ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΑ ΚΛΑΣΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ
που συμπτύχθηκαν σε ταινίες, ενώ χρειάζονταν ώρες αφήγησης, που μια τηλεοπτική σειρά διαθέτει, για να ξεδιπλωθεί ο περίγυρος και να μη στριμώχνονται οι χαρακτήρες» λέει ο Βρετανός δημιουργός, αναφερόμενος στην περίπτωση της παταγώδους αστοχίας που συνιστά ο Μάγος, και μάλιστα σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα Τζων Φώουλς. Αν και εκδόθηκε μετά τον Συλλέκτη και το Aristos, το Magus ήταν η πρώτη απόπειρα στα γράμματα από τον Βρετανό, και μάλιστα βασισμένη στα χρόνια της παραμονής του στις Σπέτσες, όταν δίδασκε στην Αναργύρειο Σχολή.

 

Ο ήρωας, Νικόλας Ερφ, το alter ego του, βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάθλιψης και της αυτοκτονίας, όταν μια σειρά από συναντήσεις στο σπίτι ενός πάμπλουτου Έλληνα με σκοτεινό παρελθόν, του Μορίς Κόγχις, αλλάζουν για πάντα τη ζωή του. Ο Φώουλς έγραψε ένα μυστηριώδες θρίλερ για την επιθυμία και την ταυτότητα με δραματουργικό δέλεαρ τον μυστικισμό, προκαλώντας το ενδιαφέρον ενός νεανικού αναγνωστικού κοινού, και ποιος ξέρει τι ακριβώς κράτησε και τι πέταξε στο προσαρμοσμένο σενάριό του, πριν η 20th Century Fox το παραλάβει και αναθέσει τη σκηνοθεσία του στον τακτικά διεκπεραιωτικό Γκάι Γκριν.

 

Ο βραβευμένος με Όσκαρ διευθυντής των Μεγάλων Προσδοκιών είχε στη διάθεσή του ένα ελκυστικό καστ, με πρωταγωνιστές τον καυτό από το Άλφι Μάικλ Κέιν και τον απολαυστικά επιρρεπή στην υπερβολή και στους larger than life Έλληνες Άντονι Κουίν, και δίπλα τους τις μασκοφόρες ιέρειες των godgames του Κόγχις, την Κάντις Μπέργκεν και την Άνα Καρίνα, και κατάφερε να απογοητεύσει τους πάντες. Ο Κέιν δεν θέλει καν να συζητάει το φιλμ και ο Κουίν δήλωσε πως είναι μία από τις χειρότερες εμπειρίες της ζωής του, γιατί δεν κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο.

 

Όταν συνάντησα την Μπέργκεν πριν από μερικά χρόνια, της θύμισα πως είχε πρωταγωνιστήσει σε δύο ελληνοκεντρικές ταινίες. Με δυσκολία ανακάλεσε το Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά του Μιχάλη Κακογιάννη και τον Μάγο, επισημαίνοντάς μου πως ναι μεν η Φράξος της ταινίας βαφτίστηκε έτσι αντί των Σπετσών, αλλά η ταινία είχε γυριστεί στη Μαγιόρκα. «Λοιπόν, το κοινό χαρακτηριστικό και των δύο ταινιών είναι πως ήταν φριχτές!» ομολόγησε η Αμερικανίδα, η οποία δεν έβρισκε ίχνος χαρακτήρα για να συνθέσει ερμηνεία. Ο Μέντες, γοητευμένος από το μυθιστόρημα στην εφηβεία του, θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την καλλιτεχνική παρεξήγηση και, απ' ό,τι δείχνουν τα πράγματα, θα αναλάβει την παραγωγή και θα εμπιστευτεί τη σκηνοθεσία στον Γιόχαν Ρενκ του τηλεοπτικού θριάμβου του «Τσερνόμπιλ».

 

Το επίτευγμα του Λούκα Γκουαντανίνο στη διασκευή του Να με φωνάζεις με το όνομά σου του Αντρέ Ασιμάν δεν αφορά μόνο το σαρκικό ρίγος αλλά και τη γεμάτη νόημα φάση της αδιαφορίας που δείχνει ο Αμερικανός Όλιβερ στον νεότερό του Έλιο, το πρελούδιο της αμφιβολίας που εθίζει και μπερδεύει, έτσι ώστε η σωματική έλξη να πείθει απόλυτα, γιατί συνοδεύεται με την αγωνία της απόρριψης και της επιβεβαίωσης.


Το ανεξάντλητο θέμα του Δυτικού που αποβάλλει ποικιλότροπα τις αναστολές του στην ακαταμάχητα φορτισμένη παλιά Ευρώπη και στην εξωτική Ανατολή έχει προκαλέσει σκηνοθέτες, οι οποίοι προβάλλουν τις διαθέσεις τους στον καμβά των βιβλίων που διασκευάζουν. Μπορεί ο Πολ Μπόουλς να απέφυγε διπλωματικά, και κάπως αινιγματικά, να σχολιάσει την προσέγγιση του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι στο Τσάι στη Σαχάρα, ωστόσο η περιπλάνηση του Ιταλού στην έρημο, με τους κομψά απελπισμένους ήρωες Πορτ και Κιτ, το ζευγάρι των Νεοϋορκέζων Μάλκοβιτς-Γουίνγκερ, παρέα με τον φίλο τους (Κάμπελ Σκοτ), είναι μια γοητευτική ωδή στα όρια του υπαρξιακού ταξιδιού και της παρατεταμένης συνειδητοποίησης της απώλειας της ταυτότητας. Η ρητορική ερώτηση του ίδιου του Μπόουλς στο φινάλε του φιλμ μοιάζει με χαμηλόφωνη Δευτέρα Παρουσία.


