Τον φαντάζεσαι να στέκεται σε μια γωνιά κοιτάζοντας αφ' υψηλού όλες τις σωρηδόν κριτικές που δεν κατάλαβαν την πολύσημη υπόσταση της Υποταγής, που τον λοιδόρησαν για την υποτιθέμενη ισλαμοφοβία του, για τον μηδενισμό του. Δεν είδαν πως το βιβλίο αντιμάχεται ό,τι πιο δογματικό καθρεφτίζεται στις οφθαλμαπάτες της επίφασης και πως σιχαίνεται το εύκολο και το παραδεδομένο: τους δημοσιογράφους, τους κριτικούς, τα σούσι που καταναλώνουν διάφοροι από μόδα ή επειδή θέλουν να ρίξουν καμιά αγαπητικιά (δεν χρησιμοποιείται τυχαία, έτσι, το σούσι στο νέο βιβλίο του), τις ψευδαισθήσεις και τις ευκολίες τους «έτσι υπνωτισμένοι που είναι από την επιθυμία για χρήμα». Όλους αυτούς και όλα αυτά που μας έφεραν μέχρι εδώ.

 

Αν η Υποταγή είναι απόλυτη λογοτεχνική αλήθεια του, η Μορφολογία είναι το μοναδικό, τέλειο και αιώνιο μανιφέστο του, η ευσύνοπτη και ακριβής αλήθεια του.

 

Ενδεχομένως ο Μισέλ Ουελμπέκ να προείδε τις πολλαπλές αντιδράσεις που θα επέφερε το βιβλίο του, τις οποίες ενσωματώνει ως μία σειρά από διαπιστώσεις ενός αφελούς κόσμου που ρέπει προς την καταστροφή. Δεν χρησιμοποιεί τυχαία ως κεντρικό ήρωά του έναν φανατικό μελετητή του Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς, του κατεξοχήν εκπροσώπου της «παρακμιακής λογοτεχνίας», ενός εστέτ των γραμμάτων που κατέληξε από την άρνηση των πάντων στον Καθολικισμό. Χρησιμοποιώντας τις αλλοτινές σκέψεις του Ουισμάνς ως πυξίδα και απαρχή, ο Ουελμπέκ καταγίνεται με τη μεταφυσική, μεταλλάσσεται στη σκοτεινή Κασσάνδρα –την οποία και χρησιμοποιεί με τρόπο περίτεχνο στο βιβλίο του– ανάμεσα σε διάφορες διαπιστώσεις, κοιτώντας μας άλλοτε τρυφερά, άλλοτε πολύ στενά, άλλοτε από απόσταση, άλλοτε ήρεμα και άλλοτε μανιασμένα. Και μας στήνει μια αριστοτεχνική παγίδα, αφού τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και το νόημα κρύβεται πίσω από μία φαινομενικά καταστροφολογική ιστορία: το Ισλάμ και η κατίσχυσή του χρησιμοποιούνται εδώ με τρόπο αντεστραμμένο, ως αφορμή για να μιλήσει για πρώτη φορά ο συγγραφέας για την ίδια τη μεταφυσική. Ορθώς, επομένως, αποφάσισαν οι εκδόσεις της Εστίας να εκδώσουν το πιο υπαρξιακό μυθιστόρημά του, την Υποταγή (μτφρ. Λίνα Σιπητάνου), μαζί με την αντίστοιχα υπαρξιακή ποιητική συλλογή Μορφολογία της τελευταίας όχθης (μτφρ. Σπύρος Γιανναράς). Σάμπως οι πολλαπλές όψεις του Ουελμπέκ να αναπτύσσονται σαν μια παράλληλη μορφολογία στην ποίηση και στη μυθοπλασία. Και στις δύο αυτές εκφραστικές περιπτώσεις, ο Ουελμπέκ, αναζητώντας το Απόλυτο, αποκηρύσσει την ευκολία των πολιτικών συμπερασμάτων για το τι συνιστά έλλογο, διαφωτισμένο, κανονικό. Βδελύττεται μετά μανίας το μοντέλο του σύγχρονου δυτικού ανδρός ως επιφανειακό και επουσιώδες. Η ψεύτικη και πρόσκαιρη εξουσία, μοιάζει να λέει, είναι καμωμένη μονάχα από πλάνη. Γι' αυτό και εκεί όπου οι κάθε λογής κεντροαριστεροί, αναρχικοί και μαρξιστές προτάσσουν τον οικονομισμό και τον σκεπτικισμό, οι θρησκείες αντιπαραθέτουν τη βεβαιότητα και την πίστη. Το ψευδεπίγραφο οικοδόμημα που πιστεύαμε ότι εδράζεται στις αρχές του Διαφωτισμού απλώς αναζητούσε μονάχα το οικονομικό και σαρκικό συμφέρον και ως εκ τούτου μοιάζει σήμερα να συντρίβεται από τις βεβαιότητες των πιστών και των φανατικών («ο Διαφωτισμός έχει πεθάνει, αιωνία του η μνήμη» έλεγε με τρόπο προβοκατόρικο ο Ουελμπέκ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Paris Review»).


Γι' αυτό, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να εκλάβει την Υποταγή ως ένα τρομακτικά φουτουριστικό αφήγημα που μοιάζει να συμπορεύεται με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία σχεδόν προβλέπει με τρόπο ανατριχιαστικό. Η ιστορία αφορμάται από το γεγονός της ήττας των κεντρικών κομμάτων της Γαλλίας, δηλαδή του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της γαλλικής Δεξιάς, από τη Μαρίν Λεπέν στον πρώτο γύρο των εκλογών που διεξάγονται το 2022. Μοναδική τους λύση, λίγες μόλις μέρες πριν από τον δεύτερο γύρο, είναι να συμπαραταχθούν με το νεοσύστατο κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του ηγέτη του Μοχάμεντ Μπεν Αμπές. Ο υποτιθέμενα μετριοπαθής ηγέτης, ο οποίος μπορεί να κρύβει τις φανατικές ιδέες του πίσω από ένα καινούργιο κουστούμι και τα σαράντα του χρόνια πίσω από το πάχος και ένα απεχθές σαρκίο, καταφέρνει να αναδειχθεί σε πρώτο μουσουλμάνο ηγέτη ευρωπαϊκής χώρας – με ο,τι αυτό συνεπάγεται. Πολύ σύντομα η Γαλλία θα μετατραπεί στο κέντρο εξάπλωσης του μουσουλμανισμού (ακόμα και το όνομα «Μουσουλμανική Αδελφότητα» προσιδιάζει σε αυτό των αδελφών μουσουλμάνων, τη γνωστή τρομοκρατική οργάνωση που είναι υπεύθυνη για μια σειρά από χτυπήματα και που χρηματοδοτείται –κάτι που καθιστά σαφές το βιβλίο– από τη Σαουδική Αραβία με ποτισμένα στο αίμα πετροδόλαρα). Αναγκαστικά, πολλοί Γάλλοι, ύστερα από την ανάληψη της εξουσίας από τους εκφραστές του Ισλάμ, εγκαταλείπουν το Παρίσι, όπως και η φιλενάδα του συγγραφέα, καθηγητή και πρωταγωνιστή η οποία αναζητά καταφύγιο στο στρατοκρατούμενο Ισραήλ. Παραδόξως, το μουσουλμανικό ηγετικό κόμμα καταφέρνει να κερδίσει έδαφος στις συνειδήσεις των πολιτών έναντι των αντιπάλων του, καθώς μειώνει την ανεργία στέλνοντας τις γυναίκες αναγκαστικά στο σπίτι, ενώ η εγκληματικότητα σχεδόν εξαλείφεται. Κι αν όλα αυτά στο βιβλίο του μιλούν για έναν σκοταδισμό που πλασάρεται ως οικονομική ευμάρεια –όχι η πρώτη φορά, άλλωστε, στην ιστορία της Δύσης–, ο Ουελμπέκ ζει στην πραγματική ζωή το δικό του δράμα. Εννοείται ότι με το που εκδίδεται η Υποταγή οι Αριστεροί για μια ακόμα φορά του επιτίθενται αποκαλώντας τον «Λεπέν του ντε Μαγκό», οι ανθρωπιστές τον μισούν και όλοι μαζί αποκηρύσσουν τη φερόμενη ισλαμοφοβία του. Η πραγματικότητα θα τον επαληθεύσει με τον τραγικότερο τρόπο, όχι μόνο στα πρόσφατα χτυπήματα: μία μόλις μέρα μετά την έκδοση του βιβλίου του θα χάσει τον αγαπημένο, κολλητό του φίλο Μπερνάρ Μαρίς στα γραφεία του «Charlie Hebdo», το οποίο έχει αφιερώσει στον Ουελμπέκ, ακριβώς λίγο πριν από το χτύπημα, το εξώφυλλό του: «Το 2015 θα χάσω τα δόντια μου και το 2022 θα αρχίσω το Ραμαζάνι» είναι ο ειρωνικός τίτλος του «Charlie» σε ένα σκίτσο που παρομοιάζει προφητικά τον συγγραφέα με μάγο. Μετά το δραματικό περιστατικό, ο Ουελμπέκ, χάνοντας πολλά λεφτά, θα ακυρώσει την περιοδεία του. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, τα χρήματα δεν ήταν η προτεραιότητα του λεγόμενου «κυνικού» συγγραφέα.

 

Απόδειξη ο κεντρικός του ήρωας, ο Φρανσουά, ο οποίος περιπλανιέται άσκοπα στο κλυδωνιζόμενο από την πολιτική κατάσταση Παρίσι και έχοντας «τη διαίσθηση μιας επικείμενης καταστροφής», αποφασίζει να προσφύγει στο Μαρτέλ – όχι τυχαίο μέρος, αφού εδώ μαθαίνουμε πως ο Κάρολος Μαρτέλος κατατρόπωσε τους Άραβες το 732, καταφέρνοντας να αναχαιτίσει τη μουσουλμανική επέμβαση στον Βορρά. Εκεί περιπλανώμενος και συζητώντας με ένα φιλικό ζευγάρι, τον Αλέν Τανέρ και τη Μαρί Φρανσουάζ, παρατηρεί από απόσταση τα τεκταινόμενα και προσβλέπει σε μεταφυσικές αποκαλύψεις – του θείου, της ποίησης και της ομορφιάς. Αποδεικνύεται σταδιακά μια ύπαρξη που μας οδηγεί βαθιά πίσω στον χρόνο, συμπαρασύροντας σχήματα από τον Μεσαίωνα και αναγγέλλοντας τις πιο ακραίες μορφές του εστετισμού. Δεν αφήνει τις ιδέες να περάσουν έτσι, παρά τις εντοπίζει στο χρονικό της εξέλιξής τους μέσα από τις μεγάλες μορφές της πίστης, της μορφής και του απόλυτου που υπνώττουν μέσα στον δυτικό πολιτισμό. Και ίσως η περιπλάνηση που κάνει στη μεσαιωνική πόλη, ανακαλύπτοντας τις απόλυτες αλήθειες της ομορφιάς και της θρησκείας, να είναι αντίστοιχη με αυτήν του εστέτ ήρωα του Ουισμάνς στο A Rebours (ή Ενάντια στη Φύση, όπως έχει αποδοθεί), ο οποίος προσφεύγει σε καθολικές διαπιστώσεις, δοκιμάζοντας περίτεχνες γεύσεις και πίνοντας κρασιά. Μακριά από την ευκολία και τη σκληρότητα του Παρισιού, ο Φρανσουά γίνεται ένας άλλος και στη διάρκεια της λάμψης της στιγμής, μπροστά στο μαύρο άγαλμα της Παναγιάς, διαγράφει τη μεγάλη σπασμένη γραμμή που πηγαίνει από τη στιγμή της Αποκάλυψης ως τα λόγια του Νίτσε: «Ήταν ένα αλλόκοτο γλυπτό, μάρτυρας του σύμπαντος που είχε εξαφανιστεί ολοσχερώς». Αυτό τον κόσμο προσπαθεί να αναπαραστήσει ο Ουελμπέκ, έχοντας στο μυαλό του τους μεγάλους καλλιτέχνες αλλά και τον αγαπημένο του Λάβκραφτ: «Ο Μεσαίωνας του Ουισμάνς ήταν εκείνος της γοτθικής περιόδου, της όψιμης γοτθικής περιόδου μάλιστα: παθητικός, ρεαλιστικός και ηθικός, ήταν ήδη πιο κοντά στην Αναγέννηση παρά στη ρωμαϊκή περίοδο (...). Στις αρχές του Μεσαίωνα, μου είχε εξηγήσει, το ζήτημα της ατομικής κρίσης σχεδόν δεν ετίθετο: πολύ αργότερα, με τον Ιερώνυμο Μπος για παράδειγμα, εμφανίστηκαν αυτές οι τρομακτικές αναπαραστάσεις όπου ο Χριστός διαχωρίζει την ορδή των εκλεκτών από τη λεγεώνα των καταραμένων, όπου οι διάβολοι σέρνουν τους μη μετανοημένους αμαρτωλούς προς τα μαρτύρια της κολάσεως». Παρά τα κάποια προβλήματα που εμφανίζει σε ορισμένα σημεία η μετάφραση της Σιπητάνου, η ασπαίρουσα γλώσσα του Ουελμπέκ είναι εκεί, όπως είναι και οι εσωτερικές σκέψεις, οι τρομακτικές εναλλαγές του πεζού με το ποιητικό.


Αν ο ήρωας του Ουελμπέκ ήταν επομένως σαν όλους τους συγκαιρινούς του, θα ήταν όλος μια κενή μονοτονία, βαρετή μελαγχολία, ένα εγκαταλελειμμένο ζώο στα παιχνίδια της πολιτικής και της ακαδημίας. Θα γινόταν όπως οι γείτονές του, θα ευχαριστιόταν μονάχα μέσα στην καταγέλαστη ακηδία που δεν έχει τίποτα από το spleen του αγαπημένου του Ουελμπέκ, Μποντλέρ, από τη δεσποτική αγωνία που σκεπάζει σαν μαύρο πέπλο τις εύκολες σκέψεις. Με τις μεταφυσικές διαπιστώσεις επικοινωνεί άμεσα και η ποίησή του στη Μορφολογία της τελευταίας όχθης, ταυτόχρονα ουσιώδης και απέριττη, ειρωνική και μελαγχολική, απλή, τόσο συντριπτικά απλή, ειδικά όταν προσφεύγει στις πιο οδυνηρές διαπιστώσεις (πιστή σε αυτό ακριβώς το ύφος και η απόδοση του Γιανναρά). Ό,τι πιο αδιάντροπο και αχόρταγο υπάρχει στον Ουελμπέκ είναι απλώς η απόγνωση που επιφέρει η διάψευση της απόλυτης πίστης και της σάρκας. Το γεγονός ότι αυτά δικαιώνονται αποσπασματικά δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ρομαντισμό του, τη διεκδίκηση του ουσιαστικού και του απόλυτου. Σε αντίθεση με τους εύκαιρους καταναλωτές της ευτυχίας τους οποίους απεχθάνεται, ο Ουελμπέκ μιλάει ανοιχτά: όταν δεν βρίσκεις την αλήθεια της πίστης, αναζητάς την αλήθεια του σώματος ως μοναδικό όπλο για να καταλαγιάσεις την υπαρξιακή αγωνία. Έστω και αν το σώμα περιστέλλεται σε οτιδήποτε αμεσότερο υπάρχει στο σύμπαν, σε μια πεολειχία από ένα όμορφο κορίτσι: «Όταν δεν μπορούμε να καυλώσουμε, τα πάντα χάνουν / σιγά-σιγά τη σημασία τους / Γίνονται σιγά-σιγά προαιρετικά / Απομένει ένα εξωραϊσμένο κενό / μολυσμένο από πόνους και πληγές / που θλίβουν το σώμα / Ο κόσμος γίνεται άξαφνα πιο πραγματικός». Ουσιαστικά, ο Ουελμπέκ με την ποίησή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να απομιμείται, να αναζητά ό,τι πιο απόμακρο υπάρχει στο φαινόμενο. Το απόλυτο. Αυτό που επομένως φαντάζει αναγκαίος και αναπόδραστος εγωισμός του δεν είναι παρά μια απτή παρένθεση στο αιώνιο. Εκεί όπου οι άλλοι μιλούν για την παροδική στιγμή της προφανούς ιδέας, ο Ουελμπέκ σχηματοποιεί μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία.

 

Επομένως, αν η Υποταγή είναι απόλυτη λογοτεχνική αλήθεια του, η Μορφολογία είναι το μοναδικό, τέλειο και αιώνιο μανιφέστο του, η ευσύνοπτη και ακριβής αλήθεια του. «Μέσα στην ξάστερη νύχτα που υπνώνει,/ Στα όρια της ύλης / Εγκαθιδρύεται ένας είδος προσευχής: το δεύτερο μυστικό εκεί φανερώνει». Γιατί «Κάτω από τον "ενιαίας" αξίας ουρανό / Σε απόλυτη ίση απόσταση από τη νύχτα / Τα πάντα ακινητούν». Νυν και αεί.