Δεν βγήκα να χαζέψω εξέδρες. Ούτε έκανα παρέλαση στο σαλόνι μου ως σημαιοφόρος εσωτερικού χώρου. Ήμουν πολύ ήσυχη αυτή την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου που έξω λυσσομανούσε αριστεία και Αλβανίστας. Έβαλα τον Αλέκο Αλεξανδράκη να ξαναγίνει αντιστασιακός Ντίνος (ωραίος και τσακισμένος ) και να κρυφτεί στο υπόγειο της Πέρυς Ποράβου που τη λένε Μάρθα και σέρνει το ποδαράκι της τουκ τουκ, τουκ τουκ και του λέει ότι οι Γερμανοί τον ψάχνουν και μετά του ξαναλέει ότι οι Γερμανοί συνεχίζουν τον ψάχνουν αλλά δεν του λέει ότι ο πόλεμος τελείωσε εδώ και κάτι χρόνια και τον κρατάει εκεί στο χαμηλό το ντιβανάκι αξύριστο κι αφηνιασμένο για σαμποτάζ γιατί έχει πάθει ντουβρουτζά μαζί του και δεν θέλει να της φύγει.

 

Ο Τελευταίος Αιχμάλωτος, αυτή τη μισοάγνωστη ταινία του πολυεργαλείου Άγγελου Γεωργιάδη (ηθοποιός σε μελό και βιντεοταινίες, σκηνοθέτης, μοντέρ, φωτογράφος, σεναριογράφος, ηλεκτρολόγος, κάμεραμαν, ντεκορατέρ!) σε κάνει να κλαις και να ξανακλαίς, ακόμα κι αν την πρωτοείδες από σπόντα ένα ρημαγμένο απόγευμα εθνικής επετείου. Τι κι αν το σενάριο μπάζει νερά, τι κι αν είναι μες στην υπερβολή, στο κλισέ και το ηθικόν δίδαγμα. Θα την δεις και θα την ξαναδείς πολλές εικοστές ογδόες Οκτωβρίου, όταν πρέπει από κάπου να κρατηθείς για να μη γλιστρήσεις στις νάυλον σημαίες. Αυτό το ανοίκειο ψυχολογικό δράμα θυμίζει πολύ το Underground του Κουστουρίτσα και το Good bye Lenin! του Μπέκερ, που γυρίστηκαν χρόνια μετά, αλλά είναι σαφώς πιο εσωστρεφές. Ο Τελευταίος αιχμάλωτος,γυρισμένος το 1970, στην καρδιά της χούντας, είναι μια σκοτεινή ελεγεία στην αθωότητα.

 

Ο Ντίνος κάποια στιγμή θα το σκάσει, θα βγει στον έξω κόσμο, έναν κόσμο καινούριο άγνωστο και ξένο. Η κοπέλα που αγάπησε τον ξεπετάει με κάτι ψιλά για τον δρόμο, οι παλιοί σύντροφοι είναι οι νέοι προδότες, ο παλιός εχθρός είναι πια τουριστικά γκρουπ έξω από το Χίλτον. Δεν ξέρει κανέναν. Δεν τον ξέρει κανείς. Η αλήθεια δεν τον αφορά. Θα επιστρέψει με τη θέλησή του στο υπόγειο, στο γνώριμο τουκ τουκ, τουκ τουκ, στο κουτσό ποδαράκι της μοναχικής Μάρθας που αντιστέκεται στην πραγματικότητα, επιλέγοντας το οικείο ψέμα.