Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Ήταν η Χάνα Άρεντ υπεροπτική και άσπλαχνη όταν μιλούσε για την «πεζότητα του κακού»;

Η κορυφαία ερμηνεύτρια του ολοκληρωτισμού θεώρησε ότι το Ολοκαύτωμα ήταν προϊόν μιας πολεμικής γραφειοκρατείας που θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και ο Άιχμαν υπαλληλάκος ενός συστήματος οργανωμένου φόνου. Ήταν έτσι; Ένα συναρπαστικό βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, απαντά.
Χάνα Άρεντ

Οι βαρετοί δήμιοι του Χίτλερ

 

Το 1963, η Αρεντ δημοσίευσε το βιβλίο Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει πλήρως από το σκάνδαλο που προκάλεσε μια εν παρόδω αναφορά της όπου υπαινισσόταν ότι η συμπεριφορά των αξιωματούχων των Εβραϊκών Συμβουλίων δεν διέφερε από εκείνη των ναζιστών δημίων. Ισχυρίστηκε ότι, αν οι Εβραίοι ηγέτες είχαν αρνηθεί να συνεργασθούν με τους ναζί, θα είχαν επιζήσει περισσότεροι Εβραίοι· γνωρίζουμε σήμερα ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χάρις στη συνεργασία κερδήθηκε πολύτιμος χρόνος. Πάντως, η επιχειρηματολογία της συνιστούσε μια κακόγουστη εξίσωση θυμάτων και δημίων. Επί πλέον, η εκδοχή της παρέλειπε να αναφέρει τις απερίγραπτες πιέσεις υπό τις οποίες οι Εβραίοι ηγέτες ήταν υποχρεωμένοι να λειτουργούν — όπως και να το εξετάσει κανείς, βαριά παράλειψη.

 

Αποφεύγοντας ιστορικές περιπλοκότητες, η Αρεντ υποστήριζε ότι, για έναν Εβραίο, «ο ρόλος που έπαιξαν οι Εβραίοι ηγέτες στην εξόντωση των δικών τους ανθρώπων είναι αναμφίβολα το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της όλης σκοτεινής ιστορίας». Συνέχιζε εξετάζοντας «τη συνολική ηθική κατάπτωση που προξένησαν οι ναζί στην ευυπόληπτη ευρωπαϊκή κοινωνία — όχι μονάχα μεταξύ των διωκτών, αλλά και μεταξύ των θυμάτων».

 

Το βιβλίο της Αρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο ανυπέρβλητο έργο του Ράουλ Χίλμπεργκ Η εξόντωοη τον Ευρωπαϊκού Εβραϊομού. Αν και το έργο του Χίλμπεργκ ήταν από πολλές απόψεις ρηξικέλευθο, δεν του έλειπαν τα σφάλματα· κάθε άλλο. Η πραγμάτευση του ρόλου των Εβραϊκών Συμβουλίων αποτελούσε μία από τις μείζονες αδυναμίες του. Ο Χίλμπεργκ στηρίχθηκε κυρίως σε μη εβραϊκές πηγές, που συχνά παρουσίαζαν τους Εβραίους σύμφωνα με τα χυδαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα:οι Εβραίοι ήταν υποχωρητικοί και δουλοπρεπείς, συμβιβάζονταν εύκολα με το δέλεαρ του ιδίου συμφέροντος. Έτσι, σύμφωνα με τον Χίλμπεργκ, η συνεργασία του Jtidenrat ήταν μια αρκετά απλή υπόθεση· η ολοκλήρωση μιας βαθιά ριζωμένης εβραϊκής προδιάθεσης να συναινούν όταν αντιμετωπίζουν διώξεις. Ωστόσο αυτή η απλουστευτική απεικόνιση της εβραϊκής αντίδρασης γίνεται διαρκώς δυσκολότερο να υποστηριχθεί εν όψει των αυξανόμενων αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώνει η πρόσφατη έρευνα.

 

Η Άρεντ ποτέ δεν κατάφερε να συνέλθει πλήρως από το σκάνδαλο που προκάλεσε μια εν παρόδω αναφορά της όπου υπαινισσόταν ότι η συμπεριφορά των αξιωματούχων των Εβραϊκών Συμβουλίων δεν διέφερε από εκείνη των ναζιστών δημίων.

 

Η στρατηγική των Εβραϊκών Συμβουλίων ήταν να ανταλλάσσουν αγαθά και καταναγκαστική εργασία με την ελπίδα να σώσουν τη ζωή Εβραίων. Yπό τις συνθήκες εκείνες, φαινόταν λογική προσέγγιση. Ήταν μια τακτική που αποδείχθηκε αποτελεσματική μέχρι τις τελευταίες εκτοπίσεις, όταν, απροειδοποίητα, κάθε άλλη επιλογή έπαψε να υφίσταται. Επί πλέον, αυτού του είδους οι διαπραγματεύσεις επιδίωκαν να εκμεταλλευθούν τις εντάσεις μεταξύ στελεχών της ανώτατης γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης σχετικά με το αν έπρεπε να επικρατήσει η εκμετάλλευση της εβραϊκής εργασίας για πολεμικούς σκοπούς ή η μη ωφελιμιστική λογική της «Τελικής Λύσης».

 

Γερμανοί αξιωματούχοι κόβουν αστεϊζόμενοι τις μπούκλες ενός υπερορθόδοξου Εβραίου, για να τον ταπεινώσουν
Γερμανοί αξιωματούχοι κόβουν αστεϊζόμενοι τις μπούκλες ενός υπερορθόδοξου Εβραίου, για να τον ταπεινώσουν

 

Όπως και ο Χίλμπεργκ, η Άρεντ δεν διέκρινε τα διάφορα στάδια της συνεργασίας των Εβραίων με τους ναζιστές διώκτες τους. Η διαβάθμιση αυτή, ωστόσο, είναι κρίσιμη για την εκτίμηση εβραϊκής υπαιτιότητας. Κατά τη διάρκεια των αρχικών μαζικών εκτοπίσεων, πολλοί ηγέτες των Εβραϊκών Συμβουλίων αρνήθηκαν να παραδώσουν ζωές Εβραίων, όπως τους διέταζαν οι ναζί. Τα Ες-Ες, μόλις αντιμετώπιζαν αδιαλλαξία, είτε συνελάμβαναν τους Εβραίους επικεφαλής είτε τους εκτελούσαν επί τόπου. Συχνά οι ναζί τότε προχωρούσαν σε προσεκτική επιλογή μιας δεύτερης γενιάς Εβραίων ηγετών, για την προθυμία των οποίων να συνεργασθούν δεν θα μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία. Κυρίως υπό την ηγεσία αυτής της δεύτερης σειράς επιλεγμένων από τους ναζί αξιωματούχων των Εβραϊκών Συμβουλίων προχώρησαν οι εκτοπίσεις. Όπως παρατηρεί ο Γεχούντα Μπάουερ στο βιβλίο του Μια Ιστορία τον Ολοκαυτώματος: «Οι ιστορίες των περισσότερων γκέτο μπορούν να διαιρεθούν [...] σε δύο περιόδους: πριν και μετά τις πρώτες μαζικές δολοφονίες». Στην πόλη Στανισλαβόφ της ανατολικής Γαλικίας, για παράδειγμα, τρεις διαδοχικοί ηγέτες ενός Εβραϊκού Συμβουλίου εκτελέστηκαν επειδή αρνήθηκαν να παραδώσουν Εβραίους.

