Βισίνσκι: Ποια είναι η τωρινή διεύθυνσή σας;
Ροστόφ: Σουίτα 317, ξενοδοχείο Μετροπόλ, Μόσχα.
Βισίνσκι: Πόσο καιρό διαμένετε εκεί;
Ροστόφ: Μένω εκεί από τις πέντε Σεπτεμβρίου 1918. Λίγο λιγότερο από τέσσερα χρόνια.
Βισίνσκι: Και επαγγέλλεστε;
Ροστόφ: Δεν είναι δουλειά των αριστοκρατών να επαγγέλλονται.
Βισίνσκι: Πολύ καλά λοιπόν. Και πώς περνάτε τον χρόνο σας;
Ροστόφ: Δειπνώντας, συζητώντας. Με διάβασμα και περισυλλογή. Τις γνωστές σαχλαμάρες.
Βισίνσκι: Και γράφετε ποίηση;
Ροστόφ: Είναι γνωστό ότι παλεύω με το φτερό.

 

Έξω από την πόρτα του πολυτελούς ξενοδοχείου Μετροπόλ, ακριβώς απέναντι από το Κρεμλίνο, απλωνόταν η Μόσχα και πέρα από την πόλη το ταραχώδες τοπίο της μετεπαναστατικής Ρωσίας.

 

Και μέσα στο Μετροπόλ απλωνόταν πλέον η ζωή του κόμη Αλεξάντρ Ίλιτς Ροστόφ, καταδικασμένου σε ισόβιο περιορισμό — όχι πλέον στην πολυτελή σουίτα που είχε γίνει μόνιμη κατοικία του τα τελευταία χρόνια αλλά σε μια μικρή σοφίτα κάτω από τη γερτή σκεπή του ξενοδοχείου. Γιατί, βέβαια, το νέο καθεστώς θέλει να πλήξει τον αριστοκράτη-πρωταγωνιστή του βιβλίου όσο πιο πολύ, όσο πιο ταπεινωτικά μπορεί.

 

Όμως, όταν δεν πηγαίνει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ — και, με τον ίδιο τρόπο, όταν στον Ροστόφ απαγορεύεται επί ποινή θανάτου να πατήσει το πόδι του έξω από το κατώφλι του ξενοδοχείου, είναι ο έξω κόσμος που έρχεται σ' αυτόν και είναι οι τοίχοι του κτιρίου που απλώνονται σε ύψος και πλάτος για να τον χωρέσουν.

 

Τα περίφημα εστιατόρια του Μετροπόλ, το λαϊκότερο Πλάζα και το πιο εκλεπτυσμένο Μπογιάρσκι, ανοίγουν πάλι τις πόρτες τους, αρχικά σε ανθρώπους του νέου καθεστώτος και σε όσους μπορούν να πληρώσουν σε ξένο νόμισμα.

 

Αλλά, καθώς ο καιρός περνά, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι —που ποτέ δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ, έτσι κι αλλιώς—, επιστήμονες και καλλιτέχνες αρχίζουν πάλι να κάνουν την εμφάνισή τους.

 

Στο μπαρ Σαλιάπιν, με τον διακριτικό φωτισμό και την ακόμα διακριτικότερη ατμόσφαιρα, οι μπαλαρίνες του Μπολσόι πετάγονται για ένα ποτό (ή και τρία) μετά την παράσταση, Αμερικανοί μοιράζουν τσιγάρα και σοκολάτες για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο ραντεβού με κάποιον αξιωματούχο της κυβέρνησης, και ο Αλεξάντρ Ίλιτς συνεχίζει τις παρατηρήσεις του γύρω από τον κόσμο που τον περιβάλλει — αλλά και γύρω τον ίδιο του τον εαυτό.

 

Χωρίς να χάνει το χιούμορ του, χωρίς να αποθαρρύνεται αλλά κυρίως χωρίς να γίνεται πικρόχολος, μικρόψυχος ή μνησίκακος μπροστά σε αυτή την ανατροπή της κατάστασής του, αφιερώνει τις ατελείωτες ώρες του εγκλεισμού του στην παρατήρηση, την αυτοπαρατήρηση, αλλά και τη δράση.

 

Γιατί, αν σε κάτι βοηθά ο εγκλεισμός, είναι στην κατάδυση στα βάθη του εαυτού: εκεί που μέχρι τώρα ο πληθωρικός αριστοκράτης σκόρπιζε απλόχερα τον χαρισματικό εαυτό του, προσφέροντας πνευματώδεις παρατηρήσεις και άψογη γνώση του πρωτοκόλλου, τώρα έχει όλο τον χρόνο στη διάθεσή του για να εμβαθύνει τις γνώσεις και τις σκέψεις του. Επειδή, όπως λέει και ο ίδιος, τα ανθρώπινα όντα εντέλει «αξίζουν όχι μόνο την εκτίμησή μας, αλλά και την επανεκτίμησή μας».

 

Χωρίς να χάνει το χιούμορ του, χωρίς να αποθαρρύνεται αλλά κυρίως χωρίς να γίνεται πικρόχολος, μικρόψυχος ή μνησίκακος μπροστά σε αυτή την ανατροπή της κατάστασής του, αφιερώνει τις ατελείωτες ώρες του εγκλεισμού του στην παρατήρηση, την αυτοπαρατήρηση, αλλά και τη δράση.

