Οι περισσότεροι σκηνοθέτες προτιμούν να ξεκινήσουν την καριέρα τους με αυτοαναφορικό ενθουσιασμό − πολύ πιθανό να μην έχουν άλλη καλλιτεχνική επιλογή από το να ντύσουν κυριολεκτικά ή αόριστα τις προσωπικές τους μνήμες με τη φιξιόν του γούστου τους.

 

Ο Αλφόνσο Κουαρόν εξαιρείται πανηγυρικά από τον κανόνα, καθώς στα 56 του χρόνια, δοκιμασμένος με καταξίωση και τιμές σε διαφορετικά είδη, γυρνά στο Μεξικό του '70, τη θερμή εποχή του Μουντιάλ που συνεπήρε τη χώρα του, για να θυμηθεί και να αναπαραστήσει μια εκλεκτική ανθολογία από περιστατικά και κυρίως ανθρώπους που χαράχτηκαν στην ψυχή του και τον διαμόρφωσαν.

 

Η δράση, που ρέει σε αργά, οριζόντια πλάνα, τοποθετείται στη γειτονιά Ρόμα της πρωτεύουσας, όπου τρία αγόρια κι ένα κορίτσι μεγαλώνουν με μια πολυάσχολη μητέρα και τον πατέρα τους στο άνετο σπιτικό τους.

 

Η δράση, που ρέει σε αργά, οριζόντια πλάνα, τοποθετείται στη γειτονιά Ρόμα της πρωτεύουσας, όπου τρία αγόρια κι ένα κορίτσι μεγαλώνουν με μια πολυάσχολη μητέρα και τον πατέρα τους στο άνετο σπιτικό τους.

 

Απρόσμενα, και παράδοξα για μια αυτοβιογραφική ταινία, με την απαραίτητη δραματοποίηση, ο Κουαρόν μετατοπίζει το επίκεντρο της αφήγησης από τα παιδιά στις υπηρέτριες που τα μεγαλώνουν, δύο ταπεινές και λιγομίλητες κοπέλες της φυλής Μιξτέκο, υπεύθυνες φιλότιμες, σχολαστικές αλλά και αυστηρές μέσα από βλέμμα που συνεχώς σχολιάζει, αγκυροβολώντας στα προβλήματα, τις έννοιες, τις μικρές και μεγάλες μάχες τους, στα τίμια, αυθεντικά πρόσωπα δύο μη επαγγελματιών που τις υποδύθηκαν με αυταπάρνηση.

 

Οι πλαστικές κινήσεις της κάμερας και το ακαταμάχητο γκρι ασημί αστικό σκηνικό που κινηματογράφησε ο ίδιος ο Κουαρόν, καθώς ο μοναδικός διευθυντής φωτογραφίας Εμάνουελ Λουμπέσκι ήταν δεσμευμένος σε άλλα πρότζεκτ και κανείς μη Μεξικανός τέτοιου εκτοπίσματος δεν θα μπορούσε να συλλάβει τη σήμανση των εικόνων και του διαλόγου, συνθέτουν έναν ψηφιακό παιάνα στον νεορεαλισμό, τη συνέχιση και την προέκταση της στενής μνήμης που θα επικεντρωνόταν λογικά σε ένα παιδί.

 

Το «Mexico City» του Κουαρόν είναι το ονειρώδες τοπίο ταξικών αντιθέσεων και νοσταλγικής τρυφερότητας, μια ποιητική επιστολή σε στιγμές και διαδρομές, στους δικούς του ανθρώπους και στους αναγκαίους παρείσακτους, που αποδίδονται με κινηματογραφική απόσταση, αλλά διατηρούν τη φυσική τους ένταση.

 

 

 Το τρέιλερ του «Roma»

 

Το «Roma» είναι μια υπέροχη ταινία που χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από το Netflix, κάτι που ακούγεται σαν κατάκτηση και ειρωνεία ταυτόχρονα. Ερωτηθείς για το αν η ταινία του θα παιχτεί σε αίθουσες, ο Μεξικανός δημιουργός του «Gravity» και του «Children of Men» απάντησε θετικά, αν βέβαια τηρηθούν οι τεχνικές προϋποθέσεις προβολής σε επιλεγμένα σινεμά που υποστηρίζουν 4Κ εικόνα και 7:1 ήχο.

 

Ο αμερικανικός κολοσσός του streaming έκανε κανονικό πάρτι με τις ταινίες που έφερε στο Φεστιβάλ Βενετίας, βγάζοντας τη γλώσσα στις Κάννες και τις αγκυλώσεις της με την πολιτική του theatrical release που συντηρεί, παραδίδοντας σε αυτό και στους θεατές του και τη νέα δημιουργία των αδελφών Κοέν, το «The Ballad of Buster Scruggs», μια ανθολογία κινηματογραφικών ιστοριών από την Άγρια (και τραγικωμική) Δύση αλλοτινών καιρών, πάντα στο πνεύμα της πονηρής υπονόμευσης της μυστηριώδους ανθρώπινης μοίρας, των δημιουργών τους.

 

Το «Sisters Brothers» ξάφνιασε πολύ ευχάριστα − είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της φετινής διαλογής από τον Αλμπέρτο Μπαρμπέρα.
Το «Sisters Brothers» ξάφνιασε πολύ ευχάριστα − είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της φετινής διαλογής από τον Αλμπέρτο Μπαρμπέρα.

 

Αν, όμως, μιλάμε για γουέστερν σε ένα φεστιβάλ που στην 75η επέτειό του δεν αγκάλιασε με θέρμη τα genres, το «Sisters Brothers» ήρθε από τα αριστερά και ξάφνιασε πολύ ευχάριστα − είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της φετινής διαλογής από τον Αλμπέρτο Μπαρμπέρα.

 

Σκηνοθετημένη από τον κάτοχο Χρυσού Φοίνικα για το «Ντιπάν», Ζακ Οντιάρ −στην πρώτη του αγγλόφωνη απόπειρα−, πρόκειται για μια διασκευή του πρόσφατου μυθιστορήματος του Καναδού Πάτρικ Ντεγουίτ, τη στοχαστική περιπέτεια των αδελφών Σίστερς που κυνηγάνε έναν κυνηγό χρυσού και μαζί... τον κυνηγό του, ο οποίος αποφάσισε, σε μια αναλαμπή λογικής και συμπόνιας, να πορευτεί μαζί του.

 

Βρίθει λεπτομερειών για την εποχή και έξυπνου διαλόγου, κρατώντας ατόφια την περιέργεια του σκηνοθέτη για το μέγεθος της μυθολογίας που χωράει σε μια βρόμικη, άτιμη μάχη για επιβίωση. Το καστ υπηρετεί με ευστοχία και φαντασία τις μεταστροφές των πρωταγωνιστών που προκύπτουν από τις αυξομειώσεις ρυθμού και απειλής της παρατεταμένης καταδίωξης: ο Χοακίν Φίνιξ είναι ο βίαιος αδελφός και ο Τζον Σ. Ράιλι ο προστάτης του, σε ρόλο ζωής, και τους πλαισιώνουν ο Τζέικ Τζίλενχαλ και ο Ριζ Αχμέντ − αποκάλυψη.

 

 

Το τρέιλερ του «Sisters Brothers»