I

 

Η Αλίκη δεν είναι ένα βιβλίο για παιδιά. Η Χώρα των Θαυµάτων (ή του Παραδόξου) στην ουσία είναι η χώρα όπου βασιλεύει το nonsense. Όρος αµετάφραστος στα ελληνικά, όπου η πλησιέστερη απόδοση θα µπορούσε να είναι: το παράλογο ή το παρανοϊκό. Η Αλίκη είναι ένα βιβλίο περί παιδιών, και µάλιστα κοριτσιών άνηβων κατά προτίµηση. «Αγαπώ όλα τα παιδιά, εκτός από τ' αγόρια» γράφει σ' ένα του γράµµα ο συγγραφέας. Ίσως γι' αυτό µεταµορφώνει ένα αρσενικό µωρό σε γουρουνάκι στο έκτο κεφάλαιο του βιβλίου.

 

Επιστρατεύοντας την ιδιότητά του ως µαθηµατικού και το ταλέντο του ως παραµυθά, ο L. Carroll αποδύεται σε µια επιχείρηση γοητείας µε σκοπό να θέλξει την κάθε µικρή Αλίκη. Το παραµύθι του παραβιάζει συστηµατικά την καθιερωµένη λογική των ενηλίκων, πλησιάζοντας και φλερτάροντας µε τον άλογο τρόπο που πολλές φορές τα µικρά παιδιά σκέφτονται και αντιδρούν. Χρησιµοποιεί την αλληγορία, τις γνώσεις του της επιστήµης αντεστραµµένες και πασπαλισµένες µε άφθονο χιούµορ. Το κεφάλαιο «Το τσάι των τρελών» είναι µια πραγµατεία πάνω στην έννοια του Χρόνου. Γραµµένη από έναν φανατικό παιδόφιλο, η Αλίκη, εάν ο όρος αυτός δεν είχε πάρει την αρνητική σηµασία που η κοινωνία τού έχει προσδώσει, παράλληλα µε διανοητικό παιχνίδι είναι µαζί κι ένα κείµενο που το διαπερνά µια αισθησιακή αύρα. Σηµασία έχει ότι η µικρή Αλίκη, µαζί κι ο αναγνώστης, έχει συνηθίσει να της συµβαίνουν µόνο πράγµατα ασυνήθιστα, που αφαιρούν τη ρουτίνα της ζωής και δίνουν στα γεγονότα νόηµα. Θα έλεγα, µοιάζει µε οδηγία ζωής τόσο για τους ήρωες όσο και για τον αναγνώστη.

 

Η Αλίκη δεν είναι το µοναδικό κείµενό του προορισµένο να τέρψει τα µικρά κορίτσια. Υπάρχουν πολλά γράµµατα που ο L. Carroll απηύθυνε σε µικρές φίλες του περίγυρού του.

 

 

Όπως παρατηρεί ο Γάλλος µελετητής Jean Cattégno, «το να γράφει κανείς σ' ένα παιδί είναι σαν να γράφει σε κάποιον από τον οποίο δεν θα λάβει ποτέ απάντηση». Εντούτοις, τα γράµµατα που έστελνε στα κοριτσάκια αλλά και οι φωτογραφίες που τραβούσε µοιάζουν να είναι η µήτρα απ' όπου ξεπήδησε η Αλίκη. Τόσο τις φωτογραφίες όσο και τα γράµµατα µπορεί κανείς να τα βρει στις εκδόσεις Άγρα στη µετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Κατά τα άλλα, τα µαθηµατικά, το παιχνίδι της λογικής και η µαγεία του παραµυθά είναι ακόµα µερικές πλευρές αυτού του πολυπράγµονα όσο και ιδιόρρυθµου Άγγλου, ενώ µας ξαφνιάζει το γεγονός ότι ήταν και ιερωµένος.

 

 

Πραγµατικά δεν ξέρουµε πότε ο L. Carroll χρησιµοποιεί ατόφια τη λογική και πότε την αναποδογυρίζει. Υπάρχουν ακόµα ενδείξεις ότι στην αφήγηση παρεισφρέουν αξιωµατικoί προσδιορισµοί των µαθηµατικών. Οι υπολογισµοί που κάνει η Αλίκη στο δεύτερο κεφάλαιο αναφέρονται σε κάποιον συγκεκριµένο πίνακα πολλαπλασιασµού της εποχής, τον οποίο το κοριτσάκι χρησιµοποιεί λανθασµένα. Εξίσου λανθασµένα έλυνα κι εγώ στην ηλικία της τις ασκήσεις των µαθηµατικών, κι εξακολουθώ ακόµα.

