Ήταν, μου λένε, να ολοκληρωθεί και να εκδοθεί ο «Νεκρός Νικ» καιρό τώρα, τους πρόλαβαν όμως οι εξελίξεις με την όξυνση του προσφυγικού μετά το '15, καθώς ο Γιώργος είχε –και εξακολουθεί να έχει‒ ενεργό εμπλοκή ως αλληλέγγυος.

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο τους, «Ο Αυλητής και Παππουλάνθρωπος – Θρύλοι και ξωτικά του Αιγαίου» (δύο μέρη, βραβευμένο από τη λίστα White Ravens της Νεανικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου), έτσι κι εδώ επιχειρούν μια μοντέρνα ματιά στη λαογραφία των τόπων τους, προσεγγίζοντας χιουμοριστικά μια σειρά σκοτεινές δοξασίες και ιστορίες-θρίλερ που λειτουργούσαν ως φόβητρα. Ιδού τι λένε οι ίδιοι για το εγχείρημά τους:


Γιώργος Τυρίκος-Εργάς

«Μπορεί ο τίτλος "Νεκρός Νικ" να ακούγεται κάπως, όμως τα παιδιά σήμερα είναι εξοικειωμένα με τη μακάβρια λογοτεχνία και κινηματογραφία. Στα παιχνίδια τους θα δεις πολλές φορές να γίνονται ζόμπι, ακέφαλοι, βρικόλακες, φαντάσματα, τέρατα κ.λπ. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για μια κανονική ιστορία τρόμου αλλά για ένα μυθιστόρημα με έντονο το σατιρικό στοιχείο, χιουμοριστικό, γλυκόπικρο, αλληγορικό και ταυτόχρονα πολιτικό.

 

Όλα τα πιτσιρίκια του χωριού (σ.σ. το Ρεπανίδι της Λήμνου, ένα υπαρκτό χωριό και πατρίδα του Κώστα!) μαζεύονται κάθε βράδυ στο νεκροταφείο. Ξυπνούν τότε και οι νεκροί που είναι θαμμένοι εκεί, οι παππούδες τους δηλαδή, βγαίνουν από τα μνήματα με την παιδική τους μορφή και σχηματίζουν μαζί με τα ζωντανά παιδιά μια μικροκοινωνία, με όλα τα καλά αλλά και τα προβλήματα που μπορεί να έχει μια μικροκοινωνία ή μια κοινότητα.

 

Μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν αναλογίες με την προσφυγική κρίση που ζήσαμε και τους αγώνες που κάναμε κάποιοι άνθρωποι εδώ στη Λέσβο και στα άλλα νησιά κόντρα στη μισαλλοδοξία, τη βαρβαρότητα και την υποκρισία

 

Υπάρχει, φυσικά, και ο κλασικός κακός, ο Κορβίνος, που θέλει ντε και καλά να γυρίσουμε "πίσω στις παραδόσεις μας", βεβαίως όπως αυτός τις εννοεί – ένας τύπος άκρως συντηρητικός, ψιλοφασιστάκος, ψιλονοσταλγός, κάπως έτσι τον έχουμε σκιαγραφήσει! Είναι επίσης ισχυρός, όντας απέθαντος, κι έχει φτιάξει τη δική του κλίκα, στην οποία συμμετέχουν ο πρόεδρος της κοινότητας, ο παπάς, ο δασάρχης, τα κεφάλια του τόπου κοντολογίς, που τον ακολουθούν γιατί έχουν μυριστεί δύναμη ‒ άλλωστε, τους έχει τάξει ήδη μεταφυσικά ανταλλάγματα.

 

Υπάρχουν, βέβαια, στο βιβλίο κι άλλοι χαρακτήρες, όπως οι ποντικορεμπέτες, τρεις μόρτηδες ποντικοί, η μάγισσα Μπερδεκεμπέρδε, ένας στρατός από σκιάχτρα, ένας τύπος που μεταστρέφεται απ' όσα βλέπει και μεταπηδά από τους κατέχοντες στους "αντάρτες" κ.ά.

 

 

 

Κάποια στιγμή, λοιπόν, τα νεκρά παιδιά συμμαχούν με τα ζωντανά, ώστε να ανατρέψουν τον Κορβίνο, που έχει μεγαλεπήβολα σχέδια και θέλει να βάλει χέρι και στο χωριό, δηλαδή στον κόσμο των ζωντανών. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μάχη ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, το κατεστημένο και τη νέα γενιά, τη γελοιοποίηση των αρχόντων και των πραγμάτων που τους κάνουν ανεπιθύμητους, για ένα παιχνίδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, τη ζωή και τον θάνατο επίσης.

 

Το όλο δράμα κορυφώνεται με μια ένοπλη, τρόπον τινά, αντιπαράθεση, δοσμένη με χιουμοριστικό τρόπο, έναν ξεσηκωμό όπου τα παιδιά ταμπουρώνονται στον λόφο της Πεπονιάς, χτίζοντας ενός είδους κάστρο για να αντιμετωπίσουν τις πάνοπλες, στοιχειωμένες ορδές του Κορβίνου!

 

Ναι, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχουν αναλογίες με την προσφυγική κρίση που ζήσαμε και τους αγώνες που κάναμε κάποιοι άνθρωποι εδώ στη Λέσβο και στα άλλα νησιά κόντρα στη μισαλλοδοξία, τη βαρβαρότητα και την υποκρισία, νομίζω όμως ότι κάθε αναγνώστης μπορεί να νοηματοδοτήσει αυτή την ιστορία όπως θέλει – σε κάθε περίπτωση, στο ίδιο συμπέρασμα βλέπω να καταλήγει!».


Κώστας Ζαφειρίου

«Ξεκίνησα να γράφω ένα προσχέδιο, τρόπον τινά, του βιβλίου αυτού σε ένα πιάνο μπαρ της Εμμανουήλ Μπενάκη το '13, ένα χαριτωμένο, ναΐφ κειμενάκι για μια παρέα παιδιών που παίζανε μπάλα στο νεκροταφείο του χωριού μου, που είναι το Ρεπανίδι της Λήμνου. Επρόκειτο για παιδιά που δεν ήταν ζωντανά, με αποτέλεσμα να τους φεύγουν αυτιά, μύτες, χέρια, πόδια κ.λπ.

 

Αυτό, λοιπόν, ήταν το εύρημα, που είχε στοιχεία από ταινίες του Τιμ Μπάρτον και την κινηματογραφική μυθολογία των ζόμπι.

 

Αρχικά, το ανέβασα στην προσωπική μου ιστοσελίδα στο Facebook ‒ είχε πολύ θερμή ανταπόκριση και έγινε viral. Το είδαμε μαζί με τον Γιώργο, με τον οποίο έχουμε ξανασυνεργαστεί σε εκδόσεις, και ξεκινήσαμε να επεξεργαζόμαστε και να διαμορφώνουμε τα κεφάλαια-επεισόδια της ιστορίας και τους χαρακτήρες της. Εξ αποστάσεως πάντα, ο ένας από τη Λήμνο, ο άλλος από τη Λέσβο!

 

Η δράση διαδραματίζεται, όπως είπαμε, στο κοιμητήριο του χωριού, έναν τόπο φοβερό και τρομερό στα μάτια μας όταν ήμασταν πιτσιρίκια, αλλά ταυτόχρονα ελκυστικό, χάρη στο μυστήριο που τον περιέβαλλε. Και είναι μια σύγκρουση γενεών αλλά και αντιλήψεων ανάμεσα στην γκρίζα απολυταρχία του κακού Κορβίνου, που απαιτεί "ησυχία, τάξη και ασφάλεια", και το ελεύθερο, συντροφικό, παιγνιώδες πνεύμα παιδιών.

 

Είναι κάτι σαν μαύρη κωμωδία που υμνεί τη ζωή, διασκεδάζοντας ταυτόχρονα τον φόβο του θανάτου, μάλιστα αρκετές ατάκες των πρωταγωνιστών προέρχονται από δημοφιλείς κωμωδίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου που λατρεύω. Υπάρχουν, βέβαια, πολλά άλλα ευφυολογήματα και κωμικά στοιχεία, οι μάγισσες με τα βότανα, οι "καταπελτέδες" που στην τελική "μάχη", αντί για πέτρες, πετάνε τοματίνια κ.ά.

 

 

 

Ναι, ο "Νεκρός Νικ" θα μπορούσε να γίνει θεατρικό, καρτούν, οτιδήποτε. Έχουμε διάφορα κατά νου, στο πλαίσιο, βέβαια, των δυνατοτήτων της ελληνικής αγοράς. Καταρχάς, το βασικό είναι να πάει καλά το βιβλίο, οπότε ίσως να υπάρξει και συνέχεια, δηλαδή να προκύψει μια σειρά βιβλίων πάνω στο ίδιο θέμα.

 

Πιθανόν, μάλιστα, να προκύψει κι ένα σάουντρακ, κάτι το οποίο δεν ξέρω πόσο ενθουσιάζει τον Γιώργο ως ιδέα, αλλά εμένα θα μου άρεσε πολύ, καθότι τυγχάνω και επαγγελματίας μουσικός. Εξάλλου, η μουσικότητα δεν είναι απούσα από την ιστορία μας, έχουμε ήρωες που λένε τραγουδάκια, καθ' οδόν προς τη μάχη τραγουδούν εμβατήρια κ.λπ. Δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει και επιτραπέζιο παιχνίδι (σ.σ. είναι φανατικός συλλέκτης τέτοιων παιχνιδιών), δεν θα ήταν όμως άσχημη ιδέα!».