Το 2008, ο Μίκης Θεοδωράκης μου παραχώρησε μια συνέντευξη στο πλαίσιο της έκθεσης για το σάουντρακ στον ελληνικό κινηματογράφο που οργάνωσα για το Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και της συνοδευτικής έκδοσης «Ακούγοντας το ελληνικό σινεμά». Επειδή ο μέγιστος συνθέτης, με τη γενναιοδωρία του λόγου και την πληθωρικότητα των έργων του, καλείται συχνά να σχολιάσει τα αγαπημένα του θέματα, την πολιτική και τη μουσική, έχει ιδιαίτερη αξία η ποιοτική και ιστορική του αναφορά στα εκπληκτικά δείγματα γραφής που έχει αφήσει στον ελληνικό και διεθνή κινηματογράφο, και ιδιαίτερα στη συνεργασία του με τον Μιχάλη Κακογιάννη στις τρεις τραγωδίες, στην προέλευση του πιο γνωστού μουσικού θέματος που συνέθεσε στην καριέρα του, που δεν είναι άλλο από το συρτάκι στον Ζορμπά, αλλά και στην προοπτική μιας χολιγουντιανής σταδιοδρομίας που δεν συνέβη ποτέ.

 

Αν αρέσει το συρτάκι, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην ακτινοβολία δύο καθαρά ελληνικών χορών, του χασάπικου και του πεντοζάλη, που είναι ό,τι πιο αγνό και αληθινό έβγαλε αυτός ο τόπος. Είναι ένα γνήσιο κομμάτι της Ελλάδας που θα έπρεπε να μας γεμίζει με υπερηφάνεια.

 

Η αδιάρρηκτη σχέση του σκηνοθέτη Κακογιάννη με τον συνθέτη Θεοδωράκη

O Mίκης Θεοδωράκης με τον Μιχάλη Κακογιάννη και τη Μαρία Φαραντούρη στη φωνοληψία για το φιλμ "Τρωάδες", Λονδίνο, 1970.
O Mίκης Θεοδωράκης με τον Μιχάλη Κακογιάννη και τη Μαρία Φαραντούρη στη φωνοληψία για το φιλμ "Τρωάδες", Λονδίνο, 1970.

 

«Έως το 1961 που αποφασίσαμε να συνεργαστούμε, γνώριζε ο ένας τον άλλον από το έργο του. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ανάμεσά μας μια αλληλοεκτίμηση που νομίζω ότι μεγάλωνε όσο ο ένας γνώριζε καλύτερα τον άλλον. Βλέποντας πριν από λίγο καιρό την τριλογία του ("Ιφιγένεια", "Τρωάδες", "Ηλέκτρα"), ένιωσα υπερήφανος για τη συνεργασία μας, ενώ εμπεδώθηκε μέσα μου ακόμα πιο πολύ η άποψη ότι κατέχει κυρίαρχη θέση, όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον διεθνή χώρο του κινηματογράφου. Πέραν, όμως, της απαράμιλλης τέχνης του, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα η ελληνικότητα της δημιουργίας του. Ο Κακογιάννης είναι ταυτόχρονα ένας διανοητής που κατέχει σε βάθος τόσο την παγκόσμια όσο και την ελληνική σύγχρονη και κλασική θεατρική δημιουργία.

 

Με τα πρώτα του έργα, στα οποία συνεργάστηκε με κορυφαίους ηθοποιούς και μουσικούς όπως η Λαμπέτη, ο Χορν, η Μελίνα και ο Χατζιδάκις, ασχολήθηκε με την ανατομία της σύγχρονης Ελλάδας, ενώ με την τριλογία του όχι μόνο ανέδειξε με σύγχρονα μέσα την πεμπτουσία του αρχαίου δράματος αλλά συνέδεσε άμεσα το τότε με το τώρα, δείχνοντας έναν από τους ουσιαστικούς, αλλά δύσβατους δρόμους που οφείλουν να απασχολήσουν κάθε νέο Έλληνα δημιουργό, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκει. Η συνεργασία μου μαζί του, πέραν όλων των άλλων, με επηρέασε σε μεγάλο βαθμό ώστε να επιχειρήσω να κάνω τη δική μου τετραλογία ("Μήδεια", "Ηλέκτρα", "Αντιγόνη", "Λυσιστράτη"), αποδεικνύοντας έτσι ότι η πνευματική μας συγγένεια υπήρξε πολύ βαθύτερη από μια απλή συνεργασία.

