Τζορτζ Σόντερς: Ποιος είναι ο νικητής του βραβείου Μπούκερ

0

Από τη στιγμή που το βραβείο Μπούκερ απέκτησε διεθνή αίγλη, δηλαδή σταμάτησε να δίνεται μόνο σε Βρετανούς συγγραφείς, ήταν λογικό κι επόμενο η επιτροπή να αρχίσει να «ψαρεύει» στα δυτικά νερά του Ατλαντικού. Θέλοντας προφανώς να αποκαταστήσει την αδικία που υφίστανται οι σπουδαίες πένες της Αμερικής με το να περιφρονούνται κατάφωρα από τη Σουηδική Ακαδημία, αποφάσισε τα τελευταία χρόνια να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφορούν στις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα ήταν να βραβευτεί ένας συγγραφέας με καθαρόαιμα αμερικανική σφραγίδα τόσο στην καταγωγή όσο και στο ύφος, και μάλιστα προερχόμενος από τον σκληρό πυρήνα της παράδοσης του τόπου του, που είναι το διήγημα. Βγαλμένος από το νοτισμένο από την υγρασία λογοτεχνικό σύμπαν του Νότου και έχοντας γαλουχηθεί με τις ακονισμένες μεταφορές και το πείραμα, εύκολα πέρασε στο φασματικό κεφάλαιο που λέγεται συνδυασμός πραγματικού και ονειρικού.

Αυτό ακριβώς κάνει το «Λήθη και Λίνκολν», το πρώτο μυθιστόρημα του σπουδαίου διηγηματογράφου που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος, μια μεταφορά για τη νεκροζώντανη Αμερική ή μάλλον για την Αμερική που προσπαθεί να επικοινωνήσει με την ταυτότητα της μέσα από ένα bardo, το αντίστοιχο πουργκατόριο της θιβετιανής παράδοσης, χωρίς τις βαριές υποδηλώσεις που έχει το χριστιανικό καθαρτήριο. Σε αυτό το ονειρικό πλαίσιο, πολύ γνώριμο και οικείο για τους συγγραφείς του αμερικανικού Νότου, στήνει τη δική του ιστορία για τον γιο του Λίνκολν που μένει εγκλωβισμένος −όπως όλοι οι Αμερικανοί;− σε ένα αντίστοιχο bardo, σε αυτό το μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, μην μπορώντας να ξεχάσει τον πατέρα του και να περάσει για πάντα στην ανυπαρξία. Και εδώ, όπως στις περισσότερες συλλογές του Σόντερς, π.χ. τη «Δεκάτη Δεκεμβρίου» που κυκλοφορεί επίσης από τον Ίκαρο, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την αφηγηματική τέχνη του που είναι η ακρίβεια και η έκπληξη. Ανάμεσα στους τάφους και το υποβλητικό περιβάλλον που προκαλεί το πένθος ο Λίνκολν προσπαθεί να αποχαιρετήσει για πάντα τον γιο του, νιώθοντας όμως ότι δίπλα του έχει τον κόσμο και «όλους όσοι μόχθησαν κάτω από ένα βάρος λύπης».

Ο φετινός νικητής του Μπούκερ αξίζει να διαβαστεί, και κυρίως αξίζει για τη συνολικότερη στάση ζωής του.

Το βιβλίο διαθέτει την απαραίτητη δραματικότητα και συγκίνηση, αλλά πάντα με το γνωστό σαρκαστικό και χιουμοριστικό ύφος που έχει κάνει ευρέως γνωστό τον Σόντερς. Όπως είπε και η πρόεδρος της επιτροπής Λόλα Γιανγκ στον λόγο της κατά την τελετή απονομής του βραβείου στο Γκίλντχολ του Λονδίνου την Τρίτη 17 Οκτώβρη για το βιβλίο: «Η μορφή και το ύφος αυτού του εντελώς πρωτότυπου μυθιστορήματος αποκαλύπτει μια πνευματώδη και έντονα συγκινητική αφήγηση. Η ιστορία με τις στοιχειωμένες ψυχές στη μεταθανάτια ζωή του νεαρού γιου του Αβραάμ Λίνκολν δημιουργεί με τρόπο παράδοξο μια ζωντανή ανάμνηση των χαρακτήρων που κατοικούν στον άλλον κόσμο. Το "Λήθη και Λίνκολν" έχει τις ρίζες του στην Ιστορία, παίζει με αυτή και διερευνά το νόημα και την εμπειρία της ενσυναίσθησης».

Η συγκίνηση δεν είναι άλλωστε κάτι που αφήνει αδιάφορο τον συγγραφέα που ξέρει ότι η οικογενειακή αγάπη αλλά και το βάρος της Ιστορίας είναι οι δύο θεματικές ενότητες που κινητοποιούν ακόμα και τον πιο αδιάφορο Αμερικανό, αλλά και τον ίδιο. Αποδεικνύοντας πως ένας καλός λογοτέχνης δεν μπορεί να είναι αδιάφορος σε ό,τι συμβαίνει γύρω του, διαθέτοντας ιδιαίτερα ευαίσθητες κεραίες, δεν έπαψε να αρθρογραφεί στο «New Yorker» κατά της νέας Αμερικής του Τραμπ και το «Λήθη και Λίνκολν» είναι ενδεχομένως η προφητική του απάντηση. Φρόντισε, μάλιστα, να ακολουθήσει τον τότε υποψήφιο Πρόεδρο, αρθρογραφώντας παράλληλα υπέρ του Μπαράκ Ομπάμα, στην προεκλογική περιοδεία του, καταλήγοντας, στο επίμαχο άρθρο του, στην εντελώς καίρια φράση «Είναι σχεδόν αναμενόμενο και καθόλου εντυπωσιακό να ανακαλύπτεις πως ο λόγος που βρεθήκαμε σε αυτή την κατάσταση είναι γιατί όλα αυτά χρόνια περιφρονήσαμε τόσο την τέχνη», δείχνοντας και πάλι να επανέρχεται στο ζήτημα της πνευματικής καλλιέργειας, της συλλογικής μνήμης και της συνειδητοποίησης. Πρόκειται για ένα τρίπτυχο που επικαλείται διαρκώς ο Σόντερς σαν άλλος Σωκράτης, σαν μια αλογόμυγα που τρυπάει διαρκώς το corpus της χώρας του με θάρρος. «Αντιμετωπίζουμε αυτό που συμβαίνει σαν ένα διασκεδαστικό πολυθέαμα που χειρίζονται κάποιοι τύποι από το Μπρούκλιν, αλλά πρόκειται για το ζωτικό αίμα της κουλτούρας μας, για το πώς φτάσαμε στην αυτογνωσία» έγραφε σε άλλο καίριο άρθρο, στο ίδιο μήκος κύματος.

Από τα πιο αποφασιστικά και παρεμβατικά κείμενά του είναι και η περιβόητη, διάσημη πλέον ομιλία του στην τελετή αποφοίτησης του Πανεπιστημίου Σίρακιουζ, που ύστερα από τη δημοσίευσή της στην ιστοσελίδα των «New York Times» κοινοποιήθηκε και αναδημοσιεύτηκε σε όλο το Διαδίκτυο πάνω από ένα εκατομμύριο φορές. Το κείμενο, που έχει πια καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο των Αμερικανών και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος με τον τίτλο «Με τα συγχαρητήριά μου - Σκέψεις για την καλοσύνη» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), μιλάει για την καλοσύνη και την απλότητα, για το γεγονός ότι οι νέοι δεν θέλουν άλλους συμβουλάτορες να τους λένε τι να κάνουν και ότι επιθυμούν να μαθαίνουν οι ίδιοι από τα λάθη τους. Γι' αυτό κι εκείνος, ως δάσκαλος, αντί να δίνει συμβουλές, γίνεται εξομολογητικός και απλώς τους μιλάει για τα πράγματα που δεν έκανε, γι' αυτά που μετανιώνει και τον έκαναν να λυπάται − αυτά κυρίως έχουν να κάνουν με την έλλειψη επαρκούς καλοσύνης. Επηρεασμένος από τα μαθήματα που έχει πάρει από την ινδουιστική παράδοση, στην οποία έχει εντρυφήσει, καλεί τους νέους να κάνουν απλώς το καλό και να μην τρέφουν αυταπάτες, να μη νομίζουν ότι είναι παντοδύναμοι και αιώνιοι και, κυρίως, να αναλαμβάνουν πάντα την ευθύνη.

