ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΣΥΧΝΑ στα λεγόμενα «γυναικεία» μυθιστορήματα (συνήθως κακέκτυπα μυθιστορημάτων που μιλάνε μάλλον προσβλητικά για κακέκτυπα γυναικών) αλλά να που υπάρχει και «ανδρική» λογοτεχνία. Όχι με την έννοια φυσικά ότι απευθύνεται κυρίως σε κιτς ανδρικά στερεότυπα αλλά, αντιθέτως, που μιλάει με πολύ βαθύ τρόπο για κάτι που έχει πάψει να είναι της μοδός, αν θεωρείται καν ότι υπάρχει, πλέον: για την ανδρική ψυχή. Αυτό ακριβώς είναι η «Σεροτονίνη» του Μισέλ Ουελμπέκ (εκδ. Εστία), ένα βιβλίο για έναν άνδρα που πέφτει.

 

Για το ουελμπεκικό σύμπαν δεν είναι φυσικά καθόλου καινούργιο όλο αυτό. Σχεδόν όλο το έργο του απηχεί κατά βάση αυτή τη διάσταση: μονήρεις άνδρες μέσης ηλικίας, σχετικά επιτυχημένοι επαγγελματικά στην πρότερη ζωή τους αλλά πλέον σε πλήρες προσωπικό αδιέξοδο, ικανό μάλιστα να τους οδηγήσει έως τον αργό και βασανιστικό θάνατο. Αυτό συμβαίνει και στην «Υποταγή» αλλά και στον «Χάρτη και την Επικράτεια». Ο κεντρικός ήρωας παρακμάζει την ίδια ώρα δε που βιώνει βαθιά παρακμή και η ίδια του η χώρα, η Γαλλία, βυθισμένη στα δικά της αδιέξοδα, οικονομικά, πολιτικά, ιδεολογικά, ανθρωπολογικά.

 

Ο ηττημένος άνδρας –και κυρίως ο ντροπιασμένος άνδρας που έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα τους γύρω του, ερωμένες και φίλους του– σκάβει ένα λαγούμι πολλών μέτρων, χώνεται μέσα για πάντα και εξαφανίζεται από όλους και από όλα. Δεν μυξοκλαίγεται, δεν συνεχίζει να πληγώνει τους γύρω του με τις ανόητες ρητορείες του, και δεν κάνει τον τζάμπα μάγκα – διότι γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα φέρθηκε σαν χυδαίος και πρόστυχος μαλάκας.

 

Αλλά τι σημαίνει για τον Ουελμπέκ ένας άνδρας που πέφτει; Εκείνο είναι που με ενδιαφέρει εδώ περισσότερο να αναδείξω. Δεν πρόκειται ακριβώς για έναν loser ή έναν παραιτημένο από τη ζωή. Θα αφεθεί βέβαια τελικά να φθάσει ως τον θάνατο ή σε μια ζωή ανούσια και καταθλιπτική αλλά όχι επειδή έτσι είναι ο χαρακτήρας του και η κλίση του. Αυτός ο ουελμπεκικός άνδρας που πέφτει είναι πάντα ένας άνδρας που αναζητεί τη γυναίκα και την αγάπη της (στη Σεροτονίνη περισσότερο από ποτέ και πιο ανοικτά από ποτέ), που ψάχνει αγωνιωδώς τη συνάντηση με εκείνη αλλά που δεν μπορεί να τη βρει, παρότι την έχει συναντήσει και είχε σαφώς την ευκαιρία του να ευτυχήσει μαζί της.

 

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να τη βρει καθαρά από τα δικά του ψυχικά αδιέξοδα, θύμα του κακού ανδρικού του εγωισμού, μιας υπόστασης που τον κατατρέχει από τότε που ήταν άνθρωπος των σπηλαίων, μέχρι σήμερα στα χρόνια του ναρκισιστικού Instagram και του πλήθους αποτυχημένων ή ανούσιων γάμων. Έτσι ο πεσμένος αυτός άνδρας επιλέγει την απόσυρση ως ένα είδος αυτοτιμωρίας και αυτοταπείνωσης. Είδε την ευτυχία να περνά με τη μορφή μιας υπέροχης συντρόφου, και επειδή την κλώτσησε, ξέρει ότι πρέπει να πληρώσει το τίμημα, αν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, και κυρίως αν είναι άνδρας.

 

Ο ηττημένος άνδρας –και κυρίως ο ντροπιασμένος άνδρας που έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα τους γύρω του, ερωμένες και φίλους του– σκάβει ένα λαγούμι πολλών μέτρων, χώνεται μέσα για πάντα και εξαφανίζεται από όλους και από όλα. Δεν μυξοκλαίγεται, δεν συνεχίζει να πληγώνει τους γύρω του με τις ανόητες ρητορείες του, και δεν κάνει τον τζάμπα μάγκα – διότι γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα φέρθηκε σαν χυδαίος και πρόστυχος μαλάκας. Αν κάτι λοιπόν μπορεί να διασώσει από την ανδρική του υπόσταση μπορεί να είναι μόνο αυτό: να το βουλώσει και να αυτοταπεινωθεί.

 

Αλλιώς ο άνδρας που πέφτει γίνεται ένας άνδρας που ξεπέφτει. Δηλαδή στην ουσία ένας μη άνδρας, ένας κοινός ξεφτίλας που όχι μόνο απέτυχε σε όλα τα βασικά στη ζωή του (δηλαδή στις ανθρώπινες σχέσεις), αλλά δεν μπορεί να διαχειριστεί αξιοπρεπώς ούτε την παρακμή του, και αποδεικνύεται έτσι δυο φορές μαλάκας: την πρώτη διότι πλήγωσε ανθρώπους που δεν το άξιζαν με τίποτε αλλά και μια δεύτερη φορά διότι συνέχισε να αυτοεξευτελίζεται χάρη στο γελοίο ναρκισισμό του που βλέπει όλους τριγύρω του ως αντικείμενα προς χρήση, σε έναν κόσμο στα μέτρα του.

 

Είναι πολύ ξεκάθαρο αυτό που θέλω να πω: ο άνδρας που ξεπέφτει είναι ένας μη άνδρας που έχει υποτάξει την ντροπή και την τιμή του στην αδυναμία του. Είναι με άλλα λόγια ένας άνθρωπος που δεν ντρέπεται, που δεν νιώθει να θέλει η γη να τον καταπιεί αφότου εκείνοι που πλήγωσε είδαν σε πλήρες φως τον ξεπεσμό του και τη χυδαιότητά του. Είναι εκείνος που συνεχίζει να «εξηγεί» και να ρητορεύει δημοσίως και να αυτοβιογραφείται (λες και ενδιαφέρει κανέναν ο αξιοθρήνητος εαυτός του) με μια δήθεν μελαγχολική εσάνς στα λόγια του για να δείξει δήθεν την «ευαισθησία» του – αυτός ο αναίσθητος ξεδιάντροπος, ο χυδαίος υποκριτής που ποτέ δεν θα μπορέσει και κυρίως ούτε θα θελήσει να έρθει ειλικρινά ενώπιον του πραγματικού εαυτού του.

 

Και ακόμη χειρότερα θα συνεχίσει να υποκρίνεται και να εξαπατά τους γύρω του μέχρι να τους απαλλάξει κάποια στιγμή από τη μίζερη ύπαρξή του (αν και συνήθως όλο αυτό το υποκριτικό παιχνίδι του εξασφαλίζει την μακροζωία, διότι ως γνωστό, οι καλύτεροι φεύγουν πάντα νωρίτερα από κάτι τέτοια ανθρωπάρια).

 

Προσοχή όμως στον γορίλα, διότι οι μεταμφιέσεις του είναι διαρκείς και τα προσωπεία του πάμπολλα. Είτε ως καλόβολος και ανεκτικός άνθρωπος που ενίοτε το παίζει δε και θύμα της ζωής, είτε ως διανοούμενος ή άνθρωπος της τέχνης (για να εξαγνίσει τις αμαρτίες του), θα επινοήσει πολλούς εαυτούς για να πιει το αίμα όσων τον προσεγγίζουν, σαν άλλο βαμπίρ που τρέφεται από εκείνους που έκαναν κάποτε το λάθος να τον εμπιστευτούν.

 

Ο Ουελμπέκ μιλάει για έναν άνδρα που στο λάθος του παραμένει ένας άνδρας με τιμή και ντροπή, δηλαδή για έναν άνδρα προς εξαφάνιση όπως και η παλιά Γαλλία της παραγωγής και της προόδου. Αντιθέτως, ο άνδρας που επιβιώνει σήμερα (και ακούγεται να μιλάει περισσότερο και πιο ηχηρά) είναι ο ξεπεσμένος άνδρας, ο ξεφτίλας άνδρας, ο μη άνδρας. Όχι αυτός που έχει και θηλυκά χαρακτηριστικά (αυτό είναι το ζητούμενο, άλλωστε, θα ήταν προχώρημα) αλλά εκείνος που έχει χάσει όλα τα ανδρικά, παραμένοντας μόνο άνδρας στην όψη και στην αστυνομική του ταυτότητα, και σε τίποτε άλλο.

 

Οι παλιοί τον έλεγαν με μια λέξη πολύ περιγραφική και εύηχη («κουφαλίτσα»), εγώ θα περιοριζόμουν να πω ότι αξίζει μόνο την απόλυτη περιφρόνησή μας. Θα συγχωρούσα πάντως και όσους υποστήριζαν ότι όσον αφορά τους χαμερπείς, η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται ωραιότατα κρύο.