 

Υπάρχουν, επίσης, αρκετές αναφορές σε πραγµατικά πρόσωπα. Παραδείγµατος χάριν, η πάπια (duck) είναι ο αιδεσιµότατος Duckworth, φίλος του Carroll και συνοδός του στους περιπάτους τους µε τα κοριτσάκια. Η µικρή αδελφή της Αλίκης, Edith, είναι ο Αετιδεύς και το Dodo φαίνεται να είναι ο ίδιος ο Carroll· το πραγµατικό όνοµα του οποίου, θυµίζω, ήταν Dodgson. Aστειευόµενος και σαρκάζοντας κάποια βραδυγλωσσία που είχε, συνήθιζε ν' αυτοσυστήνεται ως Do-do-dogsοn.

 

Aς σηµειωθεί ότι εκτός από τις φωτογραφίες των κοριτσιών, φωτογράφισε και αρκετούς διάσηµους της εποχής του, όπως ο John Ruskin και ο Alfred Tennyson. Δεν ξέρω τι απέγιναν πολλές απ' αυτές, πάντως η σεµνοτυφία του ανιψιού του µας στέρησε τις γυµνές φωτογραφίες των κοριτσιών. «Θα ήθελα να µπορούσαµε ν' απαλλαγούµε τελείως από τα ρούχα·  τα σώµατα των γυµνών παιδιών είναι τόσο ωραία» γράφει σ' έναν φίλο του ζωγράφο. Πράγµα που εµένα µου φέρνει στον νου την εµµονή των Ελλήνων γονιών και παππούδων να φορούν στηθόδεσµο στα άνηβα κοριτσάκια στη θάλασσα το καλοκαίρι.

 

Ιδού, λοιπόν, µε τι τρόπο οι απόγονοι κάποιων συγγραφέων και καλλιτεχνών διαχειρίζονται ενίοτε την πνευµατική κληρονοµιά τους·  µε φόβο µήπως σπιλώσουν τη µνήµη τους, ενώ κατ' ουσίαν το µόνο που κάνουν είναι από τη µία να συγκαλύπτουν τη σεξουαλικότητα, άρα και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των προγόνων τους, και από την άλλη να εκθέτουν τη δική τους ανικανότητα να δουν το βάθος και την ουσία των πραγµάτων. Στη δική µας λογοτεχνία, πέρα από την κλασική αδιαφορία κάποιων κληρονόµων, υπάρχει και η λογοκρισία της σεξουαλικής τους ζωής, όπως, παραδείγµατος χάριν, η συγκάλυψη των σχέσεων µε πόρνες ή νεαρές κοπέλες στην περίπτωση του Καββαδία ή η απόκρυψη της οµοφυλοφιλίας του Γ. Ιωάννου και του Ν. Αλέξη Ασλάνογλου.

 

 

 

 

 

ΙΙ

 

Καµιά φορά ξαφνιάζοµαι κι ο ίδιος με το πώς καταπιάστηκα µε ένα κείµενο αν όχι ξένο, τουλάχιστον αποµακρυσµένο από την ιδιοσυγκρασία µου. Να όµως που ένας στενός φίλος, πριν από σαράντα χρόνια, ο Βασίλης Διοσκουρίδης (1941-2012), εκδότης και ψυχή του περιοδικού «Εκηβόλος» και αργότερα των εκδόσεων Το Ροδακιό, ένα βράδυ µεταξύ ενός τσιγάρου κι ενός παγωτού Pêche Melb στην πλατεία Βικτωρίας, µου είπε: «Μόνον εσύ µπορείς να µεταφέρεις τον L. Carroll στα ελληνικά».

 

Διαµαρτυρήθηκα, από πού κι ως πού είχα εγώ σχέση µε το nonsense. Το ότι είχα µεταφράσει Φώκνερ, ΜακΚάλερς ή Φιτζέραλντ, µεταφέροντας κάτι από το νεύρο, τον ηλεκτρισµό και την απογοήτευση αυτής της γενιάς των Αµερικανών συγγραφέων του 20ού αιώνα, δεν µε καθιστούσε κατ' ανάγκην τον καταλληλότερο να καταπιαστεί µε έναν Άγγλο κλασικό στυλίστα. Για να µην τα πολυλογώ, ο φίλος εκείνος κατόρθωσε να µε πείσει (σιγοντάροντας και η τότε εκδότρια Μαρίνα Τσουκάρη) ότι είχα τη δυνατότητα να µεταφέρω το βικτωριανό κλίµα στη γλώσσα µας και όχι µόνον επειδή ήµουνα γέννηµα-θρέµµα της πλατείας Βικτωρίας.
Σιγά σιγά, κάνοντας δοκιµές και διαβάζοντας αποσπάσµατα στους τότε φίλους, κατάφερα να βρω τον ρυθµό. Πρωταρχικό µέληµα είναι να µπορείς να συντονίσεις το βήµα σου µε εκείνο του ξένου συγγραφέα. Να βρεις τον τρόπο που εκείνος αναπνέει. Αλλά και πάλι θα πρέπει να µάθεις να διαχωρίζεις τα όρια μεταξύ της ξενικής σύνταξης και της αντίστοιχης νέας ελληνικής. Στο τελικό στάδιο καλό είναι να ξεχνάς τελείως τον ξένο συγγραφέα και να διαβάζεις τη µετάφραση σαν να ήταν γραµµένη εξαρχής στα ελληνικά. Πράγµα που εφάρµοσα και στην Αλίκη.

 

 

Και εάν υποτεθεί ότι είχα καταφέρει να τιθασεύσω την πρόζα, µε τους στίχους τι έµελλε να συµβεί;
Ήδη το βιβλίο ανοίγει µε την εµβληµατική βαρκαρόλα «Παρέα στο χρυσαφένιο δείλι», που µοιάζει µε πρελούδιο ή εισαγωγή σε αγαπηµένη όπερα. Η βαρκάδα την οποία υπαινίσσεται το κείµενο πραγµατοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1862, όταν ο L. Carroll προσκάλεσε για µια βόλτα στον Τάµεση τις τρεις αδελφές Liddell· κατά σειρά ηλικίας τη Larina, την Αλίκη και την Edith. Για χάρη τους ο συγγραφέας αυτοσχεδίασε, αφηγούµενος διάφορα παραµύθια.

 

 

Φαίνεται όµως ότι η Αλίκη ζήτησε από τον καθηγητή να γράψει ένα παραµύθι αποκλειστικά γι' αυτή την ίδια. Άλλο που δεν ήθελε κι αυτός. Βεβαίως, ούτε του περνούσε από το µυαλό ότι η φήµη της µικρής ηρωίδας και ο θαυµαστός κόσµος της θα καταλάµβαναν µια περίοπτη όσο και προνοµιακή θέση ανάµεσα σε παιδική λογοτεχνία και μη.

 

Όπως είπαµε, λοιπόν, εκτός από την αρχική νοσταλγική βαρκαρόλα, το κείµενο βρίθει από σατιρικούς στίχους, θα 'λεγε κανείς κοµµένους και ραµµένους για να γίνουν µιούζικαλ. Και ποιο επεισόδιο να πρωτοθυµηθούµε; Από το παραισθησιογόνο µανιτάρι, την κάµπια που παραπέµπει δύο αιώνες πριν στο «Lucy in the Sky with Diamonds» (LSD) των Beatles, τον ντισνεϊκό χαµογελαστό γάτο του Τσέσαϊρ (πατρίδα του συγγραφέα), τα δάκρυα της ψευτοχελώνας και τον µυθολογικό γρύπα ως τις ξεκαρδιστικές καντρίλιες των αστακών.
Όπως γράφει σ' ένα από τα γράµµατά του στα κοριτσάκια: «Έχεις δει ποτέ τους ρινόκερους και τους ιπποπόταµους στον ζωολογικό κήπο όταν δοκιµάζουν να χορέψουν όλοι µαζί ένα µενουέτο; Το θέαµα είναι συγκινητικό».

 

Στίχοι και επεισόδια που, πέρα από την τέρψη που προσφέρουν (πολλά απ' αυτά είναι παρωδίες αγγλικών τραγουδιών) και τη στιχουργική ακροβασία τους, ασκούν εµµέσως κριτική στην κοινωνία της εποχής και στις συνήθειές της.

 

Η ύπαρξη βασιλιάδων που αυθαιρετούν, µα που δεν παύουν να είναι τραπουλόχαρτα, είναι ένα παράδειγµα·  όπως η παρωδία του κροκέ, αγαπηµένου παιχνιδιού συναναστροφών, που κι εγώ ο ίδιος