμι (με τη μορφή κιθάρας, συνήθως) και να περιμένεις. Δεν μπορείς να επιβάλλεις ούτε το πότε ούτε το τι θα πιάσεις ακριβώς. Μέσα στα χρόνια έχω ξοδέψει αρκετό χρόνο ψαρεύοντας. Κάποια κομμάτια βγήκαν με ελληνικό στίχο και κάποια κομμάτια βγήκαν με αγγλικό. Στο 99,9% των ημερών βγαίνει απ' τη θάλασσα κάτι πολύ τετριμμένο. Αλλά έχουν βγει και αρκετά άλλα ενδιαφέροντα κομμάτια κατά καιρούς, κι απ’ τα δύο είδη, και κάποια στιγμή ελπίζω να ηχογραφηθούν κι αυτά. Δυστυχώς το ξεδιάλεγμα και ειδικά το μαγείρεμα είναι αρκετά πιο δύσκολες και χρονοβόρες διαδικασίες».

 

Το υγρό στοιχείο επιστρέφει με παφλασμό νερού στα «Κύματα», ένα ambient κομμάτι που θα μπορούσε να είναι outtake του Screamadelica: «Μες τη γαλάζια θάλασσα / Μες τα γαλάζια κύματα / Με βρήκα / Εύκολα» και ακολουθεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, ο «Κώστας», με τη συμμετοχή της Nalyssa Green. «Το καλοκαίρι του 2014 η Nalyssa Green είχε έρθει για λίγες μέρες στην Ολλανδία, για κάποια live» θυμάται ο Logout. «Βάλαμε στόχο να γράψουμε στα γρήγορα ένα συνεργατικό EP με το “Αιγάλεω” που είχε γράψει ήδη εκείνη και τον “Κώστα”, το “Γκρι” και τα “Παράθυρα” που είχα γράψει ήδη εγώ. Εκείνο το Σαββατοκύριακο μας επισκέφτηκε και η φίλη μας η Καλλιόπη Μητροπούλου (μέλος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και των Echo Tides) και έγραψε δύο take βιολιού για τον “Κώστα”. Αφού το παλέψαμε για ένα διάστημα, είπαμε τελικά να μην κυκλοφορήσουμε εκείνες τις εκδόσεις (παραείχαν γραφτεί γρήγορα). Κάποια στοιχεία, όμως, όπως το βιολί της Καλλιόπης στον “Κώστα”, οι φωνές της Nalyssa στα “Παράθυρα” και οι φωνές οι δικές μου και τα πλήκτρα της αρχής απ’ το “Αιγάλεω”, παρέμειναν από εκείνο το session στις τελικές εκδόσεις των κομματιών.

 

 

 

Ο «Κώστας» είναι ένα θαυμάσιο, τραγούδι με ένα τριπαριστό α λα Pet Sounds καλειδοσκόπιο ήχων από λούπες να περιστρέφονται γύρω από τη βασική μελωδία και πικρούς αφηγηματικούς στίχους «Ο Κώστας μου θα ’ρθει / από την Ελλάδα / και όλα είναι μαύρα / όταν δεν είναι εδώ / μα όταν ο Κώστας μου θα ’ρθει / θα είναι όλα φως. Ο Κώστας μου έφτασε / να τος τον βλέπω / πως είναι ωραίος / ψηλός και ξανθός / καλογυμνασμένος / καλοστεκούμενος / μα όχι, έκανα λάθος, δεν ήταν αυτός».

 

Η Nalyssa Green συμμετέχει και στο επόμενο τραγούδι, το «Γκρι»: «Σήμερα ξύπνησες νωρίς / χωρίς να ξέρεις το γιατί / θολές σκιές, θολά νερά / κάτι δικό σου πουθενά. Κάποτε ξύπναγες αργά / μέσα σε μια ζεστή αγκαλιά / τώρα τα χρόνια σου είναι γκρι / κι ούτε ο καφές δε λειτουργεί». Απίθανη, λαμπερή ποπ με «ελληνικό» ρυθμό. «Το “Γκρι”, μαζί με τον “Κώστα” και τα “Παράθυρα”, ήταν αρκετά κεντρικά στοιχεία των live από παλιά» λέει ο δημιουργός τους, «απλά δεν είχε βρεθεί ακριβώς ο τρόπος να ηχογραφηθούν σωστά. Είναι ένα τραγούδι που χρησιμοποιεί το ρυθμό του ζεϊμπέκικου και υπάρχει πάντα λίγος κίνδυνος ενορχηστρωτικά σε αυτό (όπως και στο bayorsai του προηγούμενου δίσκου που χρησιμοποιούσε κι αυτό έναν προφανή παραδοσιακό ρυθμό)».

 

Τα «Παράθυρα» είναι το πρώτο «single» απ’ το άλμπουμ, το πρώτο δείγμα και ένα από τα τραγούδια που ήταν γνωστά από τα live του. «Μες απ’ το παράθυρο κοιτάζει τ' αυτοκίνητα / που φεύγουν γι’ άλλους κόσμους / όσο εκείνη πλένει πιάτα / σ’ ένα σπίτι ξένο / λίγο σταματάει / κι όταν και πάλι ξεκινάει δε θα ναι πια το ίδιο / τίποτα ξανά / ποτέ ξανά / τίποτα / το ίδιο πια».