 

Στο βιβλίο Judenrat: Τα Εβραϊκά Συμβούλια στην Ανατολική Ευρώπη υπό ναζιστική κατοχή (1972), ο Ιζάιας Τρουνκ απέδειξε τελεσίδικα πώς η εβραϊκή «συνεργασία», κάθε άλλο παρά οικειοθελής, ήταν κυρίως προϊόν εξαναγκασμού εκ μέρους των Γερμανών. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, οι ναζί υποχρέωσαν τους Εβραίους να συγκροτήσουν τα συμβούλια, εξανάγκασαν Εβραίους να υπηρετήσουν σε αυτά και τους υποχρέωσαν να συνεργαστούν, συχνά υπό την απειλή των πιο βάναυσων αντιποίνων. Επί πλέον, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, πολλά από τα συμβούλια υποστήριξαν εβραϊκές αντιστασιακές ενέργειες. Μερικά, όπως το συμβούλιο του γκέτο της Βαρσοβίας, είχαν δημοκρατική οργάνωση. Τέτοιες κρίσιμες διαφορές, ωστόσο, ισοπεδώθηκαν στη δίχως συμπόνοια απεικόνιση των συμβουλίων από την Άρεντ.

 

Λίγοι θα αρνούνταν ότι διαφθορά υπήρξε σε τμήματα της εβραϊκής ηγεσίας. Όπως παρατηρεί ο Γκέρσομ Σόλεμ: «Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν γουρούνια, κάποιοι ήταν άγιοι. Υπήρχαν επίσης ανάμεσά τους πολλοί άνθρωποι διόλου διαφορετικοί από εμάς, που υποχρεώθηκαν να πάρουν φρικτές αποφάσεις υπό συνθήκες τις οποίες μας είναι αδύνατον ακόμη και να αρχίσουμε να αφηγούμαστε ή να φανταζόμαστε». Εκείνο που ο Σόλεμ βρήκε ενοχλητικό στην εκδοχή της Άρεντ ήταν αυτό που ονόμασε «ένα είδος δημαγωγικής βούλησης για μεγαλοποίηση». Σχολιάζει ο Σόλεμ: «Δεν γνωρίζω κατά πόσον είχαν δίκιο ή άδικο. Ούτε τολμώ να κρίνω. Δεν ήμουν εκεί».

 

Η Χάνα Άρεντ σε νεαρή ηλικία.
Η Χάνα Άρεντ σε νεαρή ηλικία.

 

Όπως ο Μίκαελ Μάρους έχει εύστοχα παρατηρήσει, καθώς ξεδιπλωνόταν η πολεμική για τον Αιχμαν στην Ιερουσαλήμ, «γινόταν προφανές πόσο ισχνή ήταν η πραγματική βάση πάνω στην οποία [η Αρεντ] είχε στηρίξει τις κρίσεις της». Καταλήγει με την ακόλουθη νηφάλια προειδοποίηση: «Οι διαπραγματεύσεις των Εβραίων με τους ναζί [...] ήταν, θεωρούμενες εκ των υστέρων, μάταιες προσπάθειες να αρπάξουν Εβραίους από τους φούρνους του Άουσβιτς την ώρα που για το Τρίτο Ράιχ άρχιζε η επιθανάτια αγωνία. Θα πρέπει πάντως να αναφερθεί ότι, όσο μάταιες κι αν ήταν, αυτές οι προσπάθειες φαίνονταν εύλογες σε κάποιους λογικούς ανθρώπους που βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια κατάσταση απελπιστική.

 

Σε γενικές γραμμές, η Αρεντ, καταδικάζοντας συλλήβδην την εβραϊκή ηγεσία, λίγη έδειξε κατανόηση —και συμπάθεια ακόμη λιγότερη— για τα απρόοπτα και τις ακραίες καταστάσεις των δεινών ιστορικών περιστάσεων. Όσον αφορά στη διεφθαρμένη εξουσία του Ρουμκόφσκι στο γκέτο του Λοντζ, έχει συχνά επισημανθεί ότι, αν τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν φθάσει μερικούς μήνες νωρίτερα, θα είχε περάσει στην Ιστορία ως ήρωας, κι όχι ως προδότης.

 

Η έλλειψη ευαισθησίας της Αρεντ για τις διαστάσεις της εβραϊκής τραγωδίας ήταν κάποιες φορές εντυπωσιακή. Σε πνεύμα γερμανο-εβραϊκής υπεροψίας, περιέγραφε τον Ισραηλινό δημόσιο κατήγορο του Άιχμαν, Γκίντεον Χάουσνερ, ως «Γαλικιανό Εβραίο [που] [...] μιλά χωρίς τελείες ή κόμματα [...] σαν επιμελές σχολιαρόπαιδο που θέλει να επιδεικνύει όλες του τις γνώσεις [...] νοοτροπία γκέτο» — η απόλυτη προσβολή από Εβραία της υψηλής κοινωνίας. Δίχως σύνεση, αποκάλεσε τον Εβραίο ηγέτη του Βερολίνου Λέο Μπεκ (κεφαλή της Reichsvereinigung der deutschen Juden [Ένωσης των Γερμανών Εβραίων του Ράιχ]) «Εβραίο Führer», χαρακτήρισε τον Άιχμαν «προσήλυτο Ιουδαίο», ισχυρίστηκε οτι η εβραϊκή συνεργασία «ήταν βέβαια ο ακρογωνιαίος λίθος όλων των πράξεών του [του Άιχμαν]», και, σε αμέτρητες περιπτώσεις, έφθασε στο σημείο να συγκρίνει τις εθνικιστικές βλέψεις του σιωνισμού και του εθνικοσοσιαλισμού — υπαινισσόμενη έτσι μια μακάβρια εξίσωση θυμάτων και θυτών. Ο υπαινιγμός της ότι, τη δεκαετία του 1930, σιωνιστές και ναζί είχαν ένα κοινό όραμα και συνεργάζονταν αρμονικά —κάποια στιγμή έφθασε στο σημείο να περιγράφει τη δεκαετία του 1930 ως «προσιωνιστική περίοδο» του ναζισμού— φάνηκε εμπαθής και δίχως ευαισθησία. Τέλος, σε επιστολή προς τον Γιάσπερς, εξέφραζε την προσβλητική άποψη ότι, «ο Μπεν Γκουριόν απήγαγε τον Άιχμαν μόνο και μόνο επειδή οι αποζημιώσεις προς το Ισραήλ έφθαναν στο τέλος τους, και το Ισραήλ ήθελε να πιέσει τη Γερμανία να πληρώσει περισσότερα».

