Τα χάνια ήταν χώροι υποδοχής και διανυκτέρευσης των ταξιδιωτών και των ζώων τους την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χτισμένα συνήθως στις εισόδους των πόλεων. Προς το τέλος του 17ου αιώνα τα χάνια, πέρα από χώροι υποδοχής, αρχίζουν να λειτουργούν και ως εργαστήρια. Αιτία για την αλλαγή αυτή ήταν η διαφοροποίηση της κοινωνικο-οικονομικής ζωής της Θεσσαλονίκης.

 

Το πιο παλιό σωζόμενο χάνι της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στα Άνω Λαδάδικα –στην περιοχή Istira (όπως ήταν γνωστή στις αρχές του 20ού αιώνα η συγκεκριμένη περιοχή, όπου κατοικούσαν κυρίως Εβραίοι και Φράγκοι), στην οδό Εδέσσης 6, στη νοτιότερη οδό της Malta Cedid, γνωστή ως Tas Hani– και έχει ιστορία περίπου δύο αιώνων. Το Μπενσουσάν Χαν χτίστηκε το 1817 με παραδοσιακή αρχιτεκτονική αλλά και με στοιχεία νεωτερισμού και είναι από τα λίγα κτίρια που διασώθηκαν από τη μεγάλη φωτιά της Θεσσαλονίκης το 1917.

 

Στο ισόγειο οι επισκέπτες έβαζαν τα ζώα, τα οποία με τα χνότα τους θέρμαιναν κατά κάποιον τρόπο τον άνω χώρο, όπου σε επτά δωμάτια κοιμούνταν έμποροι και ταξιδιώτες. Κάθε δωμάτιο είχε 10-15 κρεβάτια και επικοινωνούσε με τα υπόλοιπα για να μπορέσουν να διαφύγουν πιο εύκολα οι ένοικοι σε περίπτωση πυρκαγιάς, καθώς ο χώρος φωτιζόταν από λάμπες θυέλλης.

 

Πρώτος ιδιοκτήτης του ήταν ο Σαμουήλ Μπενσουσάν, Σεφραδίτης, δηλαδή Εβραίος, έμπορος από την Ισπανία, ο οποίος έφτιαξε ένα είδος hostel της εποχής. Στο ισόγειο οι επισκέπτες έβαζαν τα ζώα, τα οποία με τα χνότα τους θέρμαιναν κατά κάποιον τρόπο τον άνω χώρο, όπου σε επτά δωμάτια κοιμούνταν έμποροι και ταξιδιώτες. Κάθε δωμάτιο είχε 10-15 κρεβάτια και επικοινωνούσε με τα υπόλοιπα για να μπορέσουν να διαφύγουν πιο εύκολα οι ένοικοι σε περίπτωση πυρκαγιάς, καθώς ο χώρος φωτιζόταν από λάμπες θυέλλης.

 

Το πρώτο έγγραφο που αφορά το κτίριο είναι ένα συμβόλαιο του 1920, μετά τον θάνατο του Σαμουήλ, με το οποίο η περιουσία του μοιράζεται στους κληρονόμους του. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει πως τον 17ο αιώνα υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη περίπου 16 χάνια, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, το 1886, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού δίνει πληροφορίες για 50 χάνια στην πόλη.

 

Τα τείχη της Θεσσαλονίκης το 1860.
Τα τείχη της Θεσσαλονίκης το 1860.


Μετά την κατεδάφιση του τείχους (από το 1869 και μετά) ο Σαμουήλ αγόρασε μεγάλη έκταση στην περιοχή και έχτισε το χάνι, που αποτελείται από το ισόγειο, που στεγάζει καταστήματα, και έναν όροφο, που έχει χαρακτηριστική οκταγωνική οργάνωση και μεταλλική γυάλινη στέγη. Στον δεύτερο όροφο σε οδηγεί μια μαρμάρινη σκάλα με μπρούντζινες κουπαστές. Το χειροκίνητο ασανσέρ του υπογείου (με το οποίο ανέβαζαν τα εμπορεύματα) τοποθετήθηκε το 1920. Τα τούβλα του υπογείου είναι παλαιάς κοπής, με την παλιά τεχνική δόμησης και το χαρακτηριστικό τόξο της οροφής.

 

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την ανέγερση του πανδοχείου, το 1930, τα παιδιά του Σαμουήλ Μπενσουσάν πούλησαν όλο το ακίνητο σε έναν μεγαλέμπορο της Θεσσαλονίκης, τον Βασίλειο Ζωτιάδη, και το κτίριο άλλαξε πολλές φορές χρήση. Κατά καιρούς στέγασε καταστήματα με υφάσματα, μπαχαρικά, αποικιακά είδη και ψιλικά στο ισόγειο και τα δωμάτια του ορόφου μετατράπηκαν σε δικηγορικά και συμβολαιογραφικά γραφεία. Λόγω της συνεχούς χρήσης του τοποθετήθηκαν στο υπόγειο μεταλλικά υποστυλώματα, έτσι το κτίριο κατάφερε να διασωθεί, γιατί τα αντίστοιχα κτίρια που δεν στηρίχτηκαν κατέρρευσαν με την πάροδο του χρόνου.

 

Η Χριστίνα και ο Τάσος φωτογραφίζονται στον πρώτο όροφο του κτιρίου, που έχει χαρακτηριστική οκταγωνική οργάνωση και μεταλλική γυάλινη στέγη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η Χριστίνα και ο Τάσος φωτογραφίζονται στον πρώτο όροφο του κτιρίου, που έχει χαρακτηριστική οκταγωνική οργάνωση και μεταλλική γυάλινη στέγη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η τελευταία γνωστή χρήση του ήταν τις δεκαετίες 1970 και 1980, όταν στον επάνω όροφο υπήρχαν τελωνειακά γραφεία και στο ισόγειο τα περίφημα για την εποχή μπαχαράδικα «Billys». Το 1996 το κτίριο εγκαταλείφθηκε, για να επαναλειτουργήσει εξ ολοκλήρου το 2012 ως χώρος φιλοξενίας παραστάσεων και εκθέσεων. Σήμερα στεγάζει σημαντικές και συχνά πρωτοποριακές καλλιτεχνικές και πολιτιστικές δράσεις.

 

Η Χριστίνα και ο Τάσος Τσάδαρης είναι οι δημιουργοί του brand Para Todos Clothing Co.