 

 

 

«Αυτό είναι το δεύτερο κομμάτι που γράφτηκε χωρίς κιθάρα. Όπως κι ο “Κώστας”, έτσι και τα “Παράθυρα” λένε μια μικρή ιστορία και σε κάθε κουπλέ υπάρχει μια μικρή ή μεγαλύτερη μεταστροφή του αφηγητή. Έχει ενδιαφέρον πως στις παρούσες συνθήκες ένα τέτοιο κομμάτι παίρνει μια νέα σημασία, αλλά, όπως πάντα, έτσι και τώρα ηρεμεί κάπως το να σκέφτεσαι ότι “ανάσες, χρόνος κι αίμα να κυλά, είναι αρκετά μόνο αυτά” κι ότι ακόμα κι αυτά τα τρία πράγματα να ’χει κανείς είναι ήδη κάτι ανεξήγητο και μαγικό. Φυσικά δεν είναι απόλυτο αν το πιστεύει o αφηγητής και απόλυτα αυτό, ή αν το επαναλαμβάνει για να το πιστέψει. Ο Ντοστογιέβσκι στους Καραμαζώβ εξέφρασε πάντως ακόμα καλύτερα κάτι παρόμοιο, λέγοντας πως πρέπει να αγαπήσουμε τη ζωή πριν το νόημά της».

 

Οι «Τρίτες» που κλείνουν το δίσκο είναι ένα κομμάτι με σαφή αναφορά σε έναν πασίγνωστο ελληνικό ρυθμό, προσπαθώντας να δώσει «κάτι σαν λύση στη συνεχή ένταση που δημιουργούν οι αποστάσεις των εδώ από τα εκεί».

 

«Αυτό είναι το πιο πρόσφατα γραμμένο κομμάτι από όλα τα κομμάτια αυτού του δίσκου» λέει. «Μόλις γράφτηκε κι αυτό είπα ότι μάλλον πρέπει να επισπευσθούν οι ηχογραφήσεις του ελληνικού δίσκου. Με αυτό το κομμάτι κλείνω τα live εδώ και περίπου τρία χρόνια και γι’ αυτό κλείνει και το δίσκο».

 

Φωτογραφία: marie_panagie
Φωτογραφία: marie_panagie

 

Για κάποιον που έχει παρακολουθήσει την πορεία του Logout, το ΕΔΩ/ΕΚΕΙ είναι ο προσωπικός του θρίαμβος, ένα από τα καλύτερα psych-pop άλμπουμ που έχουν βγει ποτέ από Έλληνα δημιουργό και ένας από τους καλύτερους δίσκους που κυκλοφόρησαν φέτος. Μάλιστα, παρόλο που τραγουδάει στα ελληνικά, κυκλοφορεί στην ολλανδική Tiny Room Records (και στην Ελλάδα από την B-otherside Records. «Η Tiny Room δεν είναι μια κλασική δισκογραφική εταιρεία» λέει ο ίδιος. «Ο ιδιοκτήτης της αγαπάει πραγματικά την ανεξάρτητη DIY μουσική και αισθητική, και τον ενδιαφέρει μόνο αν κάτι στέκει καλλιτεχνικά και καθόλου όλα τα υπόλοιπα (πωλήσεις, stream κτλ). Είναι και ο ίδιος τραγουδοποιός (με το όνομα World of Dust) και αρχικά είχαμε έρθει σε επικοινωνία γιατί ο δίσκος του “Womb Realm” μου είχε αρέσει υπερβολικά.  Από την αρχή που του έστειλα το ΕΔΩ/ΕΚΕΙ μου είπε ότι του άρεσε πολύ πιο πολύ κι απ' τον προηγούμενο (αγγλόφωνο) δίσκο που βγάλαμε μαζί πέρσι. Γενικά έξω η γλώσσα μας ακούγεται σχετικά εύηχη, οπότε ίσως είναι απλά και ένα στοιχείο που προσθέτει ιδιαιτερότητα σε ξένα αυτιά. Όπως π.χ. ιδιαίτερο αλλά πολύ κεντρικό στοιχείο είναι για τους Sigur Ros τα ισλανδικά».

 

«Γιατί ονόμασες το δίσκο ΕΔΩ/ΕΚΕΙ;».

 

«Το έχω ακούσει και από αρκετούς φίλους που πηγαινοέρχονται στο μέρος όπου μεγάλωσαν, ότι έχουν λίγο την αίσθηση ότι δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά σε ένα μέρος, είναι σαν να είναι ταυτόχρονα και εδώ και εκεί. Όλα τα κομμάτια έχουν μια αναφορά σε μια τέτοια απόσταση, και έτσι θεώρησα ότι σαν τίτλος μπορεί να αντιπροσωπεύσει το δίσκο. Έχω παρατηρήσει εκ των υστέρων ότι οι δύο λέξεις εμφανίζονται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του δίσκου».

 

Το ΕΔΩ/ ΕΚΕΙ κυκλοφορεί στις 16 Οκτωβρίου ψηφιακά και σε βινύλιο σε συνεργασία με την ολλανδική δισκογραφική εταιρεία Tiny Room Records και την ελληνική B-otherSide Records.

 

https://open.spotify.com/artist/75sDq1WsZJpSl0hfnhrLKg

https://tinyroomrecords.bandcamp.com/album/-