Εκτός από την ειδυλλιακή ανασύσταση της θερινής ραστώνης της Ιταλίας των '80s και την αφύπνιση της ερωτικής επιθυμίας, το επίτευγμα του Λούκα Γκουαντανίνο στη διασκευή του Να με φωνάζεις με το όνομά σου του Αντρέ Ασιμάν δεν αφορά μόνο το σαρκικό ρίγος αλλά και τη γεμάτη νόημα φάση της αδιαφορίας που δείχνει ο Αμερικανός Όλιβερ στον νεότερό του Έλιο, το πρελούδιο της αμφιβολίας που εθίζει και μπερδεύει, έτσι ώστε η σωματική έλξη να πείθει απόλυτα, γιατί συνοδεύεται με την αγωνία της απόρριψης και της επιβεβαίωσης – να ένα έξοχο παράδειγμα υποκατάστασης της λογοτεχνικής περιγραφής με σωστό σενάριο (Όσκαρ στον Τζέιμς Άιβορι) και καθαρή σκηνοθεσία.


Η αυτοβιογραφική (παρότι δεν το παραδέχτηκε όσο ζούσε) νουβέλα του νομπελίστα Γερμανού συγγραφέα Τόμας Μαν Θάνατος στη Βενετία μετατρέπεται σε μια εξαίσια κινηματογραφική όπερα από τον Λουκίνο Βισκόντι, ο οποίος είχε την ιδιοφυή ιδέα να αλλάξει τον πρωταγωνιστή Γκούσταβ φον Άσεμπαχ από συγγραφέα σε συνθέτη, προσθέτοντας έτσι τη μεγαλειώδη μουσική του Γκούσταβ Μάλερ στον επιθανάτιο ρόγχο της επιθυμίας του για έναν 14χρονο Πολωνό με αγγελικό πρόσωπο, τον ανύποπτο, φυσικά φιλήδονο Τάτζιο – ο Μπγιορν Αντρέσεν, ο οποίος κράτησε τις προσωπικές αποστάσεις του από το θέμα της παιδεραστίας, όπως παραδέχτηκε σε συνέντευξή του χρόνια αργότερα. Ενώ η Βενετία βυθίζεται σε μια επιδημία πανώλης, ο Άσεμπαχ ξανανιώνει προσωρινά όταν βλέπει τον νεαρό να παχνιδίζει στις βόλτες της καλής κοινωνίας στο εμβληματικό ξενοδοχείο Des Bains στο παρακείμενο θέρετρο του Λίντο, αλλά η καρδιά του τον προδίδει θεαματικά σε μια αξέχαστη σκηνή, εκεί που ξεγελά τον χαμένο χρόνο στην αθόρυβη έξοδό του με μαύρα μαλλιά, λευκό πρόσωπο και τονισμένο χρώμα στα χείλη. Το διονυσιακό με το απολλώνειο σε μια αέναη πάλη με επίκεντρο τη δημιουργία, ως ελιξίριο νεότητας και πηγή απέραντης μοναξιάς.


Η Οδύσσεια του Ομήρου και ο Κόμης Μοντεχρίστος του Αλέξανδρου Δουμά πατέρα παραμένουν δύο τυπικές περιπτώσεις κλασικών ιστοριών με μεγάλα και πολλά θέματα στον πυρήνα τους, που πασχίζουν να μεταφερθούν σωστά, γιατί απλώς δεν χωρούν σε περιγραφική αφήγηση, φαντάζοντας συνήθως σαν παραφορτωμένες σχολικές παραστάσεις για το σινεμά της μάζας. Ειδικά το έπος του Οδυσσέα λειτουργεί καλύτερα στις αλληγορίες του, από τους αδελφούς Κοέν ως τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, παρά στις κυριολεκτικές αναπαραστάσεις, από την εκδοχή του βωβού το 1911 ως το κιτς κατασκεύασμα της Τσινετσιτά στα '50s και, φυσικά, την οριακά αποδεκτή, και βραβευμένη με Emmy, τηλεοπτική σειρά με τον Αρμάντ Ασάντε, την Γκρέτα Σκάκι και την Ειρήνη Παππά (τα χτενίσματα και οι προφορές πάντα χαλάνε τη μαγιά στην εκμοντερνισμένη αρχαιότητα).


Από την άλλη, η πτώση και η ανάσταση του κατάφωρα αδικημένου, τίμιου ναυτικού και στοργικού πατέρα Εντμόν Νταντές ενσαρκώθηκε από τον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν και σχετικά πρόσφατα από τον Τζιμ Καβίζελ στην επιτυχία του 2002, με αιχμή του δόρατος την αίσθηση της παλιομοδίτικης περιπέτειας, αν και το concept της δικαιολογημένης εκδίκησης δοξάστηκε εύστοχα από τον τιμωρό στο V for Vendetta του Τζέιμς Μακτίγκ και των Γουατσόφσκι.

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.