Το βιβλίο-θρύλος «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε δεν άλλαξε μόνο τη λογική της αφήγησης και τη δημοσιογραφία, αλλά και την ίδια τη ζωή του συγγραφέα, κάνοντάς τον διάσημο και ταυτόχρονα σημαίνοντας την αυτοκαταστροφή του. Πούλησε όσο κανένα, μένοντας επί 37 εβδομάδες στα ευπώλητα, χάρισε στον ίδιο δόξα και χρήμα και μεταφράστηκε σε περισσότερες από 25 γλώσσες (στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει από τον Καστανιώτη, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσει σε νέα μετάφραση από τις εκδόσεις Πατάκη).

 

Έγινε τρεις φορές ταινία και στην τελευταία αυτοβιογραφική εκδοχή, που αποδείκνυε την άμεση σχέση του βιβλίου με την προσωπική πορεία του συγγραφέα του, ανέδειξε την οσκαρική ερμηνεία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ο οποίος τελικά, κατά ειρωνικό τρόπο, βυθίστηκε όπως και ο ήρωάς του, στην αυτοκαταστροφή. Σάμπως η μελαγχολική οξυδέρκεια που έκανε τον συγγραφέα Τρούμαν Καπότε να μπει και να κατοικήσει στο μυαλό ενός φονιά να είναι αυτή που έβγαλε από την ψυχή του δαίμονες που φώλιαζαν κρυμμένοι σε διαφορετικές αφηγήσεις.

 

Ενδεχομένως, το στίγμα που άφησε το «Εν Ψυχρώ» στο σώμα της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας να αφορά τον άμεσο και έντονο τρόπο με τον οποίο οφείλει να βιώνει κανείς μια ιστορία, κινδυνεύοντας να δηλητηριαστεί από τις αλήθειες της. Η ιστορία ή το ρεπορτάζ, που δεν αποδίδεται τυχαία στα αγγλικά με την ίδια λέξη (story), στην περίπτωση του Καπότε έπαψε να είναι το κίνητρο μιας αποστολής και συμπαρέσυρε εμμονές και απωθημένα, αποκτώντας διαστάσεις τραγωδίας.

 

Το αποτέλεσμα της έρευνας έγινε αυτό το κράμα δυνατού ρεπορτάζ, υψηλής λογοτεχνίας και συμβολικής έκφρασης μιας κοινωνίας σε απόγνωση και ανθρώπων σε περίκλειστα περιβάλλοντα, χωρίς καμία γραμμή διαφυγής εκτός από την τραγωδία και τον φόνο

 

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Τρούμαν Καπότε μετέβη στην κωμόπολη Χόλκομπ του Κάνσας ως απεσταλμένος του περιοδικού «New Yorker» για να καλύψει το φονικό που έγινε στις 15 Νοεμβρίου του 1959. Η ανεξήγητη «σφαγή της οικογένειας Κλάτερ», δηλαδή του τίμιου πατέρα, της μητέρας, της έφηβης και αγαπητής στην πόλη κόρης και του εσωστρεφούς, έξυπνου γιου, προκάλεσε την περιέργεια του συγγραφέα, ο οποίος αποφάσισε να πάει στο Κάνσας, μαζί με την επίσης διάσημη φίλη του και συγγραφέα Χάρπερ Λι, για να μιλήσει με τους κατοίκους και να αναζητήσει τα πιθανά κίνητρα του φόνου. Στην πορεία, καθώς οι σημειώσεις αυξάνονταν και το υλικό ξέφευγε σε χιλιάδες σελίδες, γεννήθηκε από μόνη της η ανάγκη για ένα πιο ολοκληρωμένο ανάγνωσμα που πήρε τη μορφή βιβλίου.

 

Καθώς ο Καπότε αναζητούσε τα βαθύτερα αίτια ενός ανεξήγητου φόνου, αφού τα κλοπιμαία ήταν μικρής αξίας, βρέθηκε να συνομιλεί με τους ενόχους και είδε τα αδιευκρίνιστα κίνητρα σταδιακά να μεταμορφώνονται σε αδυσώπητες εσωτερικές αλήθειες. Το αποτέλεσμα της έρευνας έγινε αυτό το κράμα δυνατού ρεπορτάζ, υψηλής λογοτεχνίας και συμβολικής έκφρασης μιας κοινωνίας σε απόγνωση και ανθρώπων σε περίκλειστα περιβάλλοντα, χωρίς καμία γραμμή διαφυγής εκτός από την τραγωδία και τον φόνο. Αντίστοιχα και η γλώσσα του «Εν Ψυχρώ» είναι ταυτόχρονα ζωντανή και μακάβρια, σχεδόν αντάρτικη, ποιητική μαζί και στακάτη, πραγματική και αλληγορική, πραγματώνοντας ιδανικά τη συμβίωση στο χαρτί δύο ετερόκλητων κόσμων: της λογοτεχνίας και της δημοσιογραφίας. Πρόκειται για την πιο απτή επιβεβαίωση ότι η αφήγηση, η χαρά της αφήγησης, όταν φτάνει σε υψηλά επίπεδα, δεν χρειάζεται διαχωρισμούς − αρκεί να γίνει μια μαγική εξιστόρηση όπως αυτή:

 

Μέχρι ένα πρωινό στα μέσα Νοέμβρη του 1959, λίγοι Αμερικανοί, και για την ακρίβεια λίγοι κάτοικοι του Κάνσας, είχαν ακουστά το Χόλκομπ. Όπως τα νερά του ποταμού, όπως οι οδηγοί στη δημοσιά, όπως τα κίτρινα τρένα που περνούσαν σαν αστραπή από τις γραμμές του σιδηροδρόμου της Σάντα Φε, το δράμα, με τη μορφή ασυνήθιστων συμβάντων, δεν είχε σταματήσει ποτέ εδώ. Οι διακόσιοι εβδομήντα κάτοικοι του χωριού ήταν ευχαριστημένοι έτσι, τους αρκούσε να ζουν μια συνηθισμένη ζωή, δουλεύοντας, κυνηγώντας, παρακολουθώντας τηλεόραση, τραγουδώντας στη χορωδία και πηγαίνοντας σε συγκεντρώσεις στο σχολείο και στη λέσχη 4– Η. Ύστερα όμως, τις μικρές ώρες εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη, ένα κυριακάτικο πρωινό, ανοίκειοι ήχοι αντήχησαν ανάμεσα στους φυσιολογικούς νυχτερινούς θορύβους του Χόλκομπ, τη θρηνητική υστερία των κογιότ, το σούρσιμο των λευκών αμάραντων, τη στριγκή σφυρίχτρα των ατμομηχανών που περνούσαν σαν αστραπή και χάνονταν. Τότε, ούτε μια ψυχή στο κοιμισμένο Χόλκομπ δεν τους άκουσε˙ τέσσερις εκπυρσοκροτήσεις κυνηγετικού όπλου που τερμάτισαν συνολικά έξι ανθρώπινες ζωές. Κατόπιν όμως, οι κάτοικοι της πόλης, που έως τότε δεν φοβούνταν να αφήνουν την πόρτα τους ακλείδωτη, φαντάζονταν ξανά και ξανά πως τους άκουγαν, κείνους τους ζοφερούς κρότους, και απ' αυτούς μια καχυποψία γεννήθηκε, που στο αμείλικτο φως της πολλοί γειτόνοι κοιτούσαν ο ένας τον άλλον παράξενα, σαν να 'ταν ξένοι.

 

Έντουαρντ Πέρι Σμιθ
Έντουαρντ Πέρι Σμιθ
Ρίτσαρντ Γιουτζίν Χίκοκ
Ρίτσαρντ Γιουτζίν Χίκοκ


Αυτή η ιδανική σύμπλευση πραγματικού και αλληγορικού, υψηλής δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, είναι που καθιέρωσε τον όρο non fiction, δημιουργώντας μια παράδοση που θα βρει πολλούς επάξιους μιμητές και ακολούθους. Ακόμα και η πρόσφατη βράβευση της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς με το Νόμπελ αποδίδεται στο παράδοξο αυτό είδος, ενώ σπουδαίοι συγγραφείς δεν φοβήθηκαν να δοκιμάσουν αμέσως τη δική τους τύχη στις χαρές του ρεαλισμού: ο Νόρμαν Μέιλερ έγραψε, μια δεκαετία μετά την έκδοση του «Εν Ψυχρώ», τις «Στρατιές της Νύχτας», διαμορφώνοντας μια παράδοση που θα φτάσει μέχρι το «Hitch-22» του Κρίστοφερ Χίτσενς.

 

Τι είναι όμως το «Εν Ψυχρώ»; Είναι η καταβύθιση του συγγραφέα στα βάθη της ψυχής του φονιά ή στη δική του; Είναι η ανάγκη να ειπωθεί σε βάθος μια αλήθεια που στολίζει επιφανειακά πρωτοσέλιδα; Ή να βρεθούν τα πραγματικά κίνητρα που έκαναν δυο παιδιά να γίνουν κακοποιοί και κατόπιν δολοφόνοι, ξεκληρίζοντας μια ολόκληρη οικογένεια; Όποια και να είναι η απάντηση, ο κόσμος της γραφής έχει σίγουρα αλλάξει από τότε που ο Καπότε εκτέλεσε «Εν Ψυχρώ» τα ψευδεπίγραφα άλλοθι που ήταν το να θυσιάζεται η λογοτεχνία στον βωμό της πραγματικότητας ή να κατατάσσεται απλοϊκά η δημοσιογραφία στην τέχνη του εφικτού, και όχι του συμβολικού.

