Κάποτε, ένας μεγάλος Aμερικανός μουσικός είχε πει πως η δεξιοτεχνία είναι απαραίτητη για να παίξει κανείς το blues, αλλά η πιο σπουδαία αρετή που διαχωρίζει έναν αληθινό μπλουζίστα από έναν απλό βιρτουόζο είναι η δύναμη να αποδέχεται τη ζωή του όπως είναι, με τα λάθη, τις αδικίες και τα βάσανά της, αναλαμβάνοντας πλήρως τις ευθύνες του απέναντί της.

 

Αυτά τα λόγια είναι σφηνωμένα στο μυαλό μου ενώ ακούω τον Θανάση Κλαμπάνο, τον πιτσιρικά που υπογραφεί τον σύγχρονο blues ήχο του ως Tom Yosi, να μου αφηγείται τις περιπέτειες της πολυτάραχης ζωής του.

 

«Όταν ζεις τόσο έντονα και τραγουδάς το βίωμα, ξεχνάς να αλλάξεις τη ζωή σου, πέφτεις σε μια λούπα και δεν εξελίσσεσαι.

 

Η εξέλιξη είναι συνδεδεμένη με την αλλαγή, για να αλλάξεις όμως πρέπει να αποδεχτείς τα λάθη σου, να τα παραδεχτείς, να τραγουδήσεις γι' αυτά, να τα ξορκίσεις για να μπορέσεις να προχωρήσεις στη ζωή σου» μου εξηγεί, υιοθετώντας έναν τόνο αυτοκριτικής που δεν ταιριάζει στο νεαρό της ηλικίας του.

 

Βlues έχουμε όλοι μέσα μας. Το blues, το μπλε, τη θλίψη, τον καημό, τα έχουμε όλοι από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Βγαίνουμε από την κοιλιά της μάνας μας και κλαίμε.

 

Ο Θανάσης θα κλείσει τα 21 σε λίγους μήνες, όμως, όσο προχωράει η συζήτηση, όλο και περισσότερο νιώθω πως έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο που έχει ζήσει ήδη μια γεμάτη ζωή.

 

Ο λόγος του είναι συγκροτημένος και μεστός, επιλέγει προσεχτικά τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει σε κάθε περίσταση και δημιουργεί την αίσθηση ενός ενήλικα που έχει αποτινάξει κάθε ίχνος παιδικής αθωότητας από πάνω του.

 

«Όταν ζεις τόσο έντονα και τραγουδάς το βίωμα, ξεχνάς να αλλάξεις τη ζωή σου, πέφτεις σε μια λούπα και δεν εξελίσσεσαι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Όταν ζεις τόσο έντονα και τραγουδάς το βίωμα, ξεχνάς να αλλάξεις τη ζωή σου, πέφτεις σε μια λούπα και δεν εξελίσσεσαι. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Είναι από τους τύπους που το ένα βράδυ θα συλλέγει ιστορίες Αφροαμερικανών γέρων στην μπάρα ενός blues bar του Λονδίνου, το επόμενο θα αμπελοφιλοσοφεί με τον ουμπερά για τον έρωτα στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου και κάποιο άλλο, με το που θα τελειώσει το live του, θα μπει στο πρώτο ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη μόνο με την κιθάρα και την κάρτα του για να αναζητήσει τον παιδικό του έρωτα.

 

«Για να παίξεις βιωματική μουσική πρέπει όντως να έχεις ζήσει, να έχεις νιώσει, αλλιώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και τον κόσμο ολόκληρο, κι αυτό φαίνεται.

 

Όταν εγώ θέλω να τραγουδήσω για την κοπέλα που με πέταξε από το σπίτι, πρέπει να το ζήσω και επιδιώκω να το ζήσω. Δεν το καταλαβαίνουν πολλοί αυτό κι έτσι πληγώνεις πολλούς ανθρώπους.

 

Υποσυνείδητα κυνηγάς αυτή την εμπειρία, να είσαι με μια κοπέλα και να τη χωρίσεις για να το ζήσεις και να το τραγουδήσεις. Οπότε είναι δίκοπο μαχαίρι, χάνεις έναν άνθρωπο, κερδίζεις μια ιστορία και μια μελωδία.

 

Είναι μια διαστροφή για την τέχνη.

 

Βέβαια, blues έχουμε όλοι μέσα μας. Το blues, το μπλε, τη θλίψη, τον καημό, τα έχουμε όλοι από τη στιγμή που γεννιόμαστε. Βγαίνουμε από την κοιλιά της μάνας μας και κλαίμε.

 

Το blues είναι μέσα μας, ο πόνος και το παράπονο που θέλουμε να εξωτερικεύσουμε υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, απλώς ο καθένας το εκφράζει διαφορετικά» μου απαντάει συνειδητοποιημένα όταν τον ρωτάω πώς γίνεται ένα τόσο νεαρό άτομο στην εποχή μας να έχει να αφηγηθεί τόσες πολλές ιστορίες μέσα από τo blues, ένα μουσικό είδος που απαιτεί μια βιωματική επαφή με την τέχνη.

 

Ωστόσο, ο Θανάσης έχει πολλούς δαίμονες να σκοτώσει μέσα από τη μουσική του και η εξιστόρηση της ζωής του το μαρτυρά.

 

Γεννήθηκε στην Πάτρα, αλλά μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στην Ανδραβίδα του Νομού Ηλείας. Επισκεπτόταν τον πατέρα του τα Σαββατοκύριακα, καθώς οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν πολύ μικρός ακόμη.

 

«Το blues είναι μέσα μας, ο πόνος και το παράπονο που θέλουμε να εξωτερικεύσουμε υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, απλώς ο καθένας το εκφράζει διαφορετικά». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Το blues είναι μέσα μας, ο πόνος και το παράπονο που θέλουμε να εξωτερικεύσουμε υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, απλώς ο καθένας το εκφράζει διαφορετικά». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Οι πρώτες του μουσικές αναμνήσεις προέρχονται από τη μητέρα του, η οποία στο πάρκο τού έβαζε να ακούει Έλβις Πρίσλεϊ και Μπιτλς, ενώ η γιαγιά του ήταν ρεμπέτισσα και τον μύησε τόσο στα ρεμπέτικα όσο και στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική.

 

Άκουγε ροκ από μικρός, αλλά όταν άκουσε τυχαία έναν δίσκο του Έρικ Κλάπτον συνειδητοποίησε τη μαγεία του blues και άναψε μέσα του η καλλιτεχνική σπίθα, με τη μητέρα του να του αγοράζει την πρώτη του κιθάρα από τα Jumbo.

 

Στην εφηβεία αντιμετώπιζε πρόβλημα παχυσαρκίας και οι ατελείωτες ώρες εξάσκησης στην κιθάρα ήταν η μόνη του διέξοδος.

 

Θυμάται που τα παιδιά δεν τον έκαναν παρέα και γι' αυτό ένιωθε διαφορετικός.

 

Όταν μια κοπέλα τον απέρριψε, έκανε την επανάστασή του και αποφάσισε να τα αλλάξει όλα: μέσα σε ένα καλοκαίρι έχασε 30 κιλά, μάζεψε χρήματα για να πληρώνει τα ιδιαίτερα μαθήματα κιθάρας, ανακοίνωσε στους γονείς του ότι θα κυνηγήσει τη μουσική καριέρα και επιτάχυνε τους ρυθμούς του για να ξεκολλήσει από τα περίεργα εφηβικά χρόνια.

 

Τελικά, ενάντια στη θέληση των γονιών του ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει ροκ και blues στo μουσικό σχολείο του Γιώργου Φακανά. Η Αθήνα τον μάγεψε αμέσως, αλλά συνειδητοποίησε πως έπρεπε να βάλει ένα πρόγραμμα για να πετύχει τους στόχους του.

 

«Συμφώνησα με τον εαυτό μου το πρωί να διεκπεραιώνω τις δουλειές και τις υποχρεώσεις μου και να είμαι ο Θανάσης, αλλά το βράδυ να αλλάζω, να βγαίνω έξω, να κάνω γνωριμίες, να ζω τη νύχτα και να βράσω στο καζάνι της Αθήνας» μου ξεκαθαρίζει.

 

Κάποια στιγμή, τυχαία, προσπαθώντας να αγοράσει ένα πετάλι για την κιθάρα του, γνώρισε τον μουσικό George Gaudy.

 

«Οι ιστορίες των τραγουδιών μου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές όπου αφηγούμαι τα πράγματα όπως έχουν συμβεί και σε αυτές που τα αφηγούμαι όπως φαντάζομαι ότι θα ήθελα να είχαν συμβεί». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Οι ιστορίες των τραγουδιών μου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές όπου αφηγούμαι τα πράγματα όπως έχουν συμβεί και σε αυτές που τα αφηγούμαι όπως φαντάζομαι ότι θα ήθελα να είχαν συμβεί». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Αμέσως ταίριαξαν, έγιναν καλοί φίλοι, μπήκε στην μπάντα του και μαζί του ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι, μια τρυφερή διασκευή της μπαλάντας του Randy Newman από το «Toy Story», «You 've got a friend in me», η οποία μάλιστα του εξασφάλισε τη συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό του Red FM για νέα ταλέντα.

 

Σε αυτόν εξέπληξε τους πάντες αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε ένα τραγούδι του θρυλικού μπλουζίστα Robert Johnson, το «Love in vain».

 

Η πιο κομβική στιγμή στη ζωή του, όμως, είναι η εκπλήρωση του παιδικού του ονείρου, να σπουδάσει δηλαδή jazz κιθάρα στο Λονδίνο.

 

Το περσινό καλοκαίρι μάζεψε χρήματα, δουλεύοντας τα πρωινά ως σερβιτόρος και τα βράδια ως κιθαρίστας σε μια πρόχειρη μπάντα σε ξενοδοχείο του χωριού του, και στη συνέχεια πέρασε με επιτυχία την οντισιόν στη φημισμένη μουσική σχολή ICMP του Λονδίνου, παίζοντας αυτοσχέδια blues μέσω Skype. Έτσι έγινε ένα από τα 15 άτομα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου που δέχτηκαν στη σχολή.

 

Πριν ξεκινήσει να μου μιλάει για τη ζωή του στο Λονδίνο, ο Θανάσης αλλάζει στάση σώματος, κάθεται σταυροπόδι, τραβάει μια μεγάλη τζούρα από τo τσιγάρo του και πίνει δυο γουλιές από το κόκκινο κρασί που έχει παραγγείλει, παρόλο που είναι ακόμη σχετικά νωρίς για αλκοόλ.

 

«Tο πρώτο μου χαστούκι στο Λονδίνο το έφαγα με το "καλημέρα". Μου φάνηκε μια εντελώς γκρίζα και απρόσωπη πόλη.

 

Έπαιζα κιθάρα στον δρόμο, έδινα το όνομά μου και περίμενα για ώρες στην ουρά μέχρι να έρθει η σειρά μου και να παίξω 40 λεπτά για μερικές λίρες.

 

Επικρατούσε ένα αλαλούμ που με έκανε να νιώθω πολύ χαμένος και μόνος στην προσπάθεια να αποκωδικοποιήσω τα αμέτρητα, αντιφατικά ερεθίσματα» μου αποκαλύπτει με μια θλίψη στο βλέμμα.

 

«Αυτό που ακολούθησε όμως ήταν ονειρικό. Από το πρώτο βράδυ έβγαινα, ήθελα να ζήσω τη νύχτα στην πόλη. Το πρώτο βράδυ πήγα στο Soho, στο Ain't Nothing But The Blues. Κάθε Δευτέρα είχε jam nights και ήμουν εκεί, τζαμάροντας με άλλους μουσικούς.

 

 

Με έκαναν μέρος της οικογένειάς τους, ενώ εγώ φοβόμουν, σκεπτόμενος "τι πάω να κάνω εκεί με τον παππού τον Αφροαμερικανό που σφίγγει τα δόντια, παίζει μουσική και ηλεκτρίζει όλο το μαγαζί".

 

Αλλά τα σφιγμένα δόντια και το ηλεκτρικό ρεύμα της μπλουζ μουσικής δεν έχει ηλικία ούτε χρώμα.

 

Φαντάσου πως το Ain't Nothing But The Blues είναι ένα μαγαζί που έχει καυλωμένους κιθαρίστες, τουρίστες, τύπους με πιστόλια, εμπόρους ναρκωτικών, κοκάκηδες, κι εγώ ήμουν πάνω στη σκηνή, ένα guitar nerd 20 χρονών.

 

Είναι τεράστια υπόθεση σε ένα τέτοιο μαγαζί να καταφέρεις να απλώσεις τα χέρια σου και να κουνήσεις τον κόσμο όπως θες.

 

Όταν αυτό συνέβη και σ' εμένα και άκουγα από κάτω τις Αφροαμερικανίδες να σκούζουν, έλεγα "αυτό είναι, ρε φίλε, εδώ θα μείνω"» μου αφηγείται, ενώ εγώ χάνομαι στις εικόνες που δημιουργούν οι περιγραφές του.

 

Βέβαια, υπάρχουν στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να αντιμετωπίζει τα κατορθώματα του Θανάση με επιφύλαξη.

 

Πολλές φορές μοιάζουν, αν όχι με μυθοπλασία, σίγουρα με μια υπερβολική, φανταστική μεγέθυνση της πραγματικότητας, αλλά, από την άλλη, είναι τόσο συναρπαστικός ο τρόπος που αφηγείται τις εμπειρίες του, που τελικά δεν έχει και τόση σημασία.

 

Άλλωστε, αν δεν είσαι ένας γενναιόδωρος παραμυθάς, δεν μπορείς να τραγουδήσεις blues, όπως μου εξηγεί και ο ίδιος.

 

«Δεν υπάρχει χθες, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει τώρα. Και οφείλουμε να το ζήσουμε». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Δεν υπάρχει χθες, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει τώρα. Και οφείλουμε να το ζήσουμε». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Οι ιστορίες των τραγουδιών μου χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε αυτές όπου αφηγούμαι τα πράγματα όπως έχουν συμβεί και σε αυτές που τα αφηγούμαι όπως φαντάζομαι ότι θα ήθελα να είχαν συμβεί.

 

Οπότε από εμένα θα ακούσεις ιστορίες μοναξιάς, αμφισβήτησης, ερωτικής απογοήτευσης και αλητείας. Στο τέλος, όμως, αυτό που θέλω είναι να εμπνεύσω τους ανθρώπους, να μιλήσω στην καρδιά τους με την κιθάρα μου».

 

Φτάνοντας προς το τέλος της κουβέντας μας, και ενώ συζητάμε για την παθογένεια των συγχρόνων του, το ελεγχόμενο πρόβλημα αλκοολισμού του, τη «ματαιοδοξία» τού να παίζεις μόνος με μία ηλεκτρική κιθάρα στο Royal Albert Hall και την ανάγκη για ξεχωριστές προσωπικότητες την εποχή της εικόνας, ξαφνικά σχηματίζει την εξής πρόταση: «Το αύριο είναι μεγάλο άλλοθι».

 

Απορημένος τον ρωτάω τι εννοεί και μου αποκρίνεται πως αυτή είναι η απάντησή του στην ερώτηση που του είχα κάνει πολύ νωρίτερα, ποιο σύνθημα θα έγραφε σε τοίχο της Αθήνας.

 

«Δεν υπάρχει χθες, δεν υπάρχει αύριο. Υπάρχει τώρα. Και οφείλουμε να το ζήσουμε».

 

Αν μη τι άλλο, ο Θανάσης το γνωρίζει και το εφαρμόζει πολύ καλά. Έχει πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά και το μέλλον φαντάζει σαν ένα χωράφι με ανεξερεύνητες, βιωματικές, blues ιστορίες και μελωδίες που θα τραγουδήσει.

 

Info:

O Tom Yosi θα κάνει ένα live μαζί με την Polina Leshnevskaia το Σάββατο 3 Μαρτίου στο Zoo.

Αυτή την περίοδο ηχογραφεί το ντεμπούτο EP του με τίτλο «Son of a gun», ενώ παράλληλα παίζει και στην μπάντα του George Gaudy.

Στα παρακάτω links μπορείτε να ακούσετε μερικές ηχογραφήσεις του:

 

https://www.youtube.com/watch?v=cU3uAsLHGPo
https://www.youtube.com/watch?v=aEgtB8k2no4
https://www.youtube.com/watch?v=mywzpvCZPGA