ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ,
μ' αυτό το μπρούτζινο κρικέλι
σε μιαν άκρη της γης
το βρήκα κατώτερο των περιστάσεων
για να το σηκώσω, να χωθώ
και να φυτρώσω
με τις πασχαλιές, τον σκληρό μήνα.

 

Αλλού θα με αποθέσουν
οι τροχαλίες και η μέγγενη
που φιξάρισαν στο φθινόπωρο τη ζωή μου.
Αλλού οι Ποιητές θα συμπαρασταθούν
για να αφηγηθώ στον εαυτό μου
την ελευθερία στα όρη και τα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη τη νύχτα...

 

Το έδαφος,
με ανθρωπόμορφο πρόσημο
κατά περιοχές εγκλεισμού.
Η έρημη χώρα όταν η υφή της
πάει να ξεραθεί στις αλυκές
και στα αλοπήγια των λέξεων.
Να λασπώσει εκεί όπου
ένα ρυάκι συκοφαντεί τον θάνατο

 

Μου είπε και τον άκουσα:
για να είναι πραγματικά μεγάλη
μια κληρονομιά, πρέπει το χέρι
του πεθαμένου να μην φαίνεται.

 

Το έδαφος,
με τα μνημεία που ανεώχθησαν
ώστε να μην φεισθούν οι κεκοιμημένοι τον χρόνο
όπως οι γλεντοκόποι
επιβιβάζονται για τα Κύθηρα
και ίπτανται ανυπόδητοι οι ερωτιδείς
στον «ουρανό» μιας ιταλικής σκηνής.

 

Έδαφος,
μάθε μου το χώμα
κάτω από κόκκινες τέντες
στις βιλετζιατούρες του Γκολντόνι
κάτω από των δυνάμεών μου τα κατάλοιπα
περιτριγυρισμένος από φίλους
-σε ένα γεύμα στη χλόη-
πλάι στη γυμνή γυναίκα
έτοιμη να κατανεμηθεί σε πολλές εκδοχές
από τους μεταγενέστερους

 

Φανέρωσέ μου, χώμα
την υπομονή
όταν το αλέτρι σε ανοίγει
όταν σε πατικώνει στις αλέες ο Λε Νοτρ
για το ατλαζένιο γοβάκι της βασίλισσας
όταν σε ανασκάπτει ο Κλωντ Σιμόν,
στη Φλάνδρα

 

Υπαγόρευσέ μου
την Ημιτελή ωδή στη λάσπη του Φρανσίς Πονζ
γιατί είμαι κι εγώ Χριστόφορε Λιοντάκη
ευγενική ψυχή

 

Δίδαξε
την ακρόαση της ταπείνωσης
των πεθαμένων σου.
Έχουν καρύδια στις τσέπες τους
και το δέντρο, μια μέρα,
θα ξεπηδήσει κατά σύμπτωση

 

Τί έχω να χάσω
από τη συγκριτική λογοτεχνία;
Τί θα μου συμβεί
όταν απογειωθώ σπάζοντας
το φράγμα του τοίχου
της βιβλιοθήκης μου;
Το κινέζικο κάργκο
με το υγειονομικό υλικό
είναι πλέον εδώ

 

Πλησιάζω σταθερά προς το παράθυρο
Ο αόρατος θίασος τώρα
περνά από την τηλεόραση
Ανοίγω με γάντια το πόμολο
Εισπνέω την προϊστορική σιωπή
της Αθήνας
Τραγουδώ με την φωνή που δεν έπρεπε
να ακούσει ο δεμένος Οδυσσέας

 

Τώρα η αρρώστια είναι ο Δημιουργός
Ο δυνατός αέρας που φυσά
από τον Παράδεισο
εκδιώκει τους νεόπλαστους
προς το Πολύπτυχο της Γάνδης
Τώρα η αρρώστια
έχει ανθρώπινα μάτια
σαν τον μυστικό Αμνό του Βαν Άικ

Τον προσκυνάμε όλοι μαζί με το κρύο στις πλάτες μας
και μια χαρακιά ήλιου στα χαρτιά μας

 

O ιός του Θεού,
ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου