Και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς», της λέει
Κάτι για τις παλιές γυναίκες που απειλούσαν τις μάνες μας





και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει·

και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς», της λέει.

Διονύσιος Σολωμός, Λάμπρος



Ένα απόγευμα Κυριακής, Ιούλιος του ’66, η μάνα μου φόρεσε το πράσινο ταφταδένιο της φόρεμα, μπράτσα έξω, καρφίτσωσε ένα κοτσάνι μπουγαρίνι (βαρύθυμο), και μας πήρε στο θερινό σινεμά της παραλίας. 

 

Καθώς πηγαίναμε, όλο το νησί σουλατσάριζε, πέρασε από μπροστά μας, ο πατέρας μας. Πήγαινε πεζός και έσερνε το Ζούνταπ του, στο οποίο καθόταν καμαρωτή μια γυναίκα που δεν ήξερα -και δεν έμοιαζε με καμμία από τις γυναίκες που ήξερα ως τότε. Η μάνα μου δαγκώθηκε. Ο πατέρας μου ψέλλισε αμήχανος κάτι, χαμογελώντας σα χαζός. Εμείς δεν θυμάμαι αν πήγαμε τελικά σινεμά, ή γυρίσαμε κακήν κακώς σπίτι.

 

Η μάνα μου, οι θείες μου, καταλάβαινα ότι εχθρεύονται αυτό τον τύπο γυναίκας που καθότανε στο μηχανάκι. Μα όλο και κάποια παρεισέφρεε στο σεμνά γλέντια μας. Σε κάποιο τραπέζι θα εμφανιζόταν απρόσκλητη, την ώρα που οι άντρες μερακλώνουν και θα είναι αυτή που θα τύλιγε με τέχνη το χέρι της στο σβέρκο τους, να τραγουδήσουν πρίμο σεκόντο κάτι ακόλαστο. Με βλέμα «μη μου τους κύκλους τάραττε», αγέρωχο ανάστημα, όλα ίσιωμα, τίποτα κρυφό εκτός από τη μοναξιά της.

 

Φυσικά, εμένα με μαγνήτιζαν γιατί τις έβρισκα παράξενες. Μέχρι να ξεπεράσω τα συκοφαντικά υπονοούμενα με τα οποία τις στόλιζε ο χριστεπώνυμος γυναικωνίτης, τις φοβόμουν κιόλας. Αλλά κάποια στιγμή που τις πλησίασα (κάποιος θείος μου τραβιόταν), είδα ότι όχι μόνο δεν είναι τέρατα, αλλά μου ταιριάζει κάτι απόβιο που έχουν, μια απόσταση που κρατάνε από όλα όσα τρελαίνουν τους υπόλοιπους. Τις βρήκα λοιπόν συνεννοήσιμες. Και θαυμαστές στην όψη.

 

Σήμερα, η όψη της γυναίκας που δεν ανταποκρίνεται στον οικογενειακό ρόλο (που αλητεύει στα σύνορα της κοινωνίας και της νομιμότητας, χαίρεται τις ηδονές αδιάντροπα, είναι εργάτρια του σεξ κ.λπ.) έχει το ξανθό, σιλικονούχο στυλ της Πάμελα Άντερσον - και δεν μου αρέσει. Διότι δεν εμπεριέχει κανένα ριψοκίνδυνο νταλκά. Και είναι λογικό. Μια ελευθέρια γυναίκα σήμερα, έχει περισσότερα δικαιώματα και λιγότερες προκλήσεις να αντιμετωπίσει από π.χ. μια ιερόδουλο του ’60. Κι αυτό είναι καλό, βέβαια- ο πόνος δίνει δραματικό ανάστημα, αλλά δεν θα πονάμε κιόλας για να γίνουμε ενδιαφέροντες!

 

Αυτές όμως οι παλιές «παλιογυναίκες» είχαν αναγκαστικά κι αναπολόγητα όλο το πακέτο της «ποίησης», στα μάτια μου. Και τελικά τις θαύμαζα με το δέος το φλώρικο που αργότερα θα συναντούσα στον Φελλίνι. Μου άρεσε η μελαχρινή, στερεοτυπική ομορφιά τους: Καταστόλιστες με φτηνά μπιζού, καμαρωτά μεγάλα φρύδια, μαλλιά κορακάτα υπερπαραγωγή, συνήθως γυμνοί ώμοι και ντεκολτέ που σφύζει από λαγνεία, μια πικάντικη ψεύτικη ελιά στο μάγουλο, στόμα κόκκινο με μαύρο περίγραμμα, συνήθως διάπλατο από ένα γέλιο βραχνό, αχαλίνωτο. 

 

Ήταν όμως ο ριψοκίνδυνος αέρας τους, που προείπα, εκείνο που τις έκανε μαγνητικές. Διέκρινες ότι είναι μόνες, ότι είναι διωγμένες. Κι ότι έτσι θα πάει όλη τους η ζωή. Πράγμα που το ξέρουν και το έχουν δεχτεί, και το τραγουδάνε κι όταν το τραγουδάνε, κλαίνε. Γι αυτό και οι λαϊκοί, ταλαίπωροι άντρες τότε, τις αγαπούσαν, σα σύντροφους εν όπλοις, σαν φιλαράκια εν ηδοναίς, friends with benefits― συνδυασμός αχτύπητος. Γιατί αυτές, καταλαβαίνουν από βάσανα. Από οριακά αισθήματα. Από χωρισμό και μάχη της ζωής. Και δίνουν τα φιλιά τους αφειδώλευτα. Γιατί δεν έχουν τίποτα να χάσουν. 

 

Είχε δίκιο η μάνα μου που δαγκώθηκε.

 

 

BONUS TRACK

ΚΑΙΤΗ ΠΕΤΡΑΚΗ: Άνθισε τις δεκαετίες του '50 και ’60. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, σε Ελλάδα και Αμερική (που είχε πρωτοπάει με τον Απόστολο Καλδάρα)
ΚΑΙΤΗ ΠΕΤΡΑΚΗ: Άνθισε τις δεκαετίες του '50 και ’60. Συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, σε Ελλάδα και Αμερική (που είχε πρωτοπάει με τον Απόστολο Καλδάρα)