Αρκεί να διαβάσει κανείς την Αντιγόνη για να δει να υψώνονται, στην καρδιά του αρχαίου δράματος, όχι μόνο η ορμή του έρωτα αλλά και δυνάμεις αλλόκοτες, λέξεις ταυτόχρονα φωτεινές και σκοτεινές, μια ολόκληρη σκόνη, όπως την περιγράφει χαρακτηριστικά ο Σοφοκλής, που σηκώνεται σαν ανεμοστρόβιλος και συμπαρασύρει τους ανθρώπους από τη γη στον ουρανό. Μια ανεμοθύελλα που σπάνια θα πρόσεχε κάποιος μελετητής – εκτός από την Αν Κάρσον, η οποία χρόνια τώρα επιλέγει μέσα από λεπτομέρειες, σπαράγματα, ελάχιστα σημειώματα και σιβυλλικά νοήματα ό,τι έμενε στο περιθώριο της αρχαϊκής πρώτα και κατόπιν της αρχαίας τραγικής ποίησης και απέκτησε ρόλο συμπαντικό.

 

Έτσι, είναι από τις πρώτες που διείδε, μέσα από τα πανέμορφα σπαράγματα της Σαπφώς, την απεριόριστη δύναμη της μεταφοράς και του έρωτα, όπως αντίστοιχα διέκρινε, για παράδειγμα, μέσα από τον μύθο για τα τζιτζίκια του Πλάτωνα ένα σχόλιο πάνω στην απεραντοσύνη του χρόνου. Άκουσε τις λέξεις να σπάνε –το ηχόχρωμα, τις συνηχήσεις τους– στους στίχους του Αρχίλογου και έκανε τον ήχο τους να ακουστεί μέχρι τα αλατωρυχεία του Σάλτσμπουργκ (ο Σταντάλ, μας λέει, αποκαλούσε τον έρωτα «κρυστάλλωση»).

 

Μικρές αδαμάντινες (απο)κρυσταλλώσεις που έκαναν, μέσα από τη δυνατή, αν και άκρως επαμφοτερίζουσα μεταφορά του έρωτα, κάποιον να απογειώνεται και ταυτόχρονα να νιώθει τα μέλη του να κόβονται (λυσιμελής πόθος) στο ποίημα του Αρχίλοχου ή να τον διαπερνούν τα βέλη της Κύπριδος, «που τα βυθίζει και τα σκληραίνει στο μέλι» σε ένα γνωστό ποίημα του Ανακρέοντα. Άλλωστε, για την κορυφαία ποιήτρια και φιλόλογο Αν Κάρσον τα πάντα εξηγούνται και κινούνται από τη δυναμική του έρωτα, που είναι γλυκόπικρη, άκρως αντιφατική και παράδοξη.

 

Άλλωστε, για την κορυφαία ποιήτρια και φιλόλογο Αν Κάρσον τα πάντα εξηγούνται και κινούνται από τη δυναμική του έρωτα, που είναι γλυκόπικρη, άκρως αντιφατική και παράδοξη.


Αυτή η ατελείωτη παραδοξότητα που παραμένει γοητευτικά άλυτη ανά τους αιώνες, κάνοντας τις μεταφορές να αποκτούν σάρκα και οστά, μετέτρεψε την Αν Κάρσον σε ουσιαστικό ρέκτη της λυρικής τέχνης: ποιήτρια η ίδια, μελετήτρια και πανεπιστημιακός, έφτιαξε ένα σύμπαν αποκωδικοποίησης το οποίο χώρεσε από την αρχαϊκή ποίηση μέχρι τις σύγχρονες γυναικείες φωνές της λογοτεχνίας (Βιρτζίνια Γουλφ, Γερτρούδη Στάιν), μυθοπλαστικά τέρατα όπως ο Γηρυόνης, οριακές μορφές έκφρασης, σύγχρονα κελεύσματα, ακόμα και μάταιες κοσμικότητες – ποια θέση στους μύθους της ομορφιάς μπορεί να κατέχει, φέρ' ειπειν, η Μπριζίτ Μπαρντό; Ο λόγος της επομένως δεν έχει όρια, παίζοντας ιδανικά με την ποίηση, το δοκίμιο, ακόμα και με το λιμπρέτο, λειτουργώντας σαν ένα ολοζώντανο, ρέον σύμπαν, γεμάτο λεπτή ειρωνεία και ομορφιά.


Στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε χάρη στην πρωτοβουλία του ποιητή Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος όχι μόνο μας τη σύστησε μέσα από αφιέρωμα της «Ποιητικής» το 2010 αλλά την είχε προσκαλέσει και στο Κολέγιο Αθηνών με την παράσταση-περφόρμανς Αntigonick. Ο Βλαβιανός, επίσης, μετέφρασε και την πρώτη της ποιητική συλλογή Λίγα Λόγια (Πατάκης, 2013), όπου με τον τρόπο της παλατινής ανθολογίας, τον ελλειπτικό λόγο των ποιητών του αρχαϊκού δράματος και την ειρωνεία του Έλιοτ η Αν Κάρσον αποκαλύπτει τον βιταλιστικό της κόσμο γεμάτο από εμπειρίες, αλληλοαναιρέσεις και γοητευτικούς ακκισμούς που έχουν τη δύναμη της εξερεύνησης, γιατί έχει σημασία, όπως λέει η ίδια, να «μαθαίνεις τη ζωή» και να προχωράς, ακόμα και αν βλέπεις «με απέραντη θλίψη τις μικρές λαμπερές επιφάνειες του τοπίου να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια σου», με τον ίδιο τρόπο που ο εραστής βλέπει να του γλιστράει ή μάλλον, καλύτερα, να λιώνει ο έρωτάς του «σαν ένα κομμάτι πάγος μέσα στα ζεστά χέρια που τον κρατάνε», σύμφωνα με την ακριβή διατύπωση του Σοφοκλή.


Τουλάχιστον αυτήν τη μεταφορά επαναφέρει διαρκώς η ίδια η Κάρσον στο εμβληματικό της δοκίμιο για το «ερωτικό παράδοξο στην κλασική παράδοση» με τον τίτλο Έρως ο Γλυκόπικρος (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Ανδρονίκης Μελετλίδου από τις εκδόσεις Δώμα), όπου η εικονοποιητική δύναμη της ποίησης αναδεικνύεται σε κάθε κεφάλαιο: οι στίχοι αποθεώνουν κάθε έκφανση αισθαντικότητας –το μεγαλύτερο στοίχημα της ποίησης για την Κάρσον–, απογειώνονται ή τσουρουφλίζονται σαν το απόσπασμα 31 της Σαπφώς, όπου «η γλώσσα είναι ανήμπορη / λεπτή φωτιά ξεσπάει κάτω από το δέρμα / κι είναι τα μάτια μου αδειανά / βουίζουνε τα αυτιά μου», με τον έρωτα να ανακινεί, μέσω της δύναμης της επιθυμίας, ολόκληρους κόσμους παρομοιώσεων και μεταφοράς.

 

«Μέσα από τη συνειδητοποίηση της επιθυμίας για τον άλλον ο εραστής-ποιητής ή εράστρια/ποιήτρια συνειδητοποιεί έτσι για πρώτη φορά στην αρχαϊκή ποίηση τη σύνδεση αλλά και την απόσταση που τον/την χωρίζει από το ερώμενο αντικείμενο και από ολόκληρο τον κόσμο. Όπως στους Έλληνες ποιητές, η οδύνη εμφανίζεται σ' εκείνο ακριβώς το όριο όπου ο εαυτός αλλοιώνεται και το γλυκό ρέπει ανησυχητικά προς το πικρό» γράφει εμφατικά για την παραδοξότητα του έρωτα η Κάρσον, για να συνεχίσει: «Η αμφιρρέπεια του έρωτα προκύπτει άμεσα από τη δύναμη που έχει να "ανακατεύει" τον εαυτό. Ο ερωτευμένος παραδέχεται με απόγνωση ότι αισθάνεται και καλά και άσχημα που ανακατεύεται, αλλά κατόπιν επιστρέφει στο ερώτημα "Αφού έχω ανακατευτεί μ' αυτόν τον τρόπο, ποιος είμαι τελικά;".

 

Με άλλα λόγια, η επιθυμία αλλάζει τον ερωτευμένο. "Ξεκινώντας από τα όρια της σάρκας, ο Αρχίλοχος κατανοεί τον νόμο που διαφοροποιεί τον εαυτό από τον μη εαυτό, γιατί ο Έρωτας τον χτυπά ακριβώς στο σημείο όπου εδράζεται αυτή η διαφορά". Τελικά, η δράση του έρωτα προϋποθέτει μια δύναμη, ένα βιταλιστικό ρεύμα ανανέωσης και αλλαγής που συμπαρασύρει ολόκληρο το σύμπαν της ποίησης, δίνει πνοή στους στίχους της Σαπφώς και στα σταρένια τοπία του Βαγκ Γκογκ ή κάνει τον κόσμο να είναι κόκκινος ή μπλε, ταυτόχρονα μαύρος και άσπρος».

 

Χωρίς αυτήν τη δύναμη που σε κάνει να ξυπνάς, να τρομάζεις ή να ταράζεσαι –να τι μπορεί να κάνει ένας ποιητής ή ένας ζωγράφος!– δεν παράγεται ποίηση. «Ο Ρέμπραντ σε ξυπνάει τη στιγμή ακριβώς που βλέπεις την ύλη να βγαίνει παραπατώντας απ' τις μορφές της» γράφει στα Λίγα Λόγια η Κάρσον κι αυτό θαρρώ πως είναι το δικό της στοίχημα: να κάνει τις λέξεις να αποκτήσουν τα φτερά του Πλάτωνα, ώστε να μπορούν να ίπτανται. Να φτάσουν εν ολίγοις στο χείλος του κρατήρα –ιδού η μανία της με τα ηφαίστεια– σαν τον τρικέφαλο Γηρυόνη από την Αυτοβιογραφία του Κόκκινου που κατοικούσε στα πέρατα του Ωκεανού – ένας τερατόμορφος ήρωας που ενέπνευσε διαφορετικές μορφές, όπως εκείνες του Δάντη.

 

Αν, λοιπόν, στον κόσμο του Ομήρου αποκαλύπτεται η μαγεία των επιθέτων, όπως τονίζει η ίδια στην εισαγωγή της Αυτοβιογραφίας του Κόκκινου, όπου το αίμα είναι μαύρο, οι γυναίκες καλλίπυγες και ο Ποσειδώνας έχει μπλε βλεφαρίδες, στην ποίηση του Στησίχορου οι μεταφορές αποκτούν μια δύναμη κυριολεκτική και απελευθερωτική, όχι συμπληρωματική. Αυτό, άλλωστε, που βλέπει η ποιήτρια εδώ δεν είναι η ανυπέρβλητη ηρωική δύναμη, όπως στο έπος, ούτε ο μυθικός τερατόμορφος ήρωας Γηρυόνης, αλλά ένα «κόκκινο αγόρι και το μικρό του σκυλί» και κυρίως η τρυφερή δυνατότητα της ποίησης να κάνει ακόμα και τα πιο απρόσιτα τερατα –που εν τέλει μπορεί να έχουν το ίδιο το νόημα– να αποκτήσουν μια απλότητα στα ανθρώπινα μέτρα, να γίνουν μέρος από εμάς για εμάς.