 

Ο Άϊχμαν με πόντσο, κρυπτόμενος στην Αργεντινή
Ο Άϊχμαν με πόντσο, κρυπτόμενος στην Αργεντινή

 

Συμπλήρωνε αυτή την έλλειψη κατανόησης για τα θύματα με τον ισχυρισμό ότι ο άνδρας που βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα, ο Άντολφ Άιχμαν —η ευθύνη του οποίου για την Τελική Λύση υστερούσε μόνον εκείνης των Χίμλερ και Χάυντριχ—, ήταν «κοινότυπος» (μπανάλ). Παίρνοντας τις μελετημένες αρνήσεις του Άιχμαν τοις μετρητοίς, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πλήρη επίγνωση της υπαιτιότητάς του. Κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα εγκλήματα του Άιχμαν δεν έγιναν με «σκοπιμότητα». Ότι, αντίθετα, ο Άιχμαν ήταν απλώς ένα γρανάζι σε μια τεράστια γραφειοκρατική μηχανή όπου η αδικοπραγία αποτελούσε πια τον κανόνα — εξ ου και η «κοινοτυπία» του. Ο Χίλμπεργκ, η μελέτη του οποίου από πολλές απόψεις άνοιξε τον δρόμο για τη «λειτουργιστική» ερμηνεία του Ολοκαυτώματος, θεώρησε προσβλητικό τον υπαινιγμό ότι θα μπορούσε να περιγράφει κανείς επαρκώς τον χαρακτήρα του Άιχμαν κατ’ αυτόν τον τρόπο:

 

[Η «κοινοτυπία του κακού»] αποτελεί βέβαια περιγραφή της θέσης της για τον Άντολφ Άιχμαν και, κατά συνέπεια, για πολλούς άλλους Άιχμαν· είναι όμως ορθή; Στον Άντολφ Άιχμαν, αντισυνταγματάρχη των Ες-Ες επικεφαλής του τμήματος της Γκεστάπο που είχε ως αντικείμενο τους Εβραίους, έβλεπε έναν άνδρα «απόβλητο από την τάξη του» («declasse»), ο οποίος είχε ζήσει μια ζωή «πληκτική» προτού ανέλθει στην ιεραρχία των Ες-Ες, και του οποίου ο χαρακτήρας είχε «ελαττώματα». Αναφερόταν στην υπερβολική του «αυταρέσκεια», ανέπτυσσε το ζήτημα της «κομπορρημοσύνης» του και μιλούσε για την «γκροτέσκα ανοησία» του την ώρα του απαγχονισμού, όταν —έχοντας πιεί μισό μπουκάλι κρασί— είπε τις τελευταίες του λέξεις. Η Άρεντ δεν αναγνώριζε τη σοβαρότητα όσων αυτός ο άνθρωπος είχε κάνει με ένα μικρό επιτελείο, επιβλέποντας και χειραγωγώντας εβραϊκά συμβούλια σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, [...] προετοιμάζοντας αντιεβραϊκούς νόμους σε κράτη-δορυφόρους και κανονίζοντας τη μεταφορά Εβραίων σε τόπους εκτελέσεων διά τυφεκισμού και στρατόπεδα θανάτου. Δεν διέκρινε τα μονοπάτια που άνοιξε ο Άιχμαν στον λαβύρινθο της γερμανικής διοικητικής μηχανής για να διευκολύνει τις δίχως προηγούμενο πράξεις του.
Δεν αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις των 
πράξεων του. Δεν υπήρχε καμιά «κοινοτυπία» σ’ αυτό το «κακό».

 

Η πιο ισχυρή κατηγορία που μπόρεσε η Αρεντ να εγείρει εναντίον του 'Αιχμαν και των συναυτουργών του ήταν η κατηγορία της «απερισκεψίας» — χαρακτηρισμός που αποτελεί σοβαρή παρανόηση της φύσης της ναζιστικής ιδεολογίας, της δύναμής της ως καθολικής κοσμοθεωρίας. Κατά τη γνώμη ης Αρεντ, οι ναζί ήταν λιγότερο ένοχοι για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» και περισσότερο για «ανικανότητα να σκέπτονται» — κατηγορία που, αν την πάρει κανείς τοις μετρητοίς, διατρέχει τον κίνδυνο να εξισώσει τα αδικήματά τους με εκείνα ενός ανόητου παιδιού. Επί πλέον, το γεγονός ότι η Αρεντ βασίστηκε στην «κοινοτυπία» και την «απερισκεψία» ως κεντρικές ερμηνευτικές έννοιες σήμαινε μια αξιοσημείωτη επιστροφή σε σχέση με τις Καταβολές του ολοκληρωτισμού, που είχε αιχμηρά χαρακτηρίσει τον εθνικοσοσιαλισμό «ενσάρκωση του “ακραίου κακού”» — κάθε άλλο παρά κοινότυπο δηλαδή. Παραδόξως, η ίδια η Άρεντ ήταν εκείνη που είχε πειστικά αποδείξει στις Καταβολές ότι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ολοκληρωτικών καθεστώτων ήταν ότι έκαναν την αντίσταση σχεδόν αδύνατη.

 

Η μεγαλύτερη ίσως αδυναμία της Άρεντ ως αναλύτριας της αντίδρασης των Εβραίων στον ναζισμό ήταν ότι, αναφορικά με την πιο τραγική στιγμή της σύγχρονης εβραϊκής ιστορίας, η εντύπωση που έδωσε τελικά ήταν ανθρώπου σκληρόκαρδου και αναίσθητου. Ακόμη και ένας πιστός υποστηρικτής της όπως ο ιστορικός Χανς Μόμσεν υποχρεώθηκε να παραδεχθεί, στον πρόλογο της γερμανικής έκδοσης του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, ότι «η δριμύτητα της κριτικής της και ο άσπλαχνος τρόπος με τον οποίο επιχειρηματολογούσε φάνηκαν ανάρμοστα δεδομένης της βαθιά τραγικής φύσης του ζητήματος που πραγματευόταν». Επί πλέον, καταλήγει ο Μόμσεν, στο βιβλίο για τον Άιχμαν «διατυπώνονται πολλές απόψεις που είναι προφανές ότι δεν έχουν μελετηθεί αρκετά διεξοδικά». Κάποια συμπεράσματα προδίδουν ανεπαρκή γνώση του υλικού που ήταν διαθέσιμο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του I960».

 

Η Άρεντ δεν φάνηκε ποτέ να κατανοεί προς τι όλη εκείνη η αναστάτωση. Παραπονιόταν ότι το «εβραϊκό κατεστημένο» είχε ενορχηστρώσει μια συνωμοσία εις βάρος της. Απέδιδε τις αρνητικές κριτικές που έλαβε στο Ισραήλ στο ότι Ασκενάζι Εβραίοι (δηλαδή με καταγωγή από την Ανατολική Ευρώπη) σαν κι εκείνους που είχαν επανδρώσει τα Εβραϊκά Συμβούλια έλυναν κι έδεναν στο παρασκήνιο. Η Άρεντ θεωρούσε τον εαυτό της ανώτερο από εκείνους τους Ανατολικοευρωπαίους Εβραίους κατοίκους των γκέτο, που, κατά τη δική της εκτίμηση, είχαν αποδεχθεί χωρίς αντίδραση την ίδια τους την καταστροφή. Ταυτιζόταν με την ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση που ήταν πιο εκλεπτυσμένη και υψηλή — την παράδοση του Geist. Είχε μελετήσει —και ερωτευθεί— τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, έναν από τους κύριους εκπροσώπους του Geist.Ήταν μήπως εκείνοι οι δεσμοί της —ανοίκειοι και υπόγειοι— που με κάποιον τρόπο την οδήγησαν να διαδίδει τέτοιες συκοφαντίες για τους Εβραίους στο βιβλίο για τονΑιχμαν; Είναι μήπως δυνατόν τέτοια σχόλια, που υπαινίσσονταν ότι, από ορισμένες πλευρές, οι Εβραίοι δεν ήταν δα και καλύτεροι από τους ναζί, να είχαν στόχο την απαλλαγή του «μάγου του Μέσκιρχ» από τα εγκλήματα τα οποία διεπραξε για λογαριασμό ενός καθεστώτος που επιδίωξε να εξοντώσει τους Εβραίους.

 

Επιστροφή στον λειτουργισμό

Οι ιδιαιτερότητες της σχέσης της Άρεντ με τον Ιουδαϊσμό θα παρέμεναν ζήτημα περιορισμένου βιογραφικού ενδιαφέροντος εάν δεν επρόκειτο για κορυφαία ερμηνεύτρια του ολοκληρωτισμού και του Ολοκαυτώματος. Ωστόσο η θέση της περί «κοινοτυπίας του κακού» όπως διατυπώνεται στο βιβλίο για τον Άιχμαν έχει γίνει ο ακρογωνιαίος λίθος της λεγάμενης «λειτουργιστικής» ερμηνείας του Άουσβιτς. Και μόνο για τον λόγο αυτόν, το ιστοριογραφικό και πολιτικό διακύβευμα της επανεκτίμησης της κληρονομιάς της έχει τεράστια σημασία.

 

Σύμφωνα με τη λειτουργιστική προσέγγιση, το Ολοκαύτωμα ήταν πρωτίστως προϊόν της «νεωτερικής κοινωνίας». Στην ανάλυσή του για την επαναστατική Γαλλία, ο Τοκβίλ είχε ήδη δείξει πώς το νεωτερικό χαρακτηριστικό της δημοκρατικής ισοπέδωσης οδηγούσε στον δεσποτισμό. Η κοινωνική ισοπέδωση παρήγαγε μια επικίνδυνη ασυμμετρία μεταξύ ξεκομμένων ατόμων, που είχαν ξαφνικά στερηθεί την παραδοσιακή κοινωνική τους θέση (την τάξη), και της συγκεντρωτικής εξουσίας του δημοκρατικού ηγέτη. Στις Καταβολές, η Αρεντ αξιοποίησε την προσέγγιση του Τοκβίλ γιά να εξηγήσει το σύστημα του οργανωμένου τρόμου —και της αντίστοιχης αδυναμίας των κονιορτοποιημένων μαζών να αντισταθούν—, που ήταν ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ολοκληρωτικής κοινωνίας.

 

Η αυτοκτονία του Χίμλερ
Η αυτοκτονία του Χίμλερ

 

Η λειτουργιστική προσέγγιση δίνει έμφαση στον ρολο που διαδραμάτισε η γραφειοκρατία στην παραγωγή μιας ποιοτικά νέας, απρόσωπης μορφής βιομηχανοποιημενου μαζικού θανάτου. Έτσι, κάποια στιγμή, ο «μηχανισμός της καταστροφής» (Χίλμπεργκ) αρχίζει να αποκτά δική του ζωή. Καθώς οι γραφειοκράτες θύτες λειτουργούν εξ αποστάσεως, μακριά από τις τοποθεσίες των φόνων, μένουν ανεπηρέαστοι από τη φρίκη που προκαλούν οι πράξεις τους. Από την οπτική γωνία της Άρεντ, οι αδικοπραγίες των ναζί ήταν «εγκλήματα χωρίς ηθική επίγνωση». Η φύση της φονικής διαδικασίας, η οποία είχε οργανωθεί σύμφωνα με τις νεωτερικές αρχές της γραφειοκρατικής εξειδίκευσης και του καταμερισμού εργασίας, συνεπάγεται ότι οι εκτελεστές δεν είχαν επίγνωση του κακού που είχαν κάνει. Εξηγεί η Άρεντ:

 

Όπως ακριβώς, εντός των ορίων της ανθρώπινης ικανότητας, πολιτική λύση για το έγκλημα των διοικητικών μαζικών δολοφονιών δεν υπάρχει, έτσι και η ανθρώπινη ανάγκη για δικαιοσύνη δεν βρίσκει ικανοποιητική απάντηση για την ολική κινητοποίηση ενός λαού προς τον σκοπό αυτόν. Όπου είναι όλοι ένοχοι, κανείς σε τελευταία ανάλυση δεν μπορεί να κριθεί. Γιατί η ενοχή εκείνη δεν συνοδεύεται ούτε καν από απλή επίφαση, απλή προσποίηση ευθύνης. Εφ’ όσον η τιμωρία είναι το δικαίωμα του εγκληματία —και αυτό το «παράδειγμα» έχει εδώ και πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια αποτελέσει τη βάση της έννοιας της δικαιοσύνης και του Δικαίου για τον δυτικό άνθρωπο—, η ενοχή προϋποθέτει τη συνείδηση της ενοχής, και η τιμωρία αποτελεί απόδειξη ότι ο εγκληματίας είναι υπεύθυνο πρόσωπο.

 

Σύμφωνα με την Αρεντ, οι θύτες ναζί δεν επέδειξαν ούτε «συνείδηση ενοχής» ούτε αίσθημα προσωπικής ευθύνης για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει. Περιέγραψε τα πρωτοπαλίκαρα των ναζί ως «συνυπεύθυνους ανεύθυνους» στο μέτρο που αποτέλεσαν απλώς γρανάζια σε έναν «απέραντο μηχανισμό διοικητικών μαζικών δολοφονιών». Η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος έγκειται στη δημιουργία ενός νέου, χαρακτηριστικά νεωτερικού τύπου μαζικού δολοφόνου: του Schreibtischtater ή δολοφόνου που κάθεται σε ένα γραφείο.

 

Συνεπώς, σύμφωνα με την Άρεντ, λίγες ήταν οι επιπτώσεις του Άουσβιτς στη γερμανική Ιστορία ή στον γερμανικό εθνικό χαρακτήρα: «Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε ποια ήταν τα πραγματικά κίνητρα που έκαναν ανθρώπους να δρουν σαν γρανάζια μιας μηχανής μαζικών δολοφονιών, εικασίες περί της γερμανικής Ιστορίας και του λεγόμενου “γερμανικού εθνικού χαρακτήρα” δεν πρόκειται να μας φανούν χρήσιμες», παρατηρούσε με αυτοπεποίθηση. «Ο άνθρωπος του όχλου, η κατάληξη του “αστού”, αποτελεί διεθνές φαινόμενο· και καλά θα κάναμε να μην τον υποβάλλουμε σε πάρα πολλούς πειρασμούς, από τυφλή πεποίθηση ότι μονο στη Γερμανία ο άνθρωπος του όχλου είναι ικανός για τέτοιες φρικτές πράξεις». Συνεπώς, να τιμωρήσουμε τους Γερμανούς συλλογικά ως λαό, όπως κάποιοι είχαν την τάση να κάνουν, θα ήταν άστοχο και ανούσιο. Αντί για ειδικά γερμανικό έγκλημα, τα αδικήματα των ναζί αποτελούσαν μάλλον σύμπτωμα των δεινών της πολιτικής νεωτερικότητας εν γένει. Είχαν οικουμενική σημασία, και κατά συνέπεια θα μπορούσαν να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Στην πραγματικότητα, ένα από τα διαφοροποιητικά τους χαρακτηριστικά ήταν ότι δεν είχαν διαπραχθεί ούτε από φανατικούς ούτε από σαδιστές, αλλά από κανονικούς «αστούς». Στο πλαίσιο αυτό, η Άρεντ επικαλούνταν τη χαϊντεγκεριανή έννοια της «μη αυθεντικότητας» για να ερμηνεύσει τον συνδυασμό μετριότητας και γραφειοκρατικού κομφορμισμού των θυτών. Εκείνοι που εγκλημάτησαν, ισχυρίστηκε, ήταν τυπικοί εκπρόσωποι της μαζικής κοινωνίας. Δεν ήταν ούτε μποέμ ούτε τυχοδιώκτες ούτε ήρωες. Αντίθετα, ήταν οικογενειάρχες που αναζητούσαν τρόπο να εξασφαλίσουν δουλειά και να κάνουν καριέρα. Όπως βεβαιώνει η Αρεντ, στο δοκίμιο «Οργανωμένη ενοχή και οικουμενική ευθύνη», το μέσο μέλος των Ες-Ες είναι 

 

ένας «αστός» με όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα ευυποληψίας, όλες τις συνήθειες ενός καλού paterfamilias που δεν απατά τη γυναίκα του και εναγώνια επιζητεί να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές μέλλον για τα παιδιά του· και έχει συνειδητά οικοδομήσει τη νεώτερη τρομοκρατική του οργάνωση [...] θεωρώντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ούτε μποέμ ούτε φανατικοί ούτε τυχοδιώκτες ούτε σεξομανείς ούτε σαδιστές, αλλά πρώτα και κύρια εργαζόμενοι και καλοί οικογενειάρχες [...] η όλη οργάνωση του Χίμλερ δεν στηρίζεται σε φανατικούς ούτε σε εκ φύσεως δολοφόνους ούτε σε σαδιστές. Στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην κανονικότητα του εργαζομένου και του καλού οικογενειάρχη.

 

Η «Οργανωμένη ενοχή και οικουμενική ευθύνη», που έγραψε η Άρεντ το 1945, περιέχει εν σπέρματι την αμφιλεγόμενη «κοινοτυπία του κακού». Και όμως, στις Καταβολές τον ολοκληρωτισμού, η Άρεντ είχε περιγράφει τον ναζισμό —παρά τα γραφειοκρατικά-διοικητικά του ερείσματα— σαν μια μορφή «ριζικού κακού». Η ανείπωτη φρίκη των υπό εξέταση γεγονότων ήταν ακόμη πρόσφατη. Ωστόσο, όταν αναδιατύπωσε την άποψή της στο πλαίσιο της μελέτης της για τη δίκη του Άιχμαν —γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για μια μείζονα επανεκτίμηση της εγκληματικής ουσίας του ναζισμού—, η «λειτουργιστική» προσέγγιση προκάλεσε κατάπληξη και αγανάκτηση.

 

Υπάρχουν βέβαια πολλά που μπορεί κανείς να μάθει για την Τελική Λύση επικεντρώνοντας την προσοχή του στη γραφειοκρατική φύση της φονικής διαδικασίας. Αλλά, βέβαια, υπάρχουν μελετητές που θα έσπευδαν να αναφέρουν ότι οι κινητές μονάδες θανάτου που αναπτύχθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, οι λεγόμενες Einstazgruppen, κρίθηκαν από το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης υπεύθυνες για τον θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων Εβραίων και οι θάνατοι αυτοί δεν είχαν τίποτε το γραφειοκρατικό.

 

Το κοινό παρακολουθεί την δίκη του Άιχμαν.
Το κοινό παρακολουθεί την δίκη του Άιχμαν.

 

Ωστόσο η λειτουργιστική θέση, διατυπωμένη από την Άρεντ και άλλους, μας λέει ένα μέρος μόνο της ιστορίας. Αποτυγχάνει να εξηγήσει τις ιδιαιτερότητες αυτής της συγκεκριμένης γενοκτονίας. Για ποιον λόγο οι ναζί έβαλαν ξεκάθαρο στόχο την εξολόθρευση των Ευρωπαίων Εβραίων; Και άλλες ομάδες υπήρξαν, βέβαια, θύματα διωγμού, ακόμη και εξόντωσης. Αλλά για την κεντρική σημασία του αντισημιτισμού στην κοσμοθεωρία των ναζί δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία. Αναπόφευκτα, ένα ερμηνευτικό πλαίσιο κινούμενο σε τόσο υψηλά επίπεδα γενικότητας κινδυνεύει να αποκοπεί από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φαινομένου που επιζητεί να κατανοήσει. Σύμφωνα με τη λειτουργιστική προσέγγιση, η εξόντωση των Εβραίων θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε. Αλλά το γεγονός παραμένει. Δεν συνέβη οπουδήποτε. Ήταν όχι μόνον το αποτέλεσμα μιας στυγνής και απρόσωπης «μηχανής καταστροφής», ήταν επίσης το προϊόν των παροιμιωδών «ιδιαιτεροτήτων της γερμανικής ιστορίας».

 

Η κύρια αδυναμία της λειτουργιστικής προσέγγισης είναι ότι τείνει να υποβαθμίζει ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ναζιστικής εξουσίας: την ιδεολογία — συγκεκριμένα, την ιδεολογία του αντισημιτισμού. Θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα καθεστώς πιο επικεντρωμένο στον απόλυτο ιδεολογικό έλεγχο από εκείνο του ναζισμού κατά τη διάρκεια της δωδεκαετούς κυριαρχίας του. Οι φρικαλεότητες του Άουσβιτς δεν εξηγούνται με αυστηρά λειτουργιστικούς όρους. Δεν έχουν όλες οι κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από την πρωτοκαθεδρία του «εργαλειακού λόγου» την προδιάθεση για γενοκτονία. Το διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό του Άουσβιτς δεν ήταν η γραφειοκρατική διοίκηση. Αντίθετα, ήταν το γεγονός ότι νεωτερικές γραφειοκρατικές μέθοδοι είχαν τεθεί στην υπηρεσία μιας φανατικής και ολοκληρωτικής ρατσιστικής ιδεολογίας. Δυστυχώς, η Άρεντ απέκλεισε τέτοιες σκέψεις a priori, εξ αιτίας της ιδιόρρυθμης επικέντρωσής της στον αστό paterfamilias, που, κάπου δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, θα αναδυόταν πάλι ως ραχοκοκαλιά της μελέτης της για την «κοινοτυπία του κακού».

 

Τελικά, η απόφαση της Άρεντ να επικεντρώσει μεθοδολογικά το ενδιαφέρον της στις γραφειοκρατικές πλευρές του ναζισμού, για να μην αναφερθώ στον εξωφρενικό (αν και διόλου πρωτότυπο) ισχυρισμό της ότι «τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί στο Άουσβιτς δεν επηρέασαν τη γερμανική ιστορία ή τον γερμανικό εθνικό χαρακτήρα», απαιτεί εξήγηση. Στην απάντησή της στον Σόλεμ σχετικά με το βιβλίο της για τον Άιχμαν, αρνήθηκε ότι καταγόταν από το milieuτης γερμανικής Αριστεράς, όμως δεν ήταν απολύτως ειλικρινής. Ήταν σαφές ότι η επιρροή του Χάινριχ Μπλύχερ —πρώην κομμουνιστή, αυτοδίδακτου και όχι Εβραίου— στον τρόπο που η σκέψη της αντιμετώπιζε τον ολοκληρωτισμό και την πορεία της ευρωπαϊκής Ιστορίας ήταν τεράστια, και μάλιστα σε τέτοιον βαθμό που ίσως ούτε η ίδια η Άρεντ καλά καλά μπορούσε να αντιληφθεί. Μια επιστολή του Δεκεμβρίου του 1963 από τον Γιάσπερς υποδεικνύει ότι η ιδέα της κοινοτυπίας του κακού ήταν αρχικά του Μπλύχερ: «Ο Χάινριχ επινόησε τη φράση “η κοινοτυπία του κακού” και καταριέται τον εαυτό του γι’ αυτό τώρα, επειδή χρειάστηκε εσύ να υποστείς τις συνέπειες για κάτι που σκέφθηκε εκείνος». Η υπερβολική έμφαση στα «δομικά» χαρακτηριστικά της δικτατορίας των ναζί υπήρξε διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό της αριστερής ανάλυσης του φασισμού, από τον Φραντς Νώυμαν ώς τον Ράουλ Χίλ- μπεργκ και τον Χανς Μόμσεν. Αντίστροφα, η προσέγγιση αυτή παραβλέπει τα ιδεολογικά στοιχεία που προκύπτουν από το «εποικοδόμημα» και όχι από την κοινωνιολογική «βάση».

 

 
Ο Άιχμαν στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ
Ο Άιχμαν στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ

 

Η ιδιόχειρη αίτηση χάριτος που υπέβαλλε ο Άιχμαν τέσσερις μέρες πριν απαγχονιστεί.
Η ιδιόχειρη αίτηση χάριτος που υπέβαλλε ο Άιχμαν τέσσερις μέρες πριν απαγχονιστεί.
Η τουαλέτα του Άιχμαν στη φυλακή της Χάιφα
Η τουαλέτα του Άιχμαν στη φυλακή της Χάιφα

 

Ίσως όμως η βιογραφία της Αρεντ περιέχει άλλον έναν λόγο εξ αιτίας του οποίου επέλεξε τη λειτουργιστική προσέγγιση. Δίνοντας έμφαση στα «καθολικά» συστατικά της Τελικής Λύσης εις βάρος των συγκεκριμένα γερμανικών χαρακτηριστικών της, κατάφερε επίσης να αποφύγει να εμπλέξει τη χώρα καταγωγής της — και τοιουτοτρόπως, ναρκισσιστικά, τον εαυτό της. Θα ήταν ίσως δύσκολο ψυχολογικά για την Άρεντ να παραδεχθεί ότι το Άουσβιτς ήταν στην πραγματικότητα μια γερμανική επινόηση, γιατί μια τέτοια παραδοχή θα είχε εμπλέξει τις δικές της πρώιμες διανοητικές συμπάθειες ως αφομοιωμένης Γερμανίδας Εβραίας, πόσω μάλλον εκείνες των φίλων, καθηγητών κ.ο.κ. Η Μάργκαρετ Κάνοβαν υποδεικνύει το πρόβλημα όταν παρατηρεί: «Αντιλαμβανόμενη τον ναζισμό όχι μόνον από τη σκοπιά του συγκεκριμένα γερμανικού του πλαισίου αλλά και νεωτερικών εξελίξεων σννδεδεμένων με τον σταλινισμό, η Άρεντ προσερχόταν στις πολυπληθείς τάξεις διανοουμένων της γερμανικής κουλτούρας που επιδίωξαν να συνδέσουν τov ναζισμό με τη δυτική νεωτερικότητα, εκτρέποντας έτσι την υπαιτιότητα μακριά από τις συγκεκριμένα γερμανικές παραδόσεις».

 

Σε παρόμοιο πνεύμα, ο Στήβεν Ασχάιμ επισημαίνει ότι «η Άρεντ εμφανίζεται σχεδόν σαν φιλοσοφικό αντίστοιχο των αναλύσεων των πιο αυστηρά συντηρητικών γερμανων ιστορικών όπως των Γκέρχαρντ Ρίτερ και Φρήντριχ Μάινεκε, που υποστήριζαν ότι η άνοδος του ναζισμού δεν είχε τόσο σχέση με κάποια εσωτερική “οργανική” γερμανική εξέλιξη όσο με την εισαγωγή ουσιωδώς ξένων και εκμαυλιστικών νεωτερικών μαζικών πρακτικών και ιδεολογιών».

 

Οι οπαδοί της Άρεντ εδώ και πολύ καιρό επιδιώκουν να καταστήσουν τη θέση της περί «κοινοτυπίας του κακού» ευλογοφανή, επισημαίνοντας ότι, αν και ο ίδιος ο Άιχμαν ήταν ίσως κοινότυπος, το κακό για το οποίο υπήρξε υπεύθυνος οπωσδήποτε δεν ήταν. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες χρήσιμες διορθώσεις εξακολουθούν να βρίσκονται σε δυσαρμονία με τον κυρίαρχο τόνο του αφηγήματος της Άρεντ. Επιλέγοντας το «Αναφορά για την κοινοτυπία του κακού» ως υπότιτλο του βιβλίου, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου από όπου ξεχύθηκαν οι παρεξηγήσεις. Η Άρεντ βέβαια δεν θεωρούσε τα εγκλήματα των ναζί κοινότυπα. Αλλά, στηριζόμενη σε ένα γενικευτικό αφήγημα που έδινε έμφαση στην κεντρική σημασία του Schreibtischtater, περιέπλεξε το ζήτημα. Ξανά και ξανά επέμενε ότι ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας, ότι ήταν «τρομερά και τρομακτικά κανονικός»· ωστόσο υποψιάζεται κάνεις ότι είχε εξαπατηθεί από τη συνεσταλμένη στάση του στην αίθουσα του δικαστηρίου. Επί πλέον, ενώ καθαρόγραφε την εκδοχή της για την υπόθεση, υπέπεσαν στην αντίληψη της κάποιες αρκετά επιβαρυντικές αντισταθμίζουσες αποδείξεις: η αποκάλυψη του δημόσιου κατηγόρου Γκίντεον Χαουσνερ ότι Ισραηλινοί ψυχίατροι είχαν διαπιστώσει πως ο Αιχμαν ήταν «ένας άνθρωπος που έχει την εμμονή μιας επικίνδυνης και ακόρεστης παρόρμησης να σκοτώνει», «μια διεστραμμένη, σαδιστική προσωπικότητα». Και όμως αποφάσισε να μη λάβει υπ’ όψιν της αυτούς τους ισχυρισμούς, και η θέση της παρέμεινε αμετάβλητη.

 

Ο Άιχμαν στο γυάλινο κλουβί.
Ο Άιχμαν στο γυάλινο κλουβί.

 

Έτσι, η Άρεντ επέλεξε για την κατανόηση του Ολοκαυτώματος ένα αφηγηματικό πλαίσιο συνεπές με τις δικές της βαθιές πολιτισμικές-βιογραφικές αμφιταλαντεύσεις ως εξομοιωμένης Γερμανίδας Εβραίας. Στις προσπάθειές της να κατανοήσει την εβραϊκή καταστροφή —από τις Καταβολές έως τον Άιχμαν—, διακρίνει κανείς βαθιά απροθυμία να αντιμετωπίσει με θάρρος ερωτήματα για τη γερμανική ευθύνη. Είναι σαν να κοίταζε η Άρεντ παντού εκτός από το πιο προφανές σημείο: τις παραμορφώσεις της γερμανικής ιστορικής εξέλιξης που διευκόλυναν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Κατά τη γνώμη της, εκτός από αυτήν όλες οι άλλες υποθέσεις άξιζε τον κόπο να ερευνηθούν: η πολιτική ανωριμότητα των Εβραίων, τα εξαμβλώματα της πολιτικής νεωτερικότητας, η άνοδος της μαζικής κοινωνίας, η γραφειοκρατία, ακόμη και η «απερισκεψία». Ότι την Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος την είχαν συλλάβει, σχεδιάσει και εκτελέσει συμπατριώτες της Γερμανοί ήταν ένα γεγονός που παρέμεινε για την Άρεντ ψυχολογικά αφόρητο. Εξ ου και πουθενά στις σκέψεις και τις αναλύσεις της δεν του απέδωσε εκείνο που του άξιζε. Ο Νταν Ντίνερ διατυπώνει την προκλητική άποψη ότι, σε τελευταία ανάλυση, «η επιχειρηματολογία της φαίνεται να έχει περισσότερα κοινά σημεία με την οπτική των θυτών, την αυτοαθώωσή τους, παρά με την οδύνη των θυμάτων».

 

Η Άρεντ τείνει προς ένα είδος καθολικού εξτρεμισμού, που αποπραγματώνει την ιστορική πραγματικότητα. Στο μυαλό της, το Άουσβιτς καθίσταται δυνατό παντού, κι ας έχει πραγματωθεί από τη ναζιστική Γερμανία. Αυτή η τάση να αντιπαραθέτει την ιστορική πραγματικότητα και την καθολική δυνατότητα ενός Άουσβιτς εις βάρος πάντα της πραγματικότητας αποτελεί ένα υπόγειο ρεύμα που διαπερνά την επιχειρηματολογία της ΧάναΑρεντ. Τέτοια καθολίκευση τείνει να αποδομήσει — και να προσβάλει τα θύματα

 

______________

Εκτενές απόσπασμα από το συναρπαστικό βιβλίο του ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΓΟΥΟΛΙΝ, «ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ ―Χάνα Άρεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σε μετάφραση Μάνου Βασιλάκη.

Μπορείτε να το αγοράσετε ΕΔΩ

 

ΒΟΝUS

Ένα απόσπασμα από τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η δίκη αναμεταδιδόταν ζωντανά κάθε μέρα από την τηλεόραση.

 

 

 

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μια συναρπαστική τηλεοπτική συνέντευξη της φιλοσόφου Χάνα Άρεντ
Μια από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα μιλά στην κάμερα - ξεκινώντας απροσδόκητα: «Ευχαριστώ για την καλωσύνη σας, αλλά όχι, δεν είμαι φιλόσοφος»...
H ρηχότητα του κακού
Επιτρέπεται να θαυμάζουμε σήμερα τη Λένι Ρίφενσταλ;
Μια ερώτηση στην οποία απαντούν οι: Πέπη Ρηγοπούλου, Θωμάς Μοσχόπουλος, Δημήτρης Στεφανάκης, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Πάνος Κούτρας και Θεόφιλος Τραμπούλης
Όταν ο Πάουλ Τσέλαν επισκέφτηκε τον Μάρτιν Χάιντεγκερ στο απομονωμένο καλύβι του Μέλανα Δρυμού
Η θρυλική συνάντηση του μεγάλου Εβραίου ποιητή που επέζησε του Ολοκαυτώματος Πάουλ Τσέλαν και του μέγιστου Γερμανού φιλοσόφου που υποστήριζε τους Ναζί, είναι μια τεταμένη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας που κατέδειξε τα μεγάλα διλήμματα και αδιέξοδα της σκέψης του 20ου αιώνα
Η δίκη του Αδόλφου Άιχμαν
Αρχαιολογία & Ιστορία

Η δίκη του Αδόλφου Άιχμαν

Ένα συναρπαστικό οπτικό αφήγημα του Σπύρου Στάβερη
Η γραμματέας του Γκέμπελς, σήμερα 105 ετών, σπάει τη σιωπή της
Η Brunhilde Pomsel δούλευε στην καρδιά της ναζιστικής προπαγάνδας και τώρα αφηγείται όσα έζησε και εξηγεί γιατί δε νιώθει μεταμέλεια
«To Τρίτο Ράιχ των ονείρων»: Πώς αλλάζουν τα όνειρά μας σε καθεστώς ολοκληρωτισμού
Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία το 1933, μια Γερμανοεβραία δημοσιογράφος στο Βερολίνο αποφάσισε να καταγράψει τα όνειρα των συμπολιτών της που γίνονταν όλο και πιο σκοτεινά και παράξενα και να τα συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο που μοιάζει απόκοσμα επίκαιρο στις μέρες μας
Νεκρός ο διαβόητος «χασάπης της Θεσσαλονίκης»
Ο Αλόις Μπρούνερ που εξολόθρευσε τους Εβραίους κρυβόταν στη Συρία

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Αντισημίτης ο Κόρμπιν; Η ύπουλη προπαγάνδα.
Το άρθρο του Gideon Levy υπέρ του ηγέτη των Εργατικών
Δεν είμαι ο νέγρος σου
Ένα απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο με κείμενα του James Baldwin που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά
Μικρή ιστορία της «ασχήμιας», αυτού του δυσβάσταχτου χαρακτηρισμού, και όσων συνεπάγεται
Από τα freak shows των προηγούμενων αιώνων μέχρι το σημερινό διαδικτυακό bullying, η μόνη σταθερά είναι η κακία των ανθρώπων απέναντι σε εκείνους που διαφέρουν
Το The Crown ως ξέπλυμα της μοναρχίας και ως απόηχος του Brexit
Η εξαιρετικά δημοφιλής και στη χώρα μας τηλεοπτική σειρά δεν είναι η πρώτη πρόσφατη παραγωγή υψηλού κύρους που φαίνεται να παρατηρεί με «ροζ γυαλιά» την σύγχρονη ιστορία της βρετανικής μοναρχίας.
Όταν ο Πάουλ Τσέλαν επισκέφτηκε τον Μάρτιν Χάιντεγκερ στο απομονωμένο καλύβι του Μέλανα Δρυμού
Η θρυλική συνάντηση του μεγάλου Εβραίου ποιητή που επέζησε του Ολοκαυτώματος Πάουλ Τσέλαν και του μέγιστου Γερμανού φιλοσόφου που υποστήριζε τους Ναζί, είναι μια τεταμένη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας που κατέδειξε τα μεγάλα διλήμματα και αδιέξοδα της σκέψης του 20ου αιώνα
«To Τρίτο Ράιχ των ονείρων»: Πώς αλλάζουν τα όνειρά μας σε καθεστώς ολοκληρωτισμού
Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία το 1933, μια Γερμανοεβραία δημοσιογράφος στο Βερολίνο αποφάσισε να καταγράψει τα όνειρα των συμπολιτών της που γίνονταν όλο και πιο σκοτεινά και παράξενα και να τα συγκεντρώσει σε ένα βιβλίο που μοιάζει απόκοσμα επίκαιρο στις μέρες μας
Sylvia Klingberg (1948-2019), ισραηλινή επαναστάτρια
Η πίστη στο "Επαναστατικό Yiddishland"
«Ρατσιστής, αντιδραστικός, τσαρλατάνος, clickbait φιλόσοφος»: Ένα δριμύ κατηγορητήριο για τον Ζίζεκ
Δημοσιεύτηκε πριν λίγες μέρες στην πολιτική επιθεώρηση Current Affairs, ένα άρθρο βαρύτατα επικριτικό για τον διάσημο Σλοβένο στοχαστή και έγινε γρήγορα viral στους θεωρητικούς κύκλους και όχι μόνο.
Μπαράκ Ομπάμα: «Το κράξιμο στα social media δεν είναι ακτιβισμός!»
Για τα καλά μπήκε από καιρό στην δημόσια αρένα ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ με την επίθεσή του κατά της «κουλτούρας ακύρωσης», κερδίζοντας τις επιδοκιμασίες συντηρητικών κύκλων αλλά και κάποιες αποδοκιμασίες από τον οικείο πολιτικό του χώρο
Γεώργιος Γκουρτζίεφ: βαθυστόχαστος, πρωτοπόρος διανοητής ή ταλαντούχος παραμυθάς;
Μυστικιστής, φιλόσοφος, πνευματικός δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικοσυνθέτης, ταξιδευτής, υπήρξε πνεύμα χαρισματικό που επηρέασε κόσμο. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του (29/10/1949) πολλά ερωτήματα γι' αυτό τον «γητευτή ψυχών» παραμένουν άλυτα.
Όταν λέμε «άνθρωπος», φέρνουμε στο νου έναν άντρα ή μια γυναίκα;
Το βιβλίο εκθέτει τα μεροληπτικά επιστημονικά δεδομένα που διαμορφώνουν έναν κόσμο που περιστρέφεται γύρω από το αντρικό σώμα και έχει άμεσες επιπτώσεις στην υγεία και την ευζωία των γυναικών.//
Τα χαμένα όνειρα του 1989 και η κατάντια της Ευρώπης τριάντα χρόνια μετά
Τέσσερα νέα βιβλία που παρουσιάζονται στους Financial Times, επιχειρούν να εξηγήσουν τι πήγε στραβά για να φτάσουμε στην τωρινή Ευρώπη των εθνικισμών και της μισαλλοδοξίας και πώς το φιλελεύθερο ιδεώδες καταδικάστηκε από την ίδια του την αυταρέσκεια και την αλαζονεία
Ποιός είναι ο Μάρεϊ Μπούκτσιν που ενέπνευσε τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν και το πείραμα της Ροζάβα;
Οι απροσδόκητες διαδρομές των ρηξικέλευθων ιδεών
Η κατηγορία του Χάντκε ως «εθνικιστή» είναι ό,τι πιο παράλογο μπορούσε να γράψει κανείς για αυτόν
Ούτε την Σρεμπρένιτσα αρνήθηκε ο Χάντκε, ούτε ισχυρίστηκε ποτέ ότι οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι σκοτώθηκαν μεταξύ τους.
Το φανταστικό κοινοβούλιο του Balenciaga
Από τον φιλόσοφο Paul B. Preciado
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή