ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ

Το βιβλίο που έθεσε τον Φίλιπ Ροθ απέναντι στα φεμινιστικά κινήματα

Το βιβλίο που έθεσε τον Φίλιπ Ροθ απέναντι στα φεμινιστικά κινήματα Facebook Twitter
Ο Φίλιπ Ροθ ξεδιπλώνει την ιστορία του μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αναδεικνύοντας με περίσσευμα ειρωνείας και με αφοπλιστικά ρεαλιστικούς διαλόγους τα ήθη και τα πρέπει της «βαθειάς», μεταπολεμικής Αμερικής.
0

Πόσο παρανοϊκή, πόσο ανυπόφορη, πόσο «σπασαρχίδω» μπορεί να γίνει μια πληγωμένη γυναίκα; To ερώτημα άρχισε να κεντρίζει τη φαντασία του Φίλιπ Ροθ στις αρχές της δεκαετίας του ΄60, προτού γίνει διάσημος με το «Σύνδρομο Πορτνόι» και ξεσηκώσει τη μήνι των ραβίνων, αφού είχε ήδη διακριθεί με το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Αντίο Κολόμπους», αποσπώντας το National Book Award, την εποχή που έβλεπε όλο και περισσότερες κοπέλες γύρω του να διεκδικούν τη χειραφέτησή τους κι ενώ στην ιδιωτική ζωή του έβγαινε από τη δίνη ενός νεανικού, θυελλώδους γάμου, ο οποίος έμελλε να καταλήξει σ' ένα ακόμη πιο θυελλώδες διαζύγιο.

«Η πενταετία 1962-1967 ήταν το μεγαλύτερο διάστημα, αφότου έγινα συγγραφέας, που δεν εξέδωσα τίποτα», θα ΄λεγε αργότερα ο ίδιος στη βρετανίδα πανεπιστημιακό Ερμιόνη Λι, σε συνέντευξή του στο Paris Review. «Η διατροφή και τα δικαστικά έξοδα είχαν στραγγίξει κάθε δεκάρα που ήμουν σε θέση να κερδίζω από τη διδασκαλία και το γράψιμο και, πριν καν κλείσω τα τριάντα, χρωστούσα χιλιάδες δολάρια στον φίλο και συνεργάτη μου, Τζο Φοξ. Το δάνειο θα με βοηθούσε να πληρώσω την ψυχανάλυσή μου, την οποία χρειαζόμουν πρώτα απ' όλα για να με εμποδίσει να πάρω τους δρόμους και να κάνω φόνο εξαιτίας της διατροφής και των δικαστικών εξόδων που μου είχαν επιδικαστεί μόνο και μόνο επειδή είχα θητεύσει δύο χρόνια σε έναν άτεκνο γάμο. Η εικόνα που με ταλάνιζε εκείνα τα χρόνια ήταν ενός τρένου που έχει εκτραπεί της πορείας του και τρέχει σε λάθος σιδηροτροχιά...».

Σίγουρα η Λούσι Νέλσον δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής. Οι ιλαροτραγικές σκηνές, όμως, με τις οποίες κορυφώνεται το «Τότε που ήταν καλό κορίτσι» φανερώνουν σ΄ όλη του την έκταση τον τσακισμένο ψυχισμό ενός απεγνωσμένου πλάσματος που βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια προς την αυτοκαταστροφή. 

Καρπός αυτής της περιόδου υπήρξε το μυθιστόρημά του "Τότε που ήταν καλό κορίτσι" που, με καθυστέρηση τεσσάρων δεκαετιών, κυκλοφορεί τώρα και στα ελληνικά (μετ. Μ. Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις). Με τη δράση του τοποθετημένη σε μια κωμόπολη των μεσοδυτικών πολιτειών λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με ήρωες όχι Εβραίους, αλλά προτεστάντες και καθολικούς, είναι το μοναδικό, όπως αποδείχτηκε, έργο του Ροθ με γυναικείο κεντρικό χαρακτήρα, τη διαρκώς εξοργισμένη Λούσι Νέλσον, κι ένα από τα πρώτα του βιβλία που μπήκε στο στόχαστρο των φεμινιστριών ως μισογυνικό. Στην ίδια αυτή συνέντευξη που σήμερα περιλαμβάνεται στον τόμο «Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους», καλούμενος να σχολιάσει εκείνες τις αντιδράσεις, ο Ροθ ξεσπάθωσε: «Μην εξωραΐζετε την επίθεση αποκαλώντας την "φεμινιστική". Πρόκειται απλώς για μια ανόητη ανάγνωση». Όπως επέμενε, η ηρωίδα του αντιπαρατίθεται με άντρες «που εκπροσωπούν τύπους βαθύτατα ενοχλητικούς για πολλές γυναίκες», ενώ κι ορισμένες πλευρές της μεσοαστικής αμερικανικής ζωής που την εξοργίζουν δεν διαφέρουν από εκείνες που, λίγο αργότερα, «ο νέος μαχητικός φεμινισμός θα ταύτιζε με τον εχθρό». Σύμφωνα με τον ίδιο, το μυθιστόρημά του πραγματεύεται «τον αγώνα της Λούσι να απελευθερωθεί από την τρομερή απογοήτευση που προκαλεί σε μια κόρη ένας ανεύθυνος πατέρας» και «θα ήταν καθαρή ηλιθιότητα, ιδίως αν επρόκειτο όντως για φεμινιστική επίθεση, να υποστηρίξει κανείς ότι οι κόρες μέθυσων, δειλών και εγκληματιών δεν βασανίζονται από έντονα συναισθήματα απώλειας, περιφρόνησης και ντροπής». Ωστόσο, το αναγνώριζε: «Το "Τότε που ήταν καλό κορίτσι" δεν υπηρετεί τη φεμινιστική υπόθεση, πράγματι. Ο θυμός αυτής της νεαρής γυναίκας δεν παρουσιάζεται προκειμένου να επιδοκιμαστεί με ένα εμψυχωτικό "Έτσι μπράβο!" που θα παρότρυνε σε δράση. Διερευνάται η φύση του θυμού, το βάθος του τραύματος...».

Όπως και να ΄χει, ξεκινώντας κανείς το βιβλίο, αντιλαμβάνεται πως ο τίτλος του αναφέρεται σε μια νεκρή. Συγγραφική αδεία, στη Λούσι Νέλσον αναλογούν μόλις εικοσιδύο χρόνια ζωής. Κόρη ενός αδύναμου, αλκοολικού μικροαπατεώνα, θύμα της Μεγάλης Ύφεσης που κατέληξε σώγαμπρος, και μιας λεπταίσθητης δασκάλας του πιάνου που υφίσταται αδιαμαρτύρητα τα βίαια ξεσπάσματα του άντρα της, η ηρωίδα του Ροθ, μολονότι μεγαλωμένη με αγάπη, παρουσιάζεται ευθύς εξαρχής σαν μια θυμωμένη, ακοινώνητη έφηβη, απηυδυσμένη από την συμπεριφορά των δικών της. Παιδί του Θεού και του καθήκοντος, με αδαμάντινη θέληση, στον αντίποδα των κοριτσιών που στολίζονται με τις ώρες και τσιλιμπουρδίζουν ασυστόλως, η Λούσι διψάει να ζήσει με «αξιοπρέπεια», όπως ακριβώς θεωρεί ότι της αξίζει. Ωστόσο, πάνω που καταφέρνει να γραφτεί στο πανεπιστήμιο κι ανοίγει τα φτερά της, ελέω μιας αναπάντεχης εγκυμοσύνης, καταλήγει σύζυγος ενός άγουρου, μαλθακού κι αιθεροβάμονα νεαρού με τον οποίο δεν είχε υπάρξει καν ερωτευμένη. Το μόνο που της απομένει, είναι να βάλει τα πόδια του τελευταίου σ' ένα παπούτσι, να του δώσει να καταλάβει ότι η ζωή «δεν είναι κάνας παράδεισος», έχει ευθύνες, υποχρεώσεις, απαιτεί τσαγανό. Η Λούσι διοχετεύει όλη της την ενέργεια σ' αυτήν την ύστατη μάχη, αλλά αλίμονο, στη διάρκειά της, οι βίδες του μυαλού της θα λασκάρουν εντελώς...

Ο Φίλιπ Ροθ ξεδιπλώνει την ιστορία του μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες, αναδεικνύοντας με περίσσευμα ειρωνείας και με αφοπλιστικά ρεαλιστικούς διαλόγους τα ήθη και τα πρέπει της «βαθειάς», μεταπολεμικής Αμερικής. Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως όσο ανεκτικός εμφανίζεται με τις ανθρώπινες αδυναμίες που βγάζουν από τα ρούχα της την ηρωίδα του, κι όση κατανόηση δείχνει για τα θύματα της επιθετικότητάς της, άλλο τόσο υποσκάπτει την αυθόρμητη διάθεση του αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί της και να συμμεριστεί ολόψυχα τον πόνο της. Προσωπικά, προς το τέλος του μυθιστορήματος, όταν πια η Λούσι ...απασφαλίζει, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα γέλια μου. Τι κάλος! Τι γλωσσοκοπάνα!, σκεφτόμουν ενώ εκείνη χτυπιόταν κι οδυρόταν, εκτοξεύοντας πυρά προς πάσα κατεύθυνση. Αντιλαμβανόμουν απολύτως το αδιέξοδό της, αλλά ευχόμουν να το κλείσει το ρημάδι, να βάλει λίγο φρένο, να πάψει να βλέπει τον κόσμο τόσο μονοδιάστατα. Σίγουρα η Λούσι Νέλσον δεν είναι ιδιαίτερα συμπαθής. Οι ιλαροτραγικές σκηνές, όμως, με τις οποίες κορυφώνεται το «Τότε που ήταν καλό κορίτσι» φανερώνουν σ΄ όλη του την έκταση τον τσακισμένο ψυχισμό ενός απεγνωσμένου πλάσματος που βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια προς την αυτοκαταστροφή, δίνοντας ταυτόχρονα μια συμπυκνωμένη εικόνα του πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις των ανθρώπων όταν η απόγνωση χτυπάει κόκκινο. Και μόνο γι' αυτές αξίζει ν' ανακαλύψει κανείς αυτό το βιβλίο.

0

ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT