Η φετινή Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας με θέμα «Νέοι και Ψυχική Υγεία σε έναν κόσμο που αλλάζει» φέρνει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι νέοι σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον.

 

Τα ποσοστά ψυχικής νοσηρότητας στους νέους αυξάνονται δραματικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), το 20% των παιδιών και των εφήβων υποφέρουν από κάποιο είδος ψυχικής ασθένειας. Οι μισές περίπου ψυχικές διαταραχές ξεκινούν πριν την ηλικία των 14. Κάθε χρόνο 800.000 άνθρωποι αυτοκτονούν και η αυτοκτονία αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου σε νέους από 15 έως 29 ετών.


Ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενδέχεται να οδηγήσουν κάποιους νέους στο να βιώσουν υψηλά επίπεδα ψυχικού πόνου ή ελλειμματική λειτουργικότητα στην καθημερινότητα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις και την προσωπική ανάπτυξή τους. Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να αποδειχθούν πολύ σοβαρές και οι νέοι αυτοί να διαγνωστούν με διαταραχή προσωπικότητας.

 

Τα άτομα με borderline personality disorder χαρακτηρίζονται από ασυνήθιστα επίπεδα αστάθειας στη διάθεση, στο συναίσθημα, στη συμπεριφορά και στην εικόνα εαυτού, καθώς και από χαοτικές σχέσεις με τους άλλους. Βρίσκονται στο μεταίχμιο νεύρωσης και ψύχωσης και εκδηλώνουν έντονη παρορμητικότητα, προβλήματα ταυτότητας και συναισθήματα κενού και ανίας.


Οι διαταραχές προσωπικότητας είναι μια ετερογενής ομάδα ψυχικών διαταραχών που ορίζονται από μακροχρόνια, διάχυτα και άκαμπτα μοτίβα συμπεριφοράς, τα οποία αποκλίνουν από τις κανονιστικές προσδοκίες για τη συμπεριφορά. Μια από τις διαταραχές προσωπικότητας είναι η μεταιχμιακή (ή οριακή ή μεθοριακή) διαταραχή προσωπικότητας (αγγλ. borderline personality disorder).

 

Η μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας (ΜΔΠ) πρωτοεμφανίζεται συνήθως στην εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Σε μια γαλλική έρευνα (Chabrol et al., 2001) βρέθηκε υψηλό ποσοστό επιπολασμού στον μαθητικό πληθυσμό. Συγκεκριμένα, το 10% των μαθητών και το 18% των μαθητριών του Λυκείου πληρούσε τα κριτήρια του DSM-IV για ΜΔΠ.

 

Η ΜΔΠ είναι, επίσης, η πιο διαδεδομένη διαταραχή προσωπικότητας που συναντάται στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα, το 11% των έφηβων εξωτερικών ασθενών και το 50% των έφηβων εσωτερικών ασθενών έχουν διαγνωστεί με ΜΔΠ (Kaess, Brunner & Chanen, 2014).

 

Τα άτομα με ΜΔΠ χαρακτηρίζονται από ασυνήθιστα επίπεδα αστάθειας στη διάθεση, στο συναίσθημα, στη συμπεριφορά και στην εικόνα εαυτού, καθώς και από χαοτικές σχέσεις με τους άλλους. Βρίσκονται στο μεταίχμιο νεύρωσης και ψύχωσης και εκδηλώνουν έντονη παρορμητικότητα, προβλήματα ταυτότητας και συναισθήματα κενού και ανίας.

 

Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο της ΜΔΠ είναι η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Σε μια έρευνα (Nakar et al., 2016) στην οποία μελετήθηκε για δύο χρόνια η πορεία 513 έφηβων ασθενών που παρουσίαζαν συμπεριφορές αυτοακρωτηριασμού, αυτοκτονικότητας και κατάχρησης ψυχοδραστικών ουσιών, διαπιστώθηκε ότι και οι τρεις προαναφερόμενες συμπεριφορές σχετίζονταν θετικά με τη συμπτωματολογία της ΜΔΠ.

 

Επίσης, σε ένα δείγμα έφηβων νοσηλευόμενων σε ψυχιατρικές κλινικές στη Γερμανία, το 35% παρουσίαζε ιστορικό απόπειρας αυτοκτονίας, ενώ η ΜΔΠ ψυχοπαθολογία αποτελούσε έναν ακόμη επιπρόσθετο κίνδυνο για απόπειρα αυτοκτονίας κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής (Kaess et al., 2016).

 

Σε μια άλλη συγκριτική έρευνα μεταξύ εφήβων με και χωρίς διάγνωση ΜΔΠ, βρέθηκε ότι εκείνοι με ΜΔΠ παρουσίαζαν υψηλότερο ποσοστό απόπειρας αυτοκτονίας, επιθετικότητας και ψυχιατρικής συννοσηρότητας (Yen, Gagnon & Spirito, 2013).


Τα ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ των ασθενών με ΜΔΠ είναι ανησυχητικά υψηλά˙ εκτιμάται ότι αφορούν το 10% των αυτοκτονιών λόγω ψυχιατρικού προβλήματος, ενώ –σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα– πάνω από το 70% των ατόμων με ΜΔΠ έχει επιχειρήσει να αυτοκτονήσει.

 

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των νέων με ΜΔΠ που επιχειρούν να αυτοκτονήσουν, παλαιότερη έρευνα στη Σουηδία (Runeson, 1991) έδειξε ότι συνήθως οι γονείς τους ήταν απόντες ή διαζευγμένοι, έχουν εκτεθεί στη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών, έχουν οικονομικά προβλήματα, έχουν υπάρξει άστεγοι ή έχουν προβλήματα με τη δικαιοσύνη.

 

Σε μια άλλη αμερικανική έρευνα (Stone, 1992), οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι από τους εννιά ασθενείς (ηλικίας κάτω των 20 ετών) στο Ψυχιατρικό Ινστιτούτο της Νέας Υόρκης (New York State Psychiatric Institute) που αυτοκτόνησαν, οι πέντε είχαν διαγνωστεί με ΜΔΠ. Η εν λόγω έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι ασθενείς με ΜΔΠ που είχαν κατάφεραν να αυτοκτονήσουν ήταν περισσότερο πιθανό να είχαν βιώσει τραυματικές εμπειρίες και να είχαν υπάρξει θύματα οικογενειακής βίας.

 

Επίσης, σε έρευνα του Young το 1995, βρέθηκε ότι οι έφηβοι (14-18 ετών) που παρουσίαζαν αυξημένο βαθμό αυτοκαταστροφικότητας (τάσεις φυγής, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοακρωτηριασμοί, κτλ.) έτειναν να βλέπουν τους εαυτούς τους περισσότερο κοινωνικά απομονωμένους από ό,τι οι συνομήλικοί τους.

 

Το συναίσθημα της μοναξιάς ήταν αυτό που κυριαρχούσε στο λόγο των εφήβων όταν μιλούσαν για τις διαπροσωπικές σχέσεις τους.
Το συναίσθημα της μοναξιάς ήταν αυτό που κυριαρχούσε στο λόγο των εφήβων όταν μιλούσαν για τις διαπροσωπικές σχέσεις τους.


Τα άτομα με ΜΔΠ έχουν αυξημένη πιθανότητα να εμπλακούν σε πράξεις αυτοτραυματισμού, όπως να κόβουν με ξυράφι τα άκρα τους (80%), να μωλωπίζονται (24%), να καίνε το σώμα τους (20%), να χτυπάνε το κεφάλι τους (15%) ή να δαγκώνονται (7%) (Gunderson & Ridolfi, 2001).

 

Σε μια συγκριτική έρευνα μεταξύ έφηβων και ενήλικων ασθενών με ΜΔΠ (Goodman et al., 2017), φάνηκε ότι οι έφηβοι χρησιμοποιούσαν ως μέθοδο αυτοακρωτηριασμού το κόψιμο σε ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο των ενηλίκων. Τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ατόμων με αυτή τη διάγνωση εμπλέκονται κάποια στιγμή στη ζωή τους σε συμπεριφορά αυτοακρωτηριασμού.

 

Ενώ κάποιοι –ακόμα και επαγγελματίες υγείας– ερμηνεύουν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά ως χειριστική, έρευνες υποδεικνύουν ότι πρόκειται για στρατηγική αποφόρτισης της ψυχικής οδύνης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μια ανασκοπική μελέτη (Rossi Monti & D'Agostino, 2016), περίπου το 96% των ατόμων με ΜΔΠ που αυτοτραυματίζονται αναφέρουν ως βασικούς λόγους την ανακούφιση από τα δυσάρεστα συναισθήματα και τη μείωση των συμπτωμάτων αποσύνδεσης.


Η καθημερινή ζωή των νέων με ΜΔΠ χαρακτηρίζεται από συναισθήματα φόβου, ακραίου άγχους, έντονης θλίψης, κοινωνικής απομόνωσης και πεσιμισμού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας ποιοτικής έρευνας (Spodenkiewicz et al., 2013) που μελετούσε τις βιούμενες εμπειρίες 50 εφήβων που είχαν διαγνωστεί με ΜΔΠ, οι συμμετέχοντες επαναλάμβαναν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ότι ένιωθαν πόνο και θλίψη. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ένας συμμετέχοντας, «Μια άβυσσος πόνου. Αυτό είναι η ζωή μου».

 

Το συναίσθημα της μοναξιάς ήταν αυτό που κυριαρχούσε στο λόγο των εφήβων όταν μιλούσαν για τις διαπροσωπικές σχέσεις τους. Μάλιστα, έτειναν να συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους συνομηλίκους τους και μέσα από αυτή τη σύγκριση ένιωθαν μειονεκτικά, γεγονός που τους δημιουργούσε συναισθήματα ζήλιας και φθόνου. Η εικόνα εαυτού τους ήταν ασαφής, αλλά ήταν πολύ δυνατή η επιθυμία τους για κανονικότητα (να γίνουν όπως οι άλλοι, οι «φυσιολογικοί»).

 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που προέκυψε από την ανάλυση του λόγου τους ήταν ότι ήταν αγκυροβολημένοι στο παρόν. Χρησιμοποιούσαν παροντικούς χρόνους στις αφηγήσεις τους και δεν έκαναν διάκριση μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Η αφήγησή τους ήταν οργανωμένη γύρω από το «τώρα». Το μοτίβο που αναδείχθηκε ήταν «Ζώντας μέρα με τη μέρα», στοιχείο που αναδεικνύει τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση.

 
Δυστυχώς, αρκετοί ψυχίατροι αποφεύγουν να δώσουν τη συγκεκριμένη διάγνωση, όπως παρατηρήσαμε και στη δική μας έρευνα, επιλέγοντας εναλλακτικές διαγνώσεις, π.χ. συναισθηματική διαταραχή, ή διαγιγνώσκουν λανθασμένα διπολική διαταραχή, με αποτέλεσμα οι έφηβοι με ΜΔΠ να λαμβάνουν επιθετική φαρμακοθεραπεία. Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους είναι η λανθασμένη πεποίθηση ότι η ΜΔΠ δεν μπορεί να διαγνωστεί σε ανηλίκους.

 

Όμως, η κλινική έρευνα υποδηλώνει ότι μπορούμε αξιόπιστα να κάνουμε διάγνωση της ΜΔΠ στην εφηβεία και σε αυτό συμφωνούν και τα διαγνωστικά και ταξινομικά εγχειρίδια (ICD-11 & DSM-V). Επίσης, παρά τη σύνδεση με κακή πρόγνωση, η ΜΔΠ έχει φανεί ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά τόσο με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή όσο –κυρίως– με ειδικές ψυχοθεραπευτικές μεθόδους (π.χ. CBT, DBT, MBT).


Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι είναι σημαντικό να δημιουργηθούν δομές φιλικές προς τους νέους και με εξειδίκευση στη ΜΔΠ, όπως η περίπτωση της HYPE (Helping Young People Early) Clinic στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Η HYPE Clinic είναι μια πρότυπη, καινοτόμος, κοινοτική δομή για νέους με ΜΔΠ (από 15 έως 25 ετών), στην οποία χρησιμοποιείται ένα ολοκληρωμένο, ομαδικό μοντέλο εργασίας που περιλαμβάνει γνωστική αναλυτική θεραπεία, εξατομικευμένη διαχείριση και γενική ψυχιατρική φροντίδα.

 

Επίσης, κρίνεται απαραίτητη η εμπλοκή των γονέων σε προγράμματα ψυχοεκπαίδευσης, προκειμένου να κατανοήσουν οι ίδιοι το τι συμβαίνει στο παιδί τους και να μάθουν τρόπους αποτελεσματικής διαχείρισης, ώστε να μη συμβάλλουν στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας του.

 

Τέλος, είναι επιτακτική ανάγκη να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν προγράμματα προαγωγής της ψυχικής υγείας εντός της σχολικής κοινότητας, με σκοπό την ανάπτυξη της ψυχικής ανθεκτικότητας (resilience) στους εφήβους και την παρέμβαση σε πρώιμο στάδιο, μέσα από την ανίχνευση των μαθητών που χρήζουν βοήθειας από ενημερωμένους σε θέματα ψυχοπαθολογίας εκπαιδευτικούς και την παραπομπή τους σε κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας.

 

Info

* Ο Χρυσοβαλάντης Παπαθανασίου είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου – υπότροφος ΙΚΥ, επιστημονικός υπεύθυνος του Ερευνητικού Προγράμματος BPD-IMoCI1, διδάκτωρ Ψυχολογίας του Aix-Marseille Université.

 

Το πρόγραμμα BPD-IMoCI αποτελείται από ερευνητικές, εκπαιδευτικές και επικοινωνιακές δράσεις με θέμα τη Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην επίσημη ιστοσελίδα του προγράμματος: bpd-imoci.gr