Στη νυχτιάτικη Νέα Σμύρνη, πρώτη Ιουλίου 1982, στο ισόγειο δωμάτιό σου που μύριζε παιδική κολόνια και ύπνο, η πρώτη συνάντηση. Μαζί σου στη Βουλιαγμένη, στο «Acqua Marina», μιλώντας μου παθιασμένα για τις Εκλάμψεις, τις Reveries του Ρουσώ, τον Μιλόζ - θαυμάζοντας στιλπνές μοτοσικλέτες και κρις κραφτ που περνούσαν και είχαν ψυχή για σένα.

 

Σε κατάφυτους δρόμους στο Καβούρι, πάνω απ' τη θάλασσα, ψιθυρίζοντας ξανά και ξανά τους στίχους του Τσέλαν: «Μέτρησε ό,τι ήταν πικρό και σε κράτησε ξύπνιο, μέτρησε μαζί μ' αυτά κι εμένα».

 

Στο Ωραιόκαστρο, παραμονή Χριστουγέννων, στη βίλα Χαριτάντη όπου έγραψες τις Ωδές, μες στους πυράκανθους και τα πεύκα, και κάτω η πόλη σ' ένα γαλάκτωμα παγωμένου δειλινού.

 

Μαζί σου, στη συναυλία των Tangerine Dream, αρχές του '80 στο Λυκαβηττό, τρέμοντας μες στις ηλεκτρονικές καντέντσες. Τόσο απόλυτα ίδιος εσύ με τα ποιήματά σου. Πιο άδολος ακόμα, πιο τρυφερός.

 

Στο φοιτητικό μου δωμάτιο, Γούναρη και Τσιμισκή, μεθυσμένοι με Peter Heering, ακούγοντας βινύλια της Σάρα Βον και του Ντέιβιντ Σίλβιαν. «Ζω σε διάσταση με το κοινωνικό σύνολο. Πονάω που δεν μπορώ να γράψω πια ποιήματα, μα δεν υπάρχουν οι συνθήκες, πώς να σ' το πω αλλιώς».

 

Mαζί σου στην Κατάσταση πραγμάτων και στο Nelken. Σε μισοφώτιστα μπαρ που τέλεψαν.

 

Ένα χιονισμένο σούρουπο στην Πινακοθήκη, όρθιοι για ώρα μπρος στην «Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου» του Παρθένη, ξέσπασες σε λυγμούς, κι όλο σου το κορμί τρανταζόταν.

 

Στο συνοικισμό Κυπριάδου, κοιτάζοντας σιωπηλός ένα φωτισμένο παράθυρο.

 

Στo κλαμπ «Αεροδρόμιο», στο Ελληνικό, μες στα φωτορυθμικά, πλάι στις φωτισμένες πίστες και στους διαδρόμους απογειώσεων, ως τα χαράματα ενός Αυγούστου.

 

Πάντα μεσοκαλόκαιρο, ετοιμάζοντας τη μικρή σου βαλίτσα για την Πάτμο, τη Λευκάδα, τη Σκύρο, τρία-τέσσερα κοντομάνικα πουκάμισα και πάντα ένας τόμος από το Λυρικό Βίο του Σικελιανού και τα Ημερολόγια του Ζιντ.

 

Μαζί σου στη μουσκεμένη Αργολίδα, κατεβαίνοντας για τον Ιππόλυτο. Στο Ξενία του Ναυπλίου μετά, ν' απαγγέλλεις με την παιδική σου φωνή πλάι στην πισίνα σκηνές ολόκληρες και μονολόγους από τη Phèdre: «Ils s'aimeront toujours...».

 

Πρίγκηπα, δεν μ' ακούς -

 

«Θα 'θελα να αποκτήσω ένα χώρο, όπως εγώ τον θέλω, για να ζήσω. Και να ταξιδέψω, να ταξιδέψω. Δεν ξέρω αν έχω περιθώρια να αλλάξω τη ζωή μου προς το καλύτερο στο μέλλον. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να υφίσταμαι μια δεδομένη κατάσταση. Έγραψα ποιήματα, γιατί, αν δεν έγραφα, θα ήμουν πιο δυστυχής. Στην ποίησή μου νομίζω πως υπηρετώ τον απόηχο του γεγονότος. Στην προσωπική μου ζωή δεν αποκρύπτω τίποτα. Σαν έφηβος είχα ένα λυγμικό "εγώ", με την έννοια της ευσυγκινησίας, η οποία ήταν αδικαιολόγητη για ένα νεαρό άτομο. Μια ευσυγκινησία υπερβολική που εναλλασσόταν με μια τρομερή σκληρότητα. Καλλιεργώ ένα λυρισμό δραματικής υφής, με πολύ συγκρατημένη συγκίνηση, διανοητική μάλλον, με έντονα τα στοιχεία μιας μουσικής σκέψης. Με πολλή αυθορμησία και πηγαιότητα. Ποτέ δεν έγραψα για τον αναγνώστη που ίσως με διαβάσει. Το ποίημα είναι μια αποκαλυπτική αλήθεια. Ο Μύρωνας, βιβλίο του 1960, ήταν η τέλεια σαρκική, ψυχική και πνευματική επικοινωνία. Οι Ωδές στον Πρίγκηπα, του 1981, χαρακτηρίζονται από ένα σθένος, κάποιο ανάστημα, μια υπεροχή, ένα μεγαλείο απέναντι στην επίπεδη καθημερινή ζωή και τις ανακοπές της - σ' ένα πνευματικό επίπεδο πάντα. Μίλησαν για ένα έργο φωτεινό, μουσικό, διαυγές, τολμηρό, απροκάλυπτο. Γράφτηκε στον πολύ υποβλητικό χώρο του Ωραιόκαστρου, ένα θέρετρο της Θεσσαλονίκης. Μέσα απ' τα ποιήματα αυτά πηγάζει μια αριστοκρατική ερήμωση θα 'λεγα, μια μοναξιά ραφινάτη. Είναι ένα βιβλίο που δεν απελευθερώνει τον αναγνώστη. Αντίθετα, τον κάνει να σκεφτεί πάνω στα δικά του προβλήματα και να ταυτιστεί με τον ήρωα. - Όχι δεν κάνω παρέα με λογοτέχνες. Και βρίσκω την Αθήνα αχανή. Η ποίηση λειτουργεί ανασχετικά, αντιστρατεύεται τη ζωή μoυ. Όχι μόνο δεν τη βελτιώνει, αλλά μειώνει τις δυνατότητες να βελτιώσω μια πραγματικότητα που στο βάθος δεν μου αρέσει. Γράφω για να καταγράψω ό,τι αντιστρατεύεται και κατατρύχει τη ζωή μας. Τι είδους ποίηση γράφω; Είμαι ίσως ο τελευταίος συμβολιστής!»

 

Ετοίμαζες μια ποιητική συλλογή με τίτλο Πίσω σ' αυτή τη λασπωμένη έκταση.

 

Αυτή είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που μιλάω για σένα, που δεκαπέντε χρόνια υπήρξαμε σε τόσα δωμάτια, τόσες διαδρομές. Έξι Δεκεμβρίου σήμερα, ανήμερα της γιορτής σου. «Πρίγκηπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές, / είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες / και τ' άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη. / Το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκηπα, δε μας ανήκει».

 

Πρώτη δημοσίευση στην έντυπη LIFO 06/12/2010