Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Υπουργείο Παιδείας, ναι, διότι η εκπαίδευση της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας προέχει· υπουργείο Υγείας, ναι, διότι κάθε τι νοσογόνο αποτρέπει τον πληθυσμό από την εργασία και την απόδοση· άρα και η απόδοση θέλει το υπουργείο της, ως υπουργείο Εργασίας ή Προόδου. Αλλά ο πολιτισμός, έτσι όπως τον ταύτισαν με την εκθεσιομανή, φανφαρόνικη και πτωχαλαζονική εικόνα της χώρας, ποιον ωφελεί -όταν μάλιστα συστεγάζεται με τον αθλητισμό και τα κέρδη του;

 

Οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σαρώνουν σαν επιδημία αυτόν τον τόπο. Κάθε δήμος και γιορτή για τη διάσωση της παράδοσης, κάθε κοινότητα και έκθεση, κάθε προάστιο και πνευματικό κέντρο. Τα πρωθυπουργικά χείλη έχουν εθιστεί να προφέρουν σε τακτά διαστήματα το μέγα σύνθημα: η Ελλάδα έχει να επιδείξει τον πολιτισμό της. Βουρ λοιπόν· δώστε στο πόπολο θεατρικές παραστάσεις με τα αθάνατα έργα των προγόνων μας, εκθέστε προ πάντων των ομμάτων ζωγράφικες, φωτογραφίες, γλυπτά, κάντε έκθεμα κάθε ιστορική στιγμή της χώρας.

 

Οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σαρώνουν σαν επιδημία αυτόν τον τόπο. Κάθε δήμος και γιορτή για τη διάσωση της παράδοσης, κάθε κοινότητα και έκθεση, κάθε προάστιο και πνευματικό κέντρο.

 

Κάθε κυβέρνηση σκοπεί πριν απ’ όλα στην άμεση αποτελεσματικότητα. Θέλει έτοιμα θεάματα με εκτυφλωτική λάμψη, συναρπαστικές συναυλίες όπου το φιλοθεάμον κοινό εξυγιαίνει την ανάσα του, μετάκληση ξένων καλλικέλαδων που εισάγουν στα μύχια του ακροατή την αίσθηση της ευρωπαϊκότητας. Η ημερησία διάταξη το επιβάλλει: Δώστε χρώμα για να σωθεί το πνεύμα, μπουκώστε τους δήμους με θεάματα πληρώνοντας παγκουί. Ο λίγδης και φουκαράς Έλληνας πέθανε, τώρα παρελαύνει το νεόκοπο ανθρωπομάνι που ζει και πορεύεται μόνο με τη μεγάλη τέχνη.

 

Ο «καλλιτέχνης» πλέον απέβη σήμα κατατεθέν του δημόσιο βίου μας. Ως γνωστόν, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, πρόβλημα άλυτο για τη νεολαία, βρήκε ευτυχή διέξοδο στην «καλλιτεχνικότητα». Ο καλός επιχειρηματίας, ο καλός υπάλληλος, ο καλός πολιτικός, ο καλός μάστορας, ωχριούν μπροστά στον άνθρωπο της «Τέχνης», που «μετουσιώνει τα υπαρξιακά αδιέξοδα και δίνει νόημα στον ευτελή βίο».

 

Μια απλή έρευνα -που ουδέποτε επιχειρήθηκε, για ευνόητους λόγους- η οποία θα κατέγραφε στατιστικά τον αριθμό γραφιάδων, ζωγράφων, ηθοποιών, σκηνοθετών, ποιητών, μεταφραστών, μουσικών, κινηματογραφιστών, οργανοπαικτών, χορευτών, εκδοτών, γκαλεριστών, θεατρικών επιχειρηματιών και παρατρεχάμενων παρακεντέδων κλπ., θα παρουσίαζε την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει άλλη μέριμνα από το θεάσθαι και θεατρίζεσθαι. Και λοιπόν;

 

Με αυτόν τον κόμπο στο λαιμό, η σιωπηρή και ραγδαίως αποδεκατιζόμενη μειοψηφία που της απόμεινε κουκούτσι μυαλό -αν της απόμεινε- παρακολουθεί αυτή την επέλαση του «πολιτισμού» -και, πιο σωστά, της «κουλτούρας»-, που δεν ορρωδεί προς ουδενός. Η κατρακύλα είναι τόσο θεριεμένη, ο κουρνιαχτός τόσο πυκνός, ώστε μέσα στον γενικό πληθωρισμό πάσα αντίρρηση και επιφύλαξη ακούγεται σαν μικροψυχία και φθόνος. 

 

Τα δεδομένα πάντως κοάζουν, σχεδόν χλιμιντρίζουν. Οι δύο τελευταίες γενιές ντόπιων διανοουμένων γνωρίζουν τα μισά γράμματα απ’ ό,τι οι προηγούμενες. Η σχέση με την αρχαία γλώσσα ανεκόπη οριστικά. Κατ’ αναλογία, η έκπτωση παρατηρείται σε όλες τις αποκαλούμενες πνευματικές δραστηριότητες. Η εποχή κολακεύει τις τεχνικές που μιμούνται την καλλιτεχνικότητα αλλά δεν την δημιουργούν. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η γκαλερί μετράει περισσότερο από τη ζωγραφική, ο εκδότης περισσότερο από τον συγγραφέα, το πόστο περισσότερο από τον άνθρωπο.

 

Η χλιδή του «τίποτα» πνίγει σιγά σιγά τους αργούς ανθρώπους που ωριμάζουν σαν το σπάνιο βοτάνι και δεν ζητούν «πολιτισμό» για να αναθαρρήσουν, αλλά στοιχειώδη διακριτικότητα και αφτιασίδωτη καθημερινότητα.

 

Ο πνευματικός βίος, έστω και λιγοστός, δεν μπορεί να έχει άλλη φιλοδοξία: για να επιβιώσει θα πρέπει να ξεμαγαρίζεται καθημερινά από αυτό το πολιτισμικό «μπουμ», που έχει καταστεί κανονική φούσκα του χρηματιστηρίου. Μια μικρή χώρα δεν χρειάζεται να έχει «μεγάλους» καλλιτέχνες, οι μικροί της φτάνουν -αρκεί να υπάρχουν κι αυτοί. Αλλά για να υπάρχουν θα πρέπει ο αγρός να καλλιεργείται, η σπορά να πέφτει τακτικά. Πώς να σπείρουμε όμως, όταν ακόμα και η λέξη «καλλιέργεια» εξοστρακίστηκε από το λεξιλόγιο -για να παραδώσει τη θέση της στη ρομαντική χαζοεξαδέλφη της που τη φωνάζουν κουλτούρα; Η στρέβλωση σχίζει χασέδες, είναι το ντόπιο πετροδολάριο.

 

Σε μια εποχή που η εκπαίδευση πρέπει να θωρακίζεται και να αλλάζει ταχύτητες για να προλάβει το μέλλον, η εγχώρια εκπαιδευτική αρένα έχει αφήσει τα θρανία για να κολακεύσει τον συνδικαλισμό. Δυστυχώς, η μαθητιώσα νεολαία μαθητεύει λαμπρά στον δικό της συνδικαλισμό καταλαμβάνοντας τα σχολεία.

 

Όποιος θέλει τον καρπό αλλά αγνοεί τις ρίζες, τελικά θα φάει τα  ίδια του τα δάχτυλα -μέχρι τον καρπό.