Τζορτζ Σόντερς: Ποιος είναι ο νικητής του βραβείου Μπούκερ Facebook Twitter

Η έννοια της ευθύνης υπάρχει σε κάθε αιχμή του λόγου του Σόντερς, ακόμα και στα πιο εξομολογητικά του κείμενα, όπως εκείνα που είχε γράψει στο «New Yorker» για την ίδια τη ζωή του, όπου παραδεχόταν πως ήταν για χρόνια ένας σχεδόν αποτυχημένος διηγηματογράφος γιατί είχε χάσει τη μαγεία που του είχε υποδείξει να κρατάει για πάντα ζωντανή ο δάσκαλός του Τομπάιας Γουλφ και πως τα γραπτά του άγγιξαν την κορύφωση μόνο όταν ξαναβρήκε την καλά κρυμμένη σπίθα. Αλλά και πάλι, για καθετί καλό ή κακό εκείνος είχε την ευθύνη. Σε άλλα κείμενα ανέλυε διεξοδικά τις άνισες μάχες που έδινε με τη γραφή με την ειλικρίνεια του αιώνιου μαθητή − γι' αυτό στο τέλος δεν ξεχνούσε να αποτίσει φόρο τιμής στους δασκάλους του. Με την ίδια σεμνότητα προσέγγισε και ένα τόσο δύσκολο θέμα, όπως εκείνο του Λίνκολν. Αλλά όσο και αν επρόκειτο για ένα τέτοιου διαμετρήματος ιστορικό πρόσωπο και όσο κι αν ήταν σημαντική η έρευνα που προηγήθηκε, αυτό που ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάει ένας συγγραφέας είναι η λογοτεχνία. «Για μένα, αυτός ο λογοτεχνικός τόπος (που ανακαλύφθηκε στα τριάντα κάτι ύστερα από αποτυχημένες προσπάθειες ανεύρεσης ύφους) είχε για κύριο και βασικό χαρακτηριστικό ένα σαρκαστικό ύφος που ως ηθικό στοιχείο έπρεπε να διέπεται από τη βασική αρχή του Τσέχοφ πως "κάθε άνδρας πρέπει να είναι δυστυχής άνδρας, απομονωμένος από τον κόσμο, με ένα τσεκούρι να του θυμίζει, κάθε φορά που πέφτει, ότι δεν είναι όλοι ευτυχείς"».

Αυτό τον τσεχοφικό δρόμο, έναν συγγραφέα που ομολογεί πως τον βοήθησε τα μάλα, ακολουθεί και στη δική του γραφή, ένας από τους λίγους, όπως γράφουν και οι «New York Times», που «ξέρουν να γράφουν τόσο δυναμικά για την ατυχία και την απώλεια». Με τη μυθοπλαστική μαστοριά που έκανε τους συγγραφείς του Νότου να ξεχωρίζουν και να βγάζουν από τα έγκατα του τόπου τους, από τα σπλάχνα του, ιστορίες ποτισμένες στον θάνατο, στις μνήμες και στο αίμα χαρίζει περιγραφές ονειρεμένες: «Πάνω από το κατώφλι ενός κρεοπωλείου δέσποζε ένα θαυμάσιο στέγαστρο από κουφάρια: ελάφια με τα έντερα βγαλμένα, τραβηγμένα και τυλιγμένα στα κορμιά σαν τρομερά λαμπρές κόκκινες γιρλάντες. Φασιανοί και πάπιες να κρέμονται με το κεφάλι κάτω, με τα φτερά απλωμένα με σύρματα καλυμμένα με τσόχα, έτσι που τα χρώματά τους να ταιριάζουν με τα αντίστοιχα φτερά (πολύ επιδέξια είχε γίνει αυτό). [..] Ακόμη και τώρα, το βλέπω: η εξοχή να κυλάει πίσω μας μες στην ομίχλη καθώς πλησίαζε η νύχτα, το ελάφι να στάζει αίμα και ν' αφήνει ένα λεπτό ματωμένο χνάρι στον δρόμο, τα αστέρια να τρεμολάμπουν, τα ρυάκια να κυλάνε κελαρυστά κάτωθέ μας, καθώς περνούσαμε πάνω από γέφυρες που στέναζαν...». Από τη μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη σε ένα βιβλίο που βρίθει από νεολογισμούς και είναι γραμμένο με μια πειραματική γραφή, αλλά πάντα με τις αυστηρές αρχές της λογοτεχνίας. Γιατί, όπως έγραφε και ο ίδιος ο βραβευμένος πλέον με Μπούκερ συγγραφέας, η «λογοτεχνία είναι μια μορφή στοργής και τρυφερότητας προς τη ζωή την ίδια. Είναι η αγάπη για τη ζωή που αποκτά λεκτική υπόσταση». Ο φετινός νικητής του Μπούκερ αξίζει να διαβαστεί, και κυρίως αξίζει για τη συνολικότερη στάση ζωής του.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το ένα βιβλίο

20 χρόνια LiFO / Από όσα βιβλία διάβασες τα τελευταία 20 χρόνια, αυτό ξεχωρίζεις

Τα τελευταία 20 χρόνια κυκλοφόρησαν πολλά καλά βιβλία και είναι αδύνατον να φτιαχτεί μια λίστα που να τα περιλαμβάνει όλα. Αντ' αυτού, ζητήσαμε από 20 ανθρώπους του βιβλίου να μας γράψουν για τους τίτλους που εκείνοι αγάπησαν μέσα σ' αυτή την περίοδο.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

Αναγνώσεις / Η Λένα Κιτσοπούλου διαβάζει το «Ημερολόγιο Φράνκενσταϊν»

H σκηνοθέτιδα και δραματουργός διαβάζει μέρος από το κείμενο που προέκυψε κατά τη διάρκεια της εργασίας της πάνω στο στο μυθιστόρημα «Φράνκενσταϊν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας» της Μαίρη Σέλλεϋ.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Οι πολλές, ενδιαφέρουσες ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Βιβλίο / Οι πολλές ζωές της Μάργκαρετ Άτγουντ

Η «μυθιστορηματική αυτοβιογραφία» της Μάργκαρετ Άτγουντ «Πολλές ζωές σε μία» φέρνει στο φως άγνωστες λεπτομέρειες για τη συγγραφέα και αποκαλύπτει την ικανότητά της να μην ξεχνά όσα σφράγισαν την πορεία της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Ίσως ένα ταξίδι στο κοινό μας παρελθόν να γίνει ένα συλλογικό ταξίδι αυτογνωσίας» / «Ακόμα είμαστε εγκλωβισμένοι στις παθογένειες του παρελθόντος»

Βιβλίο / Ελισάβετ Χρονοπούλου: «Οι δωσίλογοι ήταν πολλοί, αδίστακτοι και δεν τιμωρήθηκαν»

Η συγγραφέας του «Επί σκοπώ πλουτισμού» αποκαλύπτει όσα γίνονταν στην Ειδική Ασφάλεια τη σκοτεινή εποχή της Κατοχής και επιμένει ότι μόνο αν αναμοχλεύσουμε το παρελθόν θα προχωρήσουμε ως κοινωνία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει Νίκo-Αλέξη Ασλάνογλου

Αναγνώσεις / Ο Ερρίκος Σοφράς διαβάζει τις «Ωδές στον Πρίγκιπα» του Νίκoυ-Αλέξη Ασλάνογλου

Τα δεκάξι ποιήματα της συλλογής «Ωδές στον πρίγκιπα» γράφτηκαν από το καλοκαίρι του 1971 μέχρι το φθινόπωρο του 1975 στο Ωραιόκαστρο της Θεσσαλονίκης, θέρετρο λίγο έξω από την πόλη, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του ο ποιητής. Τυπώθηκαν έξι χρόνια μετά (εκδ. Ύψιλον, Νοέμβριος 1981).
Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Βιβλίο / Ο Γιάννης Αξιώτης έγραψε ένα τρυφερό βιβλίο για τα παιδικά μας τραύματα

Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας μιλά στη LiFO για τον «Αρχαίο Αύγουστο», τη λογοτεχνία, τη γενιά του και την ανάγκη να βρίσκουμε, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες, λίγο χρόνο για να αγαπήσουμε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Φάλκονερ»: Ο εγκλεισμός είναι ένα μυστήριο

Το πίσω ράφι / «Φάλκονερ»: Ο εγκλεισμός είναι ένα μυστήριο

Το μυθιστόρημα του Τζον Τσίβερ μάς θυμίζει, με τη σκληρή και καθηλωτική του πρόζα, πως δεν χρειάζονται συρματοπλέγματα, τοίχοι και δεσμοφύλακες για να νιώσεις απόγνωση, ασφυξία ή μια «βασανιστική αίσθηση αποπροσανατολισμού».  
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
ΕΠΕΞ Άνια Βουλούδη

Βιβλίο / Άνια Βουλούδη: «Θέλω να ξέρω τι γίνεται στις ζωές και τα σπίτια των ανθρώπων»

Η συγγραφέας μιλάει στη LiFO για το νέο της βιβλίο, την «Κατεδάφιση», αλλά και για τη σχέση της με τους χώρους όπου κατοικούμε, για τη νοσταλγία και για την αποσπασματικότητα των έργων τέχνης που αγαπά.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΔΕΣΠΟΤΙΔΗΣ
Ντάνιελ Μέντελσον: «Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι ένας καταθλιπτικός με μετατραυματικό στρες»

Ντάνιελ Μέντελσον / Ντάνιελ Μέντελσον: «Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι καταθλιπτικός με μετατραυματικό στρες»

Με αφορμή την κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους, ο σπουδαίος κριτικός λογοτεχνίας και κλασικός φιλόλογος μιλά στη LiFO για τη ψυχολογία των επικών ηρώων και την πιστότητα της ταινίας απέναντι στο πρωτότυπο.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