 

Ο ίδιος ο Τρούμαν Καπότε τόλμησε, μάλιστα, να γίνει ταυτόχρονα πρωταγωνιστής και αφηγητής και κάπου εκεί, σε αυτήν τη σχιζοφρενική ταύτιση του υποκειμένου της αφήγησης με το υπό εξέταση ή κατασκευή αντικείμενο, είναι που κατέθεσε τα όπλα. Σε αυτό φταίει η παράδοξη ταύτισή του με τον ένα από τους φονιάδες, τον Έντουαρντ Πέρι Σμιθ, με τον οποίο φάνηκε να βρίσκει πολλά κοινά, πηγαίνοντας πίσω στη βασανισμένη και τραυματική παιδική του ηλικία. Όλοι λένε ότι τον ερωτεύτηκε παράφορα και κάποιοι υποπτεύονται ότι τελικά είναι ο ίδιος ο Καπότε που οδήγησε στον απαγχονισμό του, ενώ θα μπορούσε να τον βοηθήσει να εξαντλήσει τα ένδικα μέσα, προκειμένου να δώσει ένα τέλος στην ιστορία του − και στο εσωτερικό του δράμα.

 

Στην ουσία, αυτό που προσπαθούσε να βρει, όπως και στα υπόλοιπα βιβλία του, από τις μικρές ιστορίες έως τα μυθιστορήματα, είναι η δική του λύτρωση στη διαρκή αυτή αναζήτηση μιας θραυσματικής ταυτότητας. Τα κείμενά του, από το πρώτο έως το τελευταίο, δεν ήταν παρά παραπλανητικά τεχνάσματα του Καπότε προς τον ίδιο του τον εαυτό, προς τον πάντοτε φασματικό άλλο. Ο Τζόελ, άλλος ένας ακόμη σωσίας του, από το «Άλλες φωνές, άλλοι τόποι», δεν αναφέρεται τυχαία ως «Doppelgänger», δηλαδή ως ένα φάντασμα που στοιχειώνει τον εσωτερικό κόσμο για πάντα.

 

Εκεί όμως που η ταύτιση, όχι μόνο άγγιξε, αλλά ξεπέρασε τον φασματικό εαυτό ήταν αναμφίβολα με τον Πέρι Σμιθ. Αναζητώντας τι είναι αυτό που τον έκανε μανιακό δολοφόνο, ο Τρούμαν Καπότε έφτασε σε τέτοιο σημείο που, όπως λέει ο βιογράφος του, Τζέραλντ Κλαρκ: «Θα είχε ακινητοποιήσει το χέρι του πάνω στη σελίδα, αν είχε συνειδητοποιήσει πως στην πραγματικότητα δεν έγραφε ένα μυθιστόρημα, αλλά την ψυχολογική αυτοβιογραφία του: χαρτογραφώντας, υπό τη μεταμφίεση του μυθιστορήματος, το αγωνιώδες ταξίδι που έλαβε τέλος με την αποκάλυψη της ταυτότητάς του ως άνδρα, ως ομοφυλόφιλου, ως καλλιτέχνη».

 

Το «Εν Ψυχρώ» σήμαινε και το τέλος μιας απογειωτικής γραφής και καριέρας, αφού μετά από αυτό ο Καπότε δεν μπόρεσε να γράψει τίποτε άλλο. Η αγχόνη που κρέμασε τελικά τον Πέρι φαίνεται να «κρέμασε» ουσιαστικά και τις ελπίδες του Τρούμαν να ξεφύγει από την αλήθεια που τον τρόμαζε. Όταν πρωτοεπισκέφτηκε το Κάνσας για να γράψει το βιβλίο που θα τον έκανε διάσημο όσο κανένα άλλο, ομολογούσε πως ένιωθε σαν να βαδίζει προς έναν γνώριμο τόπο, ένα σημείο θυσίας, τραγωδίας και αυτοκαταστροφής, ένα no man's land, απ' όπου δεν θα κατάφερνε να ξεφύγει ποτέ. Εκτός από αριστούργημα ρεπορταζιακής καταγραφής και υψηλής λογοτεχνίας, το «Εν Ψυχρώ» άνοιξε μια σειρά από ενδιαφέρουσες συζητήσεις στην αμερικανική κοινωνία, όπως αυτή για τη θανατική ποινή, και απέδειξε ότι ποτέ δεν θα μπορέσεις να πεις καλά μια ιστορία, αν δεν γίνεις συγγραφέας και δημοσιογράφος και αν δεν την ζήσεις αν όχι στο είναι σου, τουλάχιστον στο πετσί σου.

 

Ο Τρούμαν Καπότε είχε μια παράδοξη ταύτισή με τον ένα από τους φονιάδες, τον Έντουαρντ Πέρι Σμιθ, με τον οποίο φάνηκε να βρίσκει πολλά κοινά, πηγαίνοντας πίσω στη βασανισμένη και τραυματική παιδική του ηλικία.
Ο Τρούμαν Καπότε είχε μια παράδοξη ταύτισή με τον ένα από τους φονιάδες, τον Έντουαρντ Πέρι Σμιθ, με τον οποίο φάνηκε να βρίσκει πολλά κοινά, πηγαίνοντας πίσω στη βασανισμένη και τραυματική παιδική του ηλικία.