 

Εξάλλου, μέσα σε ένα διεθνές ξενοδοχείο οι ευκαιρίες για δράση δεν λείπουν ποτέ. Ειδικά όταν στη ζωή του εμφανίζεται η νεαρή Νίνα, κόρη αξιωματούχου του καθεστώτος, πνεύμα ανήσυχο και φιλοπερίεργο, που τον παρασέρνει από τη μια περιπέτεια στην άλλη.

 

Ως αρχισερβιτόρος του Μπογιάρσκι —επειδή κάθε σύντροφος πρέπει ασφαλώς να εργάζεται...—, ο Ροστόφ θα προσφέρει τις υπηρεσίες του ακόμα και στον Χρουστσόφ στη διάρκεια ενός κοινού δείπνου Πολιτμπιρό και Συμβουλίου Υπουργών.

 

Θα μυήσει, κατόπιν δικής του απαίτησης, κάποιον αινιγματικό άντρα ονόματι Όσιπ στις γλώσσες και την κουλτούρα της Δύσης, αλλά κυρίως στον αμερικανικό κινηματογράφο — γιατί, αν οφείλεις να γνωρίζεις καλά τους φίλους σου, οφείλεις να γνωρίζεις καλύτερα τους εχθρούς σου.

 

Και στη σουίτα της γοητευτικής Άννας Ουρμπάνοβα, σταρ του σινεμά και ευνοούμενης του νέου καθεστώτος, θα μετρήσει έναν προς έναν τους αστερισμούς των φακίδων στη λεπτή της πλάτη...

 

Σε γενικές γραμμές, η ζωή θα φερθεί στον Αλεξάντρ Ίλιτς Ροστόφ με πολύ μεγαλύτερη ευσπλαχνία απ' όσο στον κόσμο που απλωνόταν έξω από τους τοίχους του Μπογιάρσκι.

 

Έναν κόσμο που εμφανίζεται χαμηλόφωνα, κάθε άλλο παρά καταγγελτικά ή προπαγανδιστικά (αλλά διόλου λιγότερο ανατριχιαστικά γι' αυτό τον λόγο), κυρίως με τη μορφή καυστικού σχολίου, ειρωνείας ή ακόμα και ιστορικής υποσημείωσης.

 

Άλλες φορές εμφανίζεται με τη μορφή παλιών φίλων και γνωστών του Ροστόφ. Όπως, για παράδειγμα, του Μιχαήλ Μίντιτς: «Ως λαός, εμείς οι Ρώσοι έχουμε αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικοί στο να καταστρέφουμε αυτό που έχουμε δημιουργήσει», υποστηρίζει ο Μίσκα, ο ακατάβλητος ποιητής που είναι ικανός να βαδίσει χιλιόμετρα μέσα σε ένα δωμάτιο δέκα τετραγωνικών.

 

Η σταλινική λογοκρισία έχει υποχρεώσει τον Μίσκα, που συντάσσει μια συλλογή επιστολών του Τσέχοφ, να απαλείψει από την τελευταία επιστολή του Τσέχωφ στην αδελφή του τις φράσεις που μιλούν για το ψωμί — γιατί ένα από τα επακόλουθα της επανάστασης είναι οι τραγικές ελλείψεις και στα πιο στοιχειώδη αγαθά... και στον λαό δεν είναι σωστό να τονίζονται οι αρετές του γερμανικού ψωμιού. Όμως στο τελευταίο του βιβλίο ο Μίσκα θα εκδικηθεί με τον τρόπο που μόνο ένας πραγματικός ποιητής γνωρίζει. Άλλωστε, μιλάμε για κάποια εποχή που ένα ποίημα μπορούσε να σου κοστίσει τη ζωή — και ένα ποίημα μπορούσε να σου τη σώσει.

 

Με τον ίδιο αριστοτεχνικό τρόπο θα εκδικηθεί και ο Ροστόφ αυτούς που του στέρησαν την ελευθερία επί δεκαετίες — γιατί η εκδίκηση για έναν άνθρωπο σαν τον Ροστόφ δεν μπορεί παρά να έχει τη γεύση του μελιού· και η ελευθερία του την απρόσκοπτη θέα σε έναν αστερισμό από φακίδες.

 

Διαβάστε αυτό το ευφυές, συγκινητικό, έξω καρδιά —παρά το θέμα του— βιβλίο του Βοστονέζου Amor Towles, που μεταφράστηκε ήδη σε 15 γλώσσες, κυκλοφόρησε προ ενός μηνός στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Διόπτρα, αριστοτεχνικά μεταφρασμένο από την ακατάβλητη και πάντα έξοχα επινοητική Ρηγούλα Γεωργιάδου, δείτε τις μυριάδες εικόνες που λαμβάνουν χώρα στα σκηνικά του, μάθετε για τη ρωσική (και ευρωπαϊκή, και παγκόσμια...) ιστορία του 20ού αιώνα με έναν τρόπο που δεν θα τον φανταζόσασταν ποτέ, απολαύστε πολλές ώρες ανάγνωσης (και, εγγυημένα, χαμόγελου) υψηλού επιπέδου και να περιμένετε, σε περίπου δύο χρόνια από τώρα, τη σειρά που θα γυρίσει ο Κένεθ Μπράνα για την τηλεόραση (εξασφάλισε ήδη τα δικαιώματα του βιβλίου), με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο.