Μακάριο το μουγκό παιδί που πίνει δίπλα σου. 
Ελευθεροτυπία, 1994

Είναι η πράξη μας που βρίσκεται στον πυθμένα του γλωσσικού παιγνίου, είχε πει ο Βιτγκενστάιν... Ακόμη μια παλιά μου στήλη ― για να βρίσκεται.

 

 

Κάθε γλυκόλογο πρέπει να περνάει από «πόθεν έσχες»....
Κάθε γλυκόλογο πρέπει να περνάει από «πόθεν έσχες»....

 

 

Ο τύπος που θέλει να σε πάρει απόμερα και να σε σφάξει, σού ψιθυρίζει γλυκόλογα. Αλλά ο άνθρωπος που σ’ αγαπάει, τραυλίζει και δεν ξέρει τι να πει.

 

Ποιόν θα πιστέψεις;

 

Από μικρός κουμπωνόμουν με τους εξπέρ της γλώσσας — τους συζητητάς με τις πνευματώδεις ντρίπλες, τους ρήτορες με τις θεατρικές χειρονομίες. Τα μεγάλα λόγια με τρόμαζαν — ακριβώς γιατί τα έβλεπα να ματαιώνονται σε πέντε ή δέκα― να πέ­φτουν σαν ψοφίμια απ' το στόμα τους. Έχω συμφάγει με ρή­τορες που γέμισαν το δωμάτιο πτώματα· με ατακαδόρους που το σώμα τους ίδρωνε βλακεία. Μακάριο το μουγκό παιδί που πίνει δίπλα σου.

 

Έμαθα να εμπιστεύομαι τα μάτια, τα χέρια, τον ήχο της φωνής.  Συνεργούσης της θεωρίας του χάους, του τέλους των ιδεολογιών, της αναδιανο­μής του κόσμου, της μεταμοντέρνας σύγχυσης —και προπάντων του τέλους μιας αγάπης— ήταν σαν να βρέθηκα ξαφνικά στην ψύχρα των πάντων και να μην είχε κανένα νόημα ποιο δρόμο θα πάρω, τι γνώμη θα πω, κυρίως τι θα μου πούν. Ας κάτσει δίπλα μου ένα καλό παιδί που δεν παρλάρει υπερβολικά. Κι ας έχει ομιλητικά μάτια. Δεν έχει τόση σημασία τι σου λένε, αλλά ποιος στο λέει.

 

Βέβαια, εκφράζω γνώμες διαρκώς — και μάλιστα κραυγα­λέες. Είναι γιατί κατά βάθος καμία γνώμη δεν με καίει ιδιαίτερα. Επίσης, έτσι βγάζω το μισθό μου.

 

Αυτή η ενδόμυχη ακηδία μ’ έκανε να πιαστώ από τις πράξεις όπως πιάνεσαι απ το τραπέζι την ώρα του σεισμού. Άφησα την φάτσα του άλλου να μου πει όσα η γλώσσα κουκουλώνει με τα παιχνίδια της. Γιατί «πιστεύω» ακράδαντα εκείνη την αποστροφή του Βιτγκενστάιν στο Περί της βεβαιότητας, ότι «... Είναι η πράξη μας που βρίσκεται στον πυθμένα του γλωσσικού παιγνίου».

 

Κάποτε τα πράγματα ήταν πιο απλά, οι πίστεις πιο μονο­κόμματες. Τώρα ο άνθρωπος αισθάνεται έρμαιο της τύχης, όσο ποτέ άλλοτε. Η βιολογία, η αστρονομία, η φυσική — σημαίνουν από κοινού το τέλος των βεβαιοτήτων. Στεκόμαστε ανήξεροι στο σταυροδρόμι των μεγαλύτερων αντιφάσεων — ταπί και χαωμένοι. Η Αγορά παίζει στα ζάρια τη ζωή μας και γελά.

 

Κι αν πούμε τη γνώμη μας, δεν ξέρεις τι έγινε!

 

Μέσα σ’ αυτή τη γενικευμένη αμφιβολία, βρή­κανε πάλι έδαφος οι ψευδοπροφήτες. Άκου τους! Δίνουν καθη­μερινώς παραστάσεις στο τσίρκο των media — σώζουν έθνη, αποκαθιστούν αλήθειες, κόπτονται (που να κοπούν!). Τα λόγια τους πέφτουν σαν ομίχλη από τον άμβωνα, να κρύψουν τις αναίδειες των έργων τους.

 

Αν κι είναι υπερβολή να κρίνεις τον άνθρωπο μόνο από τα έργα του (γιατί νομίζουμε ότι ελέγχουμε τα πάντα, ενώ στην πραγματικότητα κυβερνιόμαστε εν πολλοίς απ' τις συμπτώσεις) αρνούμαι πια ν’ ακούσω ο,τιδήποτε, αν δεν μάθω πρώτα ποιος μι­λάει.

 

Εντέλει ο άνθρωπος είναι η συνισταμένη των πράξεών του· τα πάντα λέγονται με τις χειρονομίες του. 

 

Μόνο στους ποιητές δικαιολογώ τις μεγάλες αντιφάσεις. Γιατί αυτοί ιχνηλατούν το άγνωστο, βαδίζουν ολομόναχοι πέραν του ήδη εννοημένου και είναι φυσικό ενίοτε να τσακίζονται και να πέφτουν απ' τα μεγάλα λόγια στις μικρές πράξεις.

 

Αλλά στην απέραντη εισαγγελία των media (αυτό είναι κατά βάθος η δημοσιογραφία γνώμης: μια δημό­σια κατηγορία) η κάθε λέξη πρέπει να περνάει από «πόθεν έσχες».

 

Γιατί, εδώ η ψευδωνυμία είναι κάτι συνειδητό. Μοιάζει με τα γλυκόλογα του βιαστή όταν πλησιάζει το αθώο θύμα του. Στο δεύτερο «αγάπη μου», ο θάνατος παραφυλάει (από τους πύρ­γους της Κόρντομπα).