Ο Δημήτρης Ζαφειρίου είναι ένας νέος, ταλαντούχος σχεδιαστής. Σχεδιάζει κοσμήματα που μοιάζουν με έργα τέχνης και πολύ ιδιαίτερα ρούχα. Ο ίδιος, σεμνός και μετρημένος, μοιάζει να τα έχει βρει πολύ καλά με τον εαυτό του, σε σημείο που να θέλεις να του ζητήσεις την κάρτα του ψυχαναλυτή του ή να στείλεις λουλούδια στους γονείς του.


Είναι καλοντυμένος, με έμφυτο στυλ, και έχει ένα γουστόζικο ατελιέ στα Εξάρχεια που το λούζει το φως.


Τα ρούχα του είναι ετερόκλητα, δυναμικά και αποπνέουν έναν αέρα υπεροχής. Η έθνικ αντρική σειρά του φέρνει στο μυαλό ελεύθερους νομάδες.


Έχει εξαιρετικό μέτρημα στα ρούχα του, που είναι καλοραμμένα και χαρούμενα. Η τελευταία σειρά κοσμημάτων του είναι φτιαγμένη από οστά ζώων και είναι très en vogue.

 

Ο Δημήτρης θεωρεί την ελληνική παράδοση και τους μύθους ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και φέρνει όλο αυτό το φολκλόρ σε μια πιο μίνιμαλ εκδοχή.


Το πρωί ο Δημήτρης είναι δάσκαλος στο Πειραματικό Σχολείο στο Κολωνάκι και όταν χτυπάει το κουδούνι, αφιερώνεται ψυχή τε και σώματι στη μόδα που τόσο αγάπα. «Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο;». «Άνετα» λέει γελώντας. «Καθένας μας μπορεί να συνδυάζει πολλά πράγματα αν είναι συνεπής στις επιλογές του και τις τιμά με αφοσίωση».


Δεν είναι, όμως, απόλυτος, ούτε δογματικός, και ακόμα και τα στυλιστικά λάθη τα θεωρεί γοητευτικά πάνω στους ανθρώπους. «Μου αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι που έχουν "λαθάκια" πάνω τους από κάτι φασιονίστες, που η πολλή μόδα τούς έχει κάνει φανερή ζημιά».


Πέρασε πολύ προστατευμένα παιδικά χρόνια σε ένα προάστιο της Θεσσαλονίκης, που οι γονείς του το είχαν επιλέξει ως ησυχαστήριο από την πολύβουη ζωή του κέντρου. Ο μπαμπάς του ήταν κατασκευαστής παπουτσιών και έτσι η μόδα υπήρχε μέσα στο σπίτι και στη ζωή του. «Άλλα παιδιά ζητούν μπάλες και αυτοκινητάκια, εγώ ζητούσα από τα ταξίδια των γονιών μου περιοδικά μόδας και χανόμουν μέσα στον κόσμο της ξεγνοιασιάς της. Η μόδα έχει για μένα έχει κάτι το καθησυχαστικό, είναι ένα όμορφο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορείς να εκφράσεις αυτό που είσαι, να αφήσεις το αισθητικό σου στίγμα».

 

Η τελευταία σειρά κοσμημάτων του είναι φτιαγμένη από οστά ζώων και είναι très en vogue. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η τελευταία σειρά κοσμημάτων του είναι φτιαγμένη από οστά ζώων και είναι très en vogue. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Από τα δεκαοκτώ του ξεκίνησε να μένει μόνος και να σπουδάζει Παιδαγωγικά στην Θεσσαλονίκη.


«Έχω πολύ καλούς γονείς. Με έσπρωξαν στην ανεξαρτησία. Σχεδόν μου έδωσαν ώθηση και δεν άφησαν στον δρόμο μου καθόλου τη δική τους σκιά».


Από έφηβος άρχισε να ζωγραφίζει κι έκανε και μαθήματα, ενώ όλοι είχαν καταλάβει την ευκολία του να φτιάχνει αντικείμενα με τα χέρια του. Δεν τον ενδιέφερε, ωστόσο, η Σχολή Καλών Τεχνών. «Ήταν ξεκάθαρο ότι ήθελα να ασχοληθώ με τη μόδα, ήταν καθαρός μέσα μου ο στόχος». Παράλληλα, όμως, ήθελε να κάνει και μια άλλη δουλειά. «Ήθελα να κάνω έναν κύκλο σπουδών σε έναν διαφορετικό τομέα πριν ακολουθήσω τη μόδα. Η διδασκαλία των παιδιών είναι σπουδαία. Είναι πολύ σημαντικό το πρώτο λίπασμα, εκεί, στο Δημοτικό. Μου αρέσει να είμαι εκείνος που τους δίνει τα ερεθίσματα, που συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους».


Επειδή οι γονείς του δούλευαν στη μόδα, έβλεπε ότι ήταν μια πολύ απαιτητική δουλειά, με πολλούς και απρόβλεπτους παράγοντες. «Η ίδια η ζωή είναι απρόβλεπτη, όμως από πολύ μικρός ένιωθα ότι χρειαζόταν να έχω πατήματα. Σκέφτηκα να σπουδάσω κάτι έξω από τη μόδα και αν και μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών ακόμα το ήθελα, θα το ακολουθούσα».


Οι σπουδές στην Παιδαγωγική ήταν από τα πιο ανέμελα χρόνια του. Ταξίδευε πάρα πολύ και αποκόμισε ένα σωρό εικόνες από τα ταξίδια μου. Τέλειωσε τη σχολή χωρίς κόπο και αισθάνθηκε ότι ήταν μια επιλογή που σωστά ακολούθησε.

 

Διάβαζα και πάρα πολύ, είχα μεγάλη αγάπη για τους πολιτισμούς των Ίνκας και των Μάγιας. Είχα φέρει ομοιώματα από το Λονδίνο που τα έβαζα σε κοσμήματα και ζώνες. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Διάβαζα και πάρα πολύ, είχα μεγάλη αγάπη για τους πολιτισμούς των Ίνκας και των Μάγιας. Είχα φέρει ομοιώματα από το Λονδίνο που τα έβαζα σε κοσμήματα και ζώνες. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Παράλληλα, έφτιαχνε κοσμήματα και τα έδινε στη Ράνια Ξανθοπούλου που είχε μια πολύ ωραία και σικ μπουτίκ. «Είχα βιώματα από τα κοσμήματα της μητέρας μου και είχα παρατηρήσει πώς δένεται ένα κόσμημα. Διάβαζα και πάρα πολύ, είχα μεγάλη αγάπη για τους πολιτισμούς των Ίνκας και των Μάγιας. Είχα φέρει ομοιώματα από το Λονδίνο που τα έβαζα σε κοσμήματα και ζώνες. Αυτό ήταν για μένα ενθαρρυντικό, το ότι άρεσαν, τα ζητούσαν και τα έβλεπα φορεμένα».


Εκείνο τον χρόνο ήταν έτοιμος να φύγει στο Λονδίνο για σπουδές στη μόδα, όμως μια σχέση τον κράτησε στην Αθήνα κι έτσι αποφοίτησε από τη Σχολή Μόδας Βελουδάκη. «Πέρασα και εκεί εξαιρετικά και δεν το μετάνιωσα που δεν έφυγα στο εξωτερικό – ήταν ένα ωραίο φυτώριο μόδας».


Τον δεύτερο χρόνο κερδίζει το βραβείο Καλύτερου Νέου Έλληνα Σχεδιαστή. Παράλληλα, είχε στείλει το book του και στο Βερολίνο, κερδίζοντας και εκεί στον αντίστοιχο διαγωνισμό. «Σίγουρα ήταν ένα έναυσμα. Ένα συνωμοτικό κλείσιμο του ματιού ότι αυτό που κάνεις έχει αποδοχή». Στον κήπο οι γονείς του είχαν παγώνια, γιατί είναι εξαιρετικοί φύλακες, καθώς κάνουν πολύ θόρυβο σε περίπτωση κινδύνου. Έτσι, εκείνη η πρώτη του συλλογή ήταν εμπνευσμένη από τα παγώνια κι έκανε πράγματι θόρυβο στον χώρο της μόδας.

 
Όμως ο Δημήτρης αλλάζει συχνά πηγές έμπνευσης. Πρόσφατα, και έπειτα από τρία χρόνια, τελείωσε ένα μεταπτυχιακό στον Πολιτισμό και τη Λαογραφία στο Καποδιστριακό. Έχει έντονες καταβολές στη λαϊκή παράδοση και τον ενδιέφερε να δει πώς μπορεί να εντάξει αυτό το στοιχείο στην καθημερινότητα.


«Μου αρέσουν πολύ οι απλές φόρμες και ασχολήθηκα με τη μικρογραφία της ελληνικής φορεσιάς, εφαρμόζοντάς τη σε κούκλες. Αυτή ήταν και η πτυχιακή μου. Όλο αυτό ωρίμασε μέσα μου και κατέληξα να φτιάχνω ελληνικές παραδοσιακές στολές, που μπορούν όμως και να φορεθούν».

 

«Μου αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι που έχουν "λαθάκια" πάνω τους από κάτι φασιονίστες, που η πολλή μόδα τούς έχει κάνει φανερή ζημιά». Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
«Μου αρέσουν περισσότερο οι άνθρωποι που έχουν "λαθάκια" πάνω τους από κάτι φασιονίστες, που η πολλή μόδα τούς έχει κάνει φανερή ζημιά». Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Τα κοσμήματά του έχουν βουκολικές αναφορές. «Τα φτιάχνω από κόκαλα και κουφάρια ζώων από την ελληνική ύπαιθρο. Εμπνέομαι από τον μύθο του άγριου ανθρώπου και τις γιορτές της γονιμότητας, στις οποίες φορούσαν δόντια, γούνες».


Ο Δημήτρης θεωρεί την ελληνική παράδοση και τους μύθους ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης και φέρνει όλο αυτό το φολκλόρ σε μια πιο μίνιμαλ εκδοχή.

 

Φολκλόρ μεν, φορέσιμο δε


Θυμάται ότι στα πρώτα του βήματα τον στήριξαν πολύ κάποια μαγαζιά που επέλεξαν τα ρούχα και τα κοσμήματά του. Τα πήγαινε ο ίδιος, πόρτα-πόρτα, και παρατηρούσε τι άρεσε, τι έφευγε περισσότερο.


Η Ελλάδα της κρίσης δεν τον φοβίζει, ίσα-ίσα του αρέσει που εστιάζουμε πλέον στο ουσιώδες. «Δεν με επηρεάζει ουσιαστικά η κρίση γιατί πάντα δούλευα σε μικρά ατελιέ, με μικρό πελατολόγιο. Δεν έκανα ποτέ υπερβολές. Δεν με νοιάζει η προβολή, να γίνω δηλαδή μεγάλος με την έννοια της επέκτασης. Μου αρέσουν τα μικρά ατελιέ που είχα δει στο Παρίσι. Αυτό ήθελα να κάνω πάντα. Μου αρέσει η πολυτέλεια, να μπορώ να κλειδώνω για κάποιους μήνες το ατελιέ, να ταξιδεύω και να επιστρέφω με έμπνευση και όρεξη, και να κάνω σεμνά τη δουλειά μου».
Στη μόδα είναι αγαπητός γιατί δεν νιώθει ανταγωνισμό και αντιμετωπίζει με σεβασμό τους παλαιότερους.


«Από Έλληνες σχεδιαστές, θαυμάζω τη Λούκια, τους Deux Hommes, την Ορσαλία Παρθένη και αρκετά νέα παιδιά με πολύ καλές ιδέες και συνέπεια».


Ως συμβουλή στη μόδα θυμάται πάντα εκείνη της Χριστίνας Μαυρίδη, που του κάνει τις δημόσιες σχέσεις στο Παρίσι.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


«Μου είχε πει όταν πρωτοξεκινούσα, που πήγαιναν όλα πολύ καλά: "Μικρέ, μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα, όσες προτάσεις και αν έχεις, κι ας έδειξες δουλειά σου στο Βερολίνο. Ήρεμα τώρα. Γύρνα στο ατελιέ σου και δούλεψε σκληρά και με αφοσίωση σε αυτό που κάνεις και είναι πολύ καλό, αλλά στο εξωτερικό είναι κάτι φυσικό και υπάρχουν δεκάδες σαν εσένα. Σε 14 χρόνια θα λέγεσαι σχεδιαστής, προς το παρόν είσαι μια συμπαθητική περίπτωση". Αυτό που είπε το κράτησα και ας με ταρακούνησε προς στιγμήν.


Η δουλειά αυτή δεν είναι απλή, απαιτεί να θυσιάζεις τον προσωπικό σου χρόνο. Έχεις δεν έχεις δουλειά, θέλει διάβασμα, σπουδή, αφοσίωση. Δεν πρέπει να εφησυχάζεις, να στέκεσαι στις ευκολίες σου. Χρειάζεται να επενδύσεις αρκετά χρήματα στην αρχή. Εγώ ήμουν τυχερός γιατί με βοήθησαν οι γονείς μου και γιατί είχα και μια άλλη δουλειά, ως δάσκαλος.


Οι σχολές, όσο καλές και αν είναι, δεν σου τα μαθαίνουν όλα. Εγώ έμαθα πατρόν και ράψιμο εμπειρικά, όταν δούλεψα ως βοηθός, χωρίς να παίρνω ούτε ένα ευρώ. Πρέπει να περάσει κανείς από όλα τα στάδια παραγωγής, από όλα τα πόστα, για να μάθει τη δουλειά από μέσα.
Ουσιαστικά, εκεί μαθαίνεις, όπως ο τεχνίτης μαθαίνει πάνω στο μάρμαρο. Έμαθα στα εργοστάσια, δίπλα σε σχεδιαστές. Ατέλειωτες ώρες δουλειάς χωρίς λεφτά, αλλά με μεράκι να μάθω. Δεν βιαζόμουν, μόνο είχα τα μάτια και τα αυτιά μου ανοιχτά».


Τον Δημήτρη τον βοήθησε το ότι είχε και ένα άλλο πτυχίο.


«Το πρωί δούλευα σε σχολείο Τσιγγάνων. Έφευγα από εκεί, όπου ήταν δύσκολες οι συνθήκες, και χωρίς να φάω σχεδόν, έτρεχα στη σχολή, δούλευα μέχρι τη 1 το βράδυ ως βοηθός. Θέλει να πέσεις στα βαθιά και να κολυμπήσεις, αν αγαπάς κάτι».


Τον ρωτάω γιατί οι Ελληνίδες είναι τόσο όμοιες στο ντύσιμο και δεν έχουν οι περισσότερες προσωπικό στυλ.


«Είναι θέμα κουλτούρας, προσωπικότητας και παιδείας. Φταίτε και λίγο οι δημοσιογράφοι που προβάλλετε συνέχεια τις tv περσόνες ως ιέρειες του στυλ. Υπάρχουν Ελληνίδες με εξαιρετικό στυλ, αλλά προβάλλονται συστηματικά οι λάθος άνθρωποι. Άλλο η μόδα και άλλο το στάιλινγκ. Δεν υπάρχουν βάσεις ή κουλτούρα στη μόδα, σωστές σχολές. Δεν υπάρχουν σωστά περιοδικά. Για να έχουμε υπόβαθρο στη μόδα, πρέπει να δούμε παραδοσιακές φορεσιές, να πάμε σε λαογραφικό μουσείο αλλά και σε ακριβές μπουτίκ, όχι μόνο στο Zara. Σε κάποιες από αυτές δεν θα ψωνίσουμε ενδεχομένως αλλά θα δούμε τι άλλο παίζει διεθνώς. Υπάρχει και το Ίντερνετ που, ναι, είναι θησαυρός και μπορείς να μάθεις πάρα πολλά».

 

 

Ο Δημήτρης λέει ότι δεν χρειάζεται να κοιτάμε τόσο τις τάσεις αλλά να επιλέγουμε αυτό που μας πηγαίνει. Να κρατάμε πάντα κάτι δικό μας που ξέρουμε ότι μας ταιριάζει και να το καθιερώνουμε ως δυνατό κομμάτι του στυλ μας. Να διασκεδάζουμε με τα ρούχα και να τα φοράμε με αυτοπεποίθηση. Ισχυρίζεται ότι το μαύρο είναι safe για όλους. Και μπορούμε να δοκιμάσουμε πάνω σ' αυτό αξεσουάρ.


«Να αποφεύγουν οι γυναίκες τα ψεύτικα μαλλιά, τις κακές βαφές, τα κομμωτήρια που τους κάνουν περίτεχνα χτενίσματα. Να στοχεύουν στη φυσικότητα, όχι πολύ βάψιμο, όχι στα φτηνά ρούχα». Θεωρεί ότι καλύτερο είναι να αποφεύγουμε τα ρούχα κακής ποιότητας, που τα φοράμε δυο-τρεις μήνες και τα πετάμε, γιατί, τελικά, είναι περισσότερα τα έξοδα. «Στις βόρειες χώρες υπάρχει ένα γνωμικό που λέει ότι το φτηνό είναι πολύ ακριβό. Θέλω να δώσω μια συμβουλή για το πώς να ψωνίζουν άντρες και γυναίκες. Και εγώ ψωνίζω από αλυσίδες όπως το Η&Μ, το Zara. Πρέπει όλοι να μάθουμε να διαβάζουμε την ετικέτα, δηλαδή να βλέπουμε αν είναι βαμβακερό, φέρ' ειπείν, ένα t-shirt. Nα πάρουμε μόνο ένα, αντί δυο-τρία συνθετικά. Να αγοράσουμε ένα ωραίο τζιν παντελόνι με ένα μακό κοτόν, να αγοράσουμε ένα μάλλινο και όχι συνθετικό».


Συμβουλεύει να επενδύουμε σε μαλλί, κοτόν, κασμίρ, σατέν και να έχουμε και ένα-δυο κομμάτια από σχεδιαστές, ακόμα και αν τα αγοράζουμε στις εκπτώσεις. «Μην αγοράζετε δεκάδες ρούχα αλλά λίγα και καλά, για να έχουν κάτι μοναδικό και διαχρονικό και να τα έχετε χρόνια στην ντουλάπα σας».


Τον ρωτάω για τα αδύνατα μοντέλα και όλη αυτή την υστερία με το extra small. Μου λέει ότι αγαπάει τα αδύνατα σώματα, αλλά όχι την ανορεξία. Ότι δεν φταίνε μόνο οι σχεδιαστές αλλά και το μυαλό των ανθρώπων. Η νεύρωση αυτών των κοριτσιών δεν προέρχεται μόνο από τα πρότυπα αλλά και από την υστερία με την οποία μεγαλώνουν. Αν αγαπάς τον εαυτό σου, ξέρεις και τα όριά σου.


«Ο Αλμοδόβαρ, στο "Όλα για τη μητέρα μου", είπε κάτι που έχω ξεχωρίσει: "Όσο πιο πολύ πλησιάζεις αυτό που ονειρεύεσαι, τόσο πιο αληθινός γίνεσαι". Αξίζει ο καθένας να φτάσει κοντά σ' εκείνο που ονειρεύεται, χωρίς νεύρωση όμως. Αξίζει να γυμναστείς, να προσέξεις τι τρως, να φροντίζεις το πρόσωπό σου, την εικόνα σου».


Ποια είναι η μούσα σου; «Η Φρίντα Κάλο, με διαφορά».


Φεύγοντας, του ζητάω να μου πει μια ευχή που θα έδινε στον εαυτό του και στους άλλους.


«Τα παιδιά κάθε μέρα με μαθαίνουν να δείχνω με ειλικρίνεια τα συναισθήματά μου. Θα ήμασταν όλοι καλύτερα, αν γινόμασταν λίγο πιο τρυφεροί, πιο συναισθηματικοί, πιο αυθόρμητοι, αν αγκαλιαζόμαστε, αν πάψουμε να φοράμε προσωπεία σκληρότητας, που στο τέλος γίνονται ένα με το δέρμα μας».