ΕΙΧΑΝ ΗΔΗ ΜΠΕΙ οι μικρές ώρες της 22ης Μαρτίου του 1999, με την αποκαλούμενη «εποχή της επίπλαστης ευδαιμονίας» να διανύει την κορύφωσή της, όταν μαζί με άλλους συντάκτες – κινηματογραφικούς και μη – και παράγοντες της ντόπιας διανομής είχαμε βρεθεί ως εκλεκτοί προσκεκλημένοι στις αίθουσες του αείμνηστου Village multiplex στον Παράδεισο Αμαρουσίου για να παρακολουθήσουμε «ζωντανά» την 71η απονομή των βραβείων Όσκαρ.


Τυπικά για τα χρόνια εκείνα, οι διοργανωτές της εκδήλωσης είχαν επιδείξει χαρακτηριστική γενναιοδωρία και «ανοιχτωσιά», όπως μαρτυρούσαν οι πλούσιοι μπουφέδες και το ακριβό ουίσκι που έρεε άφθονο και δωρεάν (επίσης το κάπνισμα επιτρεπόταν μέσα στις αίθουσες – πώς δεν βάλαμε φωτιά ήταν ένα θαύμα). Εκτός από την προβολή της τελετής είχες επίσης την δυνατότητα να παρακολουθήσεις τρεις κλασικές ταινίες σε άλλες αίθουσες: Το «Όσα παίρνει ο άνεμος», τον «Πολίτη Κέιν» και το πρόσφατο σχετικά τότε αλλά ήδη θρυλικό μαφιόζικο έπος του Σκορσέζε, «Good Fellas».

 

Ένα βραβείο παρηγοριάς είχαν κερδίσει τα «Καλά Παιδιά» που είχαν χάσει τα Όσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας από το «Χορεύοντας με τους λύκους» του Κέβιν Κόσνερ, η Ακαδημία όμως φοβήθηκε μάλλον την εκδικητική μανία του χαρακτήρα του Τζο Πέσι στην ταινία του Σκορσέζε και του έδωσε το βραβείο δεύτερου ρόλου.


Υπήρχε αρκετός χρόνος ακόμα για τα μεγάλα βραβεία, οπότε μαζί με τον φίλο που είχαμε πάει μαζί στην εκδήλωση κοντοσταθήκαμε για λίγο, ζυγίζοντας τις επιλογές μας. Το καθήκον μας υπαγόρευε να ξανασυστηθούμε με το αριστούργημα του Όρσον Γουέλς που καθόρισε την κινηματογραφική τέχνη αλλά μετά από λίγα μόνο δευτερόλεπτα, ανταλλάξαμε απλά ένα χαμόγελο που δήλωνε χωρίς λόγια: «Τον εαυτό μας πάμε να ξεγελάσουμε; Εννοείται ότι αυτό που πραγματικά θέλουμε να ξαναδούμε είναι τα 'Καλά Παιδιά'!».

 

Αυτό ήταν και το απόλυτο highlight εκείνης της νύχτας, σε μια από τις πιο ξενέρωτες απονομές Όσκαρ όλων των εποχών, με καλύτερη ταινία να αναδεικνύεται το «Ερωτευμένος Σαίξπηρ», ενώ το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου είχε τσιμπήσει για την ίδια ταινία η Γκουίνεθ Πάλτροου (ναι, ήταν κάποτε ηθοποιός) και του πρώτου ανδρικού ο Ρομπέρτο Μπενίνι για την φρικαλεότητα που είχε γυρίσει ο ίδιος με τίτλο «Η ζωή είναι ωραία». Η μόνη αφορμή που μας προσφέρθηκε για πανηγυρισμούς (όρθιοι μάλιστα πάνω στις θέσεις μας και αρκετά μεθυσμένοι) ήταν το Όσκαρ β' ανδρικού που κέρδισε ο Τζέιμς Κόμπερν για την ερμηνεία του στην ταινία "Affliction" («Οδύνη») του Πολ Σρέιντερ. Ένα αντίστοιχο βραβείο παρηγοριάς είχαν κερδίσει και τα «Καλά Παιδιά» οχτώ χρόνια πριν που είχαν χάσει τα Όσκαρ καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας από το «Χορεύοντας με τους λύκους» του Κέβιν Κόσνερ, η Ακαδημία όμως φοβήθηκε μάλλον την εκδικητική μανία του χαρακτήρα του Τζο Πέσι στην ταινία του Σκορσέζε και του έδωσε το βραβείο δεύτερου ρόλου.

 

Αυτή η ανάμνηση αναδύθηκε αυτές τις μέρες με αφορμή τους πανηγυρικούς εορτασμούς για την συμπλήρωση τριάντα χρόνων από την κυκλοφορία του "Good Fellas" – της ταινίας που, εκτός των άλλων συναρπαστικών αρετών της, επαναπροσδιόρισε ιδιοφυώς το «γκανγκστερικό δράμα» σπέρνοντας εκατοντάδες κινηματογραφικά αντίτυπα καθώς και την πιο σπουδαίο τηλεοπτικό δράμα όλων των εποχών, τους "Sopranos" – αλλά και την δραματικά επισφαλή θέση στην οποία έχει περιέλθει η κινηματογραφική αίθουσα, η οποία πλέον απειλείται με ταφόπλακα εξαιτίας του πρωτοκόλλου που επιβάλλει η πανδημία. Οι νέες ταινίες που ξεκίνησαν δειλά να γυρίζονται αυτόν το καιρό με την σταδιακή επαναλειτουργία της κινηματογραφικής παραγωγής, θα περιλαμβάνουν άραγε ως σκηνικό την συνθήκη που μας περιβάλλει; Εύχομαι να αναστραφεί αυτή η κατάσταση που μοιάζει προδιαγεγραμμένη και μοιραία για το μέλλον του μεγάλου σινεμά στον φυσικό του χώρο και δεν θα ήθελα η τελευταία ταινία που είδα ποτέ σε σινεμά να είναι το υπερθυροειδικό και άχαρο "Tenet" που πρόλαβα να δω δύο μέρες πριν μπει λουκέτο στις κλειστές αίθουσες.