ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΑΝΕΛΠΙΣΤΟ από τις υποχρεωτικές διακοπές που έφερε το «μένουμε σπίτι»; Είναι ένα θεαματικό μπόνους χρόνου! Ιδανικό για επίθεση κατά μέτωπο σε ό,τι δεν διεκπεραιώνεται ποτέ στην καθημερινότητα της οικίας μου. Μακάρι να πετύχαινα πια να τη νιώσω ως βασίλειο απολλώνειας τάξης, θεμελιωμένο σε στόφα διονυσιακή και απαλλαγμένο από τη φρικτή κόλαση συσσωρευμένων εκκρεμοτήτων. 

 

Η στοίβα με τα ασιδέρωτα, για παράδειγμα, αυτή η άχαρη νταρντάνα, που κρύβεται στην ντουλαπίτσα μου και με τρομοκρατεί όποτε ανοίγω την πόρτα της. «Δύσμοιρη, νταρντάνα!», σκεφτόμουν με προσποιητή συμπόνια, «δεν θα αξιωθείς να δεις τον κώδωνα στο διάγραμμα αναπαράστασης της πλήρους εκτόνωσης της επιδημίας κορωνοϊού στη χώρα! Θα σε εξαφανίσω. Να θεωρείς πως είσαι ήδη παρελθόν». 

 

Όμως, πέρασαν κιόλας τόσες μέρες και δεν έχω σιδερώσει ούτε t-shirt. Γιατί άραγε; Μήπως έχασα τον έλεγχο του εαυτού μου; Μήπως βρίσκομαι σε κατάσταση άηχου πανικού; Αναλώνεται ο χρόνος με το βλέμμα καρφωμένο είτε στο ταβάνι είτε στα σόσιαλ μίντια.

 

Και η αυτοπειθαρχία μου; Πού παράπεσε; Υπήρξε, άραγε, ποτέ ή μήπως η αυτοπειθαρχία είναι –γενικότερα‒ δημιούργημα της φαντασίας που ευδοκιμεί μόνο σε αυτοβιογραφίες; Σε κάθε περίπτωση, ο εαυτός μου σε υποχρεωτική αργία και περιορισμένος στο σπίτι δείχνει ατιθάσευτος, για να μην πω ακυβέρνητος και τρομάξω από τα ίδια μου τα λόγια. Φταίει ότι απουσιάζει η δύναμη που μέχρι τώρα συγκρατούσε αυτά τα συμπτώματα και δεν γίνονταν αισθητά: η δύναμη της συνήθειας ‒ η επιλεγμένη αναπαυτική ρουτίνα της καθημερινότητας. Στις κανονικές διακοπές ελπίζουμε ότι θα ξεκουραστούμε από την τυραννία της, επειδή ακριβώς γνωρίζουμε την ημερομηνία επιστροφής σε αυτήν.

 

Και η αυτοπειθαρχία μου; Πού παράπεσε; Υπήρξε, άραγε, ποτέ ή μήπως η αυτοπειθαρχία είναι –γενικότερα‒ δημιούργημα της φαντασίας που ευδοκιμεί μόνο σε αυτοβιογραφίες; Σε κάθε περίπτωση, ο εαυτός μου σε υποχρεωτική αργία και περιορισμένος στο σπίτι δείχνει ατιθάσευτος, για να μην πω ακυβέρνητος

 

Τώρα, που δεν υπάρχει τέτοια βεβαιότητα, το πράγμα αλλάζει ριζικά. Διαλύεται η αίσθηση της σταθερότητας που αναβλύζει από τους πιο μπανάλ χρονομέτρες π.χ. την ώρα γυμναστικής ή την ώρα της βραδινής εξόδου. Εχάθη ο ημερήσιος μπούσουλας. Πρέπει πλέον μόνοι να βγάλουμε άκρη. Αλλά αυτή είναι σαν κάλτσα μόνη, διά παντός χαμένη μέσα στο σπίτι. Πιο εύκολα σώζεσαι από τον κορωνοϊό, παρά από την απώλειά της. Είναι κατεπείγον να σχηματιστεί πλάνο δράσης για ανάκτηση της πλήρους λειτουργικότητας του εαυτού υπό συνθήκες ψευδο-καραντίνας στο δήθεν σπίτι-οχυρό.  

 

Στόχος πρώτος: να μπει «στίξη» στον χρόνο. Να διανθιστεί η ατζέντα με ό,τι είναι ικανό να γεννήσει μια αίσθηση προσμονής. Στόχος δεύτερος: ενασχόληση με όσους αγαπάς και νοιάζεσαι. Είναι βολικό που οι δύο στόχοι αντιμετωπίζονται από κοινού. Παίρνω τηλέφωνο τον επί 35 χρόνια κολλητό μου. Ούτε αδέλφια δεν ζουν τόσο ατάραχα το ένα κοντά στο άλλο. Είναι, ωστόσο, ο βασιλιάς του κυνισμού. Κι όμως, στα 62 του, παραμένει τόσο τρυφερά ανώριμος που θα τον ζήλευε και μια καρδιά μαρουλιού. Τον καλώ από το σταθερό μου τηλέφωνο στο σταθερό του, γιατί έτσι ερμηνεύω το «μένουμε σπίτι», με όρους τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών. 

 

«Γεια!» του λέω σχεδόν κοφτά. «Κάνω ένα planning για μέχρι το τέλος του μήνα και αναρωτιέμαι αν θα επαναλάβεις φέτος την αγαπημένη σου ετήσια συνήθεια να καλείς για μπακαλιάρο - σκορδαλιά το μεσημέρι της 25ης Μαρτίου στο σπίτι σου με γιρλάντα σημαιάκια για στολισμό… κ.λπ.». Δεν ακούγεται ούτε η αναπνοή του. «Χέσε μας…» απαντά. 

 

«Μια χαρά λειτουργικός ακούγεται!» σκέφτομαι εγώ. «Μην υποτιμάς την πρόθεσή μου!» του λέω με αέρα πιο κατακτητικό. «Μέχρι τότε υποθέτω ότι θα έχει φανεί αν θα επιζήσουμε ή αν θα μας έχει ξεκάνει ο κορωνοϊός. Και στις δύο περιπτώσεις δεν χάνουμε τίποτα κάνοντας το πλάνο μας για μπακαλιάρο - σκορδαλιά από τώρα! Για να έχουμε κάτι να προσμένουμε! Ε;» 

 

«Δεν πας καλά, αλλά αυτό το ξέρουμε από παλιά», λέει εκείνος και συνεχίζει, «ας τα πούμε όμως κάποια άλλη στιγμή, γιατί –το γνωρίζεις‒ είναι ώρα δουλειάς και εγώ δουλεύω, ακόμα και από το σπίτι… Κλείνω, λοιπόν, εκτός αν έχεις κάτι επείγον να μου ξεφουρνίσεις…» 

 

«Ναι… υπάρχει κάτι ακόμα…» παρατείνω λίγο την παύση μου, για να συσσωρευτεί σασπένς στη στιγμή. Και, τελικά, του το ξεφουρνίζω: «Δεν είσαι μόνος σ’ αυτόν τον γενικό κλονισμό. Είμαι κι εγώ εδώ… κοντά σου… από το σπίτι μου…» Η σύνδεση μένει σε εκκρεμότητα για 3 δευτερόλεπτα και μετά ακούγεται να λέει την αγαπημένη του φράση: «Χέσε μας…».

 

Κλείνουμε το τηλέφωνο και είμαι ενθουσιασμένος που πήγαν όλα τόσο περίφημα και θριάμβευσε η αγάπη.

 

Με άλλο αέρα πια και αισιοδοξία παίρνω αμέσως τηλέφωνο την αδελφή μου! Η εταιρεία όπου δουλεύει καθιέρωσε πρώτη την τηλεργασία λόγω κορωνοϊού. Πολύ σύντομα έκανε το ίδιο και η εταιρεία του συζύγου της. Τους φαντάζομαι και τους δύο απορροφημένους μπροστά από τα λάπτοπ στο τραπέζι της τραπεζαρίας τους. Στο βάθος, ξαπλωμένες στον καναπέ και ακίνητες σαν μακρόταλα μαξιλάρια για τη μέση, οι δύο μικρές ανιψιές μου, προσηλωμένες στα κινητά τους. Από την μπαλκονόπορτα εισβάλλει απαλά το φως του μεσημεριανού ήλιου. Σχεδόν ακούω πια μέσα στο δικό τους λίβινγκ ρουμ τον ήχο της κλήσης μου από το σταθερό του σπιτιού μου στο σταθερό του σπιτιού τους. Νιώθω ότι προσβάλλω την οικογενειακή γαλήνη, όπως η θερμότητα μιας ηλιαχτίδας λιώνει την πρωινή πάχνη σε ένα δάσος μαγικό. 

 

«Γεια» λέω κάπως χαρωπά στην αδελφή μου. «Κάνω ένα planning για μέχρι το Πάσχα και αναρωτιέμαι αν θα ήθελες να πάμε στο εξοχικό σας για τις γιορτές, όπως και πέρυσι! Μέχρι τότε υποθέτω ότι θα έχει φανεί αν θα επιζήσουμε ή αν θα μας έχει ξεκάνει ο κορωνοϊός. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν χάνουμε τίποτα αν κάνουμε ένα πλάνο για το Πάσχα! Να θέσουμε ένα χρονικό όριο! Για να έχουμε κάτι να προσμένουμε! Ε;» 

 

«Δεν παίρνεις κατάλληλη στιγμή… Είμαστε και οι τέσσερις εξουθενωμένοι από φρικτή γαστρεντερίτιδα. Μόνο εμετοί και διάρροια, οικογενειακώς. Δεν προφταίνουμε! Kαι το νερό είναι από το πρωί κομμένο…» «Πως!», κάνω εγώ εμβρόντητος, «σας θερίζει κάτι υποδεέστερο αυτού που τρομοκρατεί όλον τον κόσμο; Τι βαριά και ατιμωτική μοίρα που είναι αυτή!» 

 

«Λοιπόν, σε κλείνω γιατί πνιγόμαστε…» μου λέει υπομονετικά η αδελφή μου. 

 

«Μισό λεπτό!» πετάγομαι εκβιαστικός εγώ. «Εν πάση περιπτώσει, να ξέρεις ότι δεν είστε μόνοι σ’ αυτόν τον γενικό κλονισμό, ούτε και στον ειδικό δικό σας. Είμαι κι εγώ εδώ… κοντά σας… από το σπίτι μου…» 

 

«Άλλη ώρα θα τα πούμε αυτά!» μου λέει εκείνη κάπως πιο επιτακτικά και το κλείνουμε. 

 

«Η ύδρευση και η αποχέτευση είναι η αχίλλειος πτέρνα των προαστίων. Αν ποτέ επιστρέψουν οι κάτοικοι τους στο κέντρο της πόλης, θα είναι εξαιτίας τους. Τέλος πάντων, θεωρώ ότι τα πήγα καλά για σήμερα. Το σταματώ όμως εδώ, από φόβο μη και δεν ακουστώ αληθινός στην επόμενη απόπειρα, ενώ είμαι αληθινός» λέω στον εαυτό μου.

 

Το απόγευμα εκείνης της ημέρας υπήρξε αξιομνημόνευτα ήρεμο και, ως συνήθως, καθόλου παραγωγικό. Σκεφτόμουν, βέβαια, πως δεν έχω μάθει τίποτε από τη ζωή που έχω ζήσει. Κατέληξα, επίσης, ότι η μόνη που ίσως έχει καταλάβει κάτι για τη ζωή και τον άνθρωπο να είναι η Ιζαμπέλ Αλιέντε, που σε πολλά βιβλία της επιμένει ότι, όταν ο άλλος διαλύεται, τον κρατάς σφιχτά στην αγκαλιά σου, χωρίς να λες τίποτα και μέχρι να ηρεμήσει. Επειδή έτσι θα νιώσει ότι δεν είναι μόνος. Τα σκεφτόμουν όλα αυτά και ηρεμούσα. Μετά τα σκεφτόμουν και τα απέρριπτα ως απλοϊκά. Με τέτοιες παλινδρομήσεις έφτασε αργά το βράδυ, όταν μου τηλεφώνησαν και ο κολλητός και η αδελφή μου. Μου επιβεβαίωσαν τον μπακαλιάρο - σκορδαλιά και τις πασχαλινές διακοπές, εάν, φυσικά, είμαστε μέχρι τότε ζωντανοί. Για να μην κοιτάζουμε μόνοι τον κώδωνα στο διάγραμμα αναπαράστασης της πλήρους εκτόνωσης της επιδημίας κορωνοϊού στη χώρα.