 

Όμως και αυτή η απλή συνεργασία μας υπήρξε για μένα καθοριστική, μια και με την "Ηλέκτρα" μπορώ να πω ότι άνοιξε η πόρτα της αληθινής μουσικής για τον κινηματογράφο. Δηλαδή μιας μουσικής ενταγμένης λειτουργικά στην αντίληψη του σκηνοθέτη, όσο ενταγμένη θα έπρεπε να είναι η ερμηνεία των μουσικών και η κάμερα του εικονολήπτη. Μια μουσική γυμνή όσο το άγονο τοπίο με τα πέτρινα ανάκτορα και παράλληλα δραματική, βίαιη, σπαρακτική, σαν προέκταση των χαρακτήρων. Με άλλα λόγια, έπρεπε να δημιουργήσω έναν μουσικό και ευρύτερο ηχητικό κόσμο, τον οποίον ο σκηνοθέτης θα χρησιμοποιούσε όπως ακριβώς καθοδηγούσε την κάμερα και τους ηθοποιούς του. Έγραψα έτσι διάφορες αυτοτελείς μουσικές που αντιστοιχούσαν σε πρόσωπα, καταστάσεις και τοπία και τις εμπιστεύτηκα σε μικρά μουσικά σύνολα με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να παίζουν το καθένα ξεχωριστά αλλά και ταυτόχρονα, είτε συνηχώντας μεταξύ τους είτε παίζοντας όλα μαζί, χωρίς να δημιουργείται ηχητικό χάος.

  

Γι' αυτό, κατά τη διάρκεια της ηχοληψίας υπήρχαν δύο μαέστροι (σκηνοθέτης και συνθέτης) και καθένας έδινε την εκκίνηση στο δικό του γκρουπ, σύμφωνα με τη δική του άποψη για τη στιγμή που έπρεπε να γίνει αυτό. Βλέποντας την εικόνα, μπορούσαν να γίνουν ακόμα και 10 πειράματα όσον αφορά το πότε ξεκινούσε να παίζει το Α, το Β, το Γ γκρουπ. Έτσι, οι συνηχήσεις άλλαζαν από ηχοληψία σε ηχοληψία, ωσότου ο σκηνοθέτης να δηλώσει ότι είναι ικανοποιημένος. Νομίζω ότι ένα τέτοιο πείραμα έγινε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο και αυτό οφείλεται τόσο στη μοναδικότητα της "Ηλέκτρας" όσο και στην ενθουσιώδη αποδοχή από τον σκηνοθέτη αυτών των πρωτοφανών πειραματισμών. Μπορεί, από κει και πέρα, να μην εφάρμοσα κατά γράμμα αυτήν τη μουσική συνταγή. Όμως ακολούθησα πιστά την αρχή ότι η μουσική επένδυση θα πρέπει να υποταχθεί πλήρως στο κλίμα του σκηνοθέτη και να αποβλέπει στην προέκταση διά της μουσικής εντυπώσεων και συναισθημάτων πέραν του ορατού και του λογικού».

 

Γεννηθήτω το συρτάκι!

Ο Μιχάλης Κακογιάννης με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Άντονι Κουίν.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Άντονι Κουίν.

 

«Η ονομασία "συρτάκι" δόθηκε από κάποιον δαιμόνιο Γάλλο παραγωγό που ασχολήθηκε, εκτός του "Ζορμπά", και με τα "Παιδιά του Πειραιά". Φαίνεται ότι κάποιος του είπε πως μία από τις μουσικές μου ήταν εμπνευσμένη από τον συρτό χανιώτικο. Όπως ξέρετε, το συρτάκι που εμφανίζεται στο τέλος του φιλμ ξεκινά με την εισαγωγή στο τραγούδι "Στρώσε το στρώμα σου". Κι αυτό γιατί τότε ήταν της μόδας και το έπαιζαν στις ταβέρνες στα Χανιά, όπου σύχναζε ο θίασος τα βράδια. Εκεί το άκουγαν και οι δύο πρωταγωνιστές, και μάλιστα ο Άντονι Κουίν άρχισε να μαθαίνει το χασάπικο, στο οποίο στηρίζεται το τραγούδι, και να το χορεύει. Οπότε ο Κακογιάννης σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει ως playback, ζητώντας μου να το επιταχύνουμε σιγά-σιγά μέχρι να φτάσουμε στο ρυθμό πεντοζάλη, πάνω στον οποίο είχα γράψει τον κρητικό χορό που χόρεψε ο Αλεξανδράκης στο "Συνοικία το όνειρο". Με άλλα λόγια, όλη αυτή η διασκευή γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο ως βάση για το τέλος της ταινίας, ενώ εγώ θα έπρεπε να συνθέσω μια νέα πρωτότυπη μουσική.

 

Πλην όμως, όλα αυτά τα στοιχεία, χορός και μουσική, πέτυχαν τόσο πολύ που σκεφτήκαμε να αφήσουμε τη σκηνή όπως ήταν. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Επειδή, πέραν της επιτυχίας αυτού του νέου χορού στην ταινία, έτυχε να τον διευθύνω με την ορχήστρα μου σε χιλιάδες συναυλίες και στις πέντε ηπείρους, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι η επίδρασή του σε κάθε είδος κοινού υπήρξε πάντοτε συναρπαστική. Επίσης, τον ενορχήστρωσα για μεγάλη ορχήστρα στο φινάλε του μπαλέτου "Ζορμπάς", που από το 1988 ως σήμερα έχει παιχτεί περίπου 700 φορές από πολλές διαφορετικές όπερες. Και πάντοτε το κοινό σηκώνεται όρθιο και χειροκροτεί, ζητώντας να το δει και να το ακούσει ξανά και ξανά.

 

Γνωρίζω ότι οι μόνοι σε όλο τον κόσμο που τον σνομπάρουν, τον ειρωνεύονται και τον περιφρονούν είναι ορισμένοι συμπατριώτες μας που τον κατατάσσουν στα τουριστικά είδη. Όχι, φυσικά, δίπλα στα μάρμαρα αλλά δίπλα στον μουσακά και στο τζατζίκι. Εγώ όλα αυτά θα τα χαρακτήριζα άγνοια, ανοησία και εθνικό κόμπλεξ, δεδομένου ότι το συρτάκι δεν έχει να κάνει με κοσμικότητες ούτε με διεθνή κέντρα υποκουλτούρας. Αν αρέσει, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην ακτινοβολία δύο καθαρά ελληνικών χορών, του χασάπικου και του πεντοζάλη, που είναι ό,τι πιο αγνό και αληθινό έβγαλε αυτός ο τόπος. Είναι ένα γνήσιο κομμάτι της Ελλάδας που θα έπρεπε να μας γεμίζει με υπερηφάνεια.

 

Το ότι πίσω από αυτό υπάρχει ένα όνομα, ένας συνθέτης, πιστεύω πως έχει μικρότερη σημασία από την ουσία, που είναι καθαρά ελληνική. Και αναφέρομαι κυρίως στη μουσική που έχει γίνει αναγνωρίσιμη ως ελληνική παγκοσμίως, συμβάλλοντας στην προβολή της μικρής μας χώρας. Κοντολογίς, είμαι βέβαιος πως άλλοι λαοί θα ήταν περήφανοι σε μια τέτοια περίπτωση και δεν θα άφηναν να εισπράττουν σε χρήματα μόνο οι ταβέρνες την αγάπη που δείχνουν οι ξένοι από τη στιγμή που θα πατήσουν το πόδι τους στη χώρα μας».

 

 

Μια χολιγουντιανή ουτοπία

«Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να ζήσω σε άλλη χώρα και ειδικά στην Αμερική, με τον εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής, τις διαφορετικές αντιλήψεις, τα ήθη και τον πολιτισμό. Όσο για το Χόλιγουντ, ούτε να το σκεφτώ. Με φαντάζεστε να ζω σε μια πολυτελή έπαυλη, περιτριγυρισμένος από αυτά τα μυθικά τέρατα με τις πλαστικές σχέσεις; Η πρόταση μου έγινε λίγο καιρό πριν από την 21η Απριλίου 1967. Και ξέρετε τι απάντησα; Πώς είναι δυνατόν να αφήσω τον γάμο και να πάω για πουρνάρια; Φυσικά, ο γάμος που με περίμενε ήταν η φυλακή. Δεν μπορείτε, όμως, να φανταστείτε πόσο με... ευχαρίστησε αυτή η επιλογή.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί είναι πολύ γενναιόδωροι με ό,τι εκτιμούν και αγαπούν, καθώς και πολλοί άλλοι λαοί. Πολλές φορές λέγαμε με τον Χατζιδάκι ποια θα ήταν η θέση μας αν τύχαινε να γεννηθούμε Αμερικανοί, μια που πότε ο ένας και πότε ο άλλος βιώναμε τη μιζέρια, τη στενοκεφαλιά και τα κόμπλεξ που μας συνόδευαν σε όλη μας τη ζωή. Όμως, απ' την άλλη μεριά, θα κάναμε ό,τι κάναμε αν δεν είμαστε Έλληνες; Ιδού το ερώτημα!

 

Όχι μόνο τη χολιγουντιανή μουσική αλλά ακόμα και την όπερα την κατέτασσα στα κατώτερα είδη μουσικής. Ήμουν βλέπετε εμποτισμένος ως το κόκαλο με τις αντιλήψεις του Ωδείου Αθηνών, σύμφωνα με τις οποίες οτιδήποτε ξεφεύγει από τους κανόνες του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν δεν ήταν μουσική τέχνη. Με το ζόρι παραδέχονταν τον Μπραμς και τον Βάγκνερ. Υπήρχε τότε μεγάλος φανατισμός ανάμεσα στα τρία ωδεία, των Αθηνών, το Εθνικό και το Ελληνικό. Έτσι, ενώ ξεκίνησα μελωδιστής, έγινα συμφωνιστής και μπορώ να πω ότι, χάρη στον κινηματογράφο, ξαναγύρισα δειλά-δειλά προς τη μελωδία και την απλότητα των μέσων που μας επιβάλλει.

 

Πολλές φορές λέγαμε με τον Χατζιδάκι ποια θα ήταν η θέση μας αν τύχαινε να γεννηθούμε Αμερικανοί, μια που πότε ο ένας και πότε ο άλλος βιώναμε τη μιζέρια, τη στενοκεφαλιά και τα κόμπλεξ που μας συνόδευαν σε όλη μας τη ζωή. Όμως, απ' την άλλη μεριά, θα κάναμε ό,τι κάναμε αν δεν είμαστε Έλληνες; Ιδού το ερώτημα!
Πολλές φορές λέγαμε με τον Χατζιδάκι ποια θα ήταν η θέση μας αν τύχαινε να γεννηθούμε Αμερικανοί, μια που πότε ο ένας και πότε ο άλλος βιώναμε τη μιζέρια, τη στενοκεφαλιά και τα κόμπλεξ που μας συνόδευαν σε όλη μας τη ζωή. Όμως, απ' την άλλη μεριά, θα κάναμε ό,τι κάναμε αν δεν είμαστε Έλληνες; Ιδού το ερώτημα!

 

Βλέπε, λόγου χάρη το τραγούδι μου, "Αγάπη μου" για τη "Φαίδρα". Ή, ακόμα πιο πριν, το "Μαργαρίτα Μαγιοπούλα" (1953) για την "Κάρμεν" του Καμπανέλλη, ένα ραδιοφωνικό σκετς. Επομένως, οι λόγοι δεν ήταν ιδεολογικοί αλλά καθαρά μουσικοί και αισθητικοί. Αν και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, που συνέθετα συμφωνικά έργα, τα είχα συνδέσει με τους Σοστακόβιτς και Προκόφιεφ, δηλαδή με τη σοβιετική τέχνη, κι έτσι πίστευα ότι η συμφωνική τέχνη είναι η τέχνη του δικού μας σοβιετικού μέλλοντος που θα χτίζαμε μετά την επικείμενη νίκη του Δημοκρατικού Στρατού!

 

Ασχέτως, όμως, των παραπάνω, θα πρέπει να πω ότι αγαπούσα ανέκαθεν τη χολιγουντιανή μουσική, από την εποχή ακόμα της δεκαετίας του '30, με τη Μάρθα Ένγκελς και τον Ζαν Κεπούρα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι εκεί όπου ζούσα, στην ελληνική επαρχία, η μουσική αυτή ήταν η μοναδική ορχηστρική μουσική που άκουγα και που με διαμόρφωσε ως συνθέτη σε μεγάλο βαθμό. Εδώ θα πρέπει να πω ότι στις γερμανικές ταινίες που βλέπαμε κατ' αποκλειστικότητα στην Κατοχή υπήρχε θαυμάσια μουσική, ακόμα και κλασική. Έτσι, το 1942 στην Τρίπολη πρωτοάκουσα το φινάλε της Ενάτης Συμφωνίας του Μπετόβεν που με συγκλόνισε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κάνω τη μεγάλη στροφή, επιλέγοντας ως μοναδικό στόχο στη ζωή μου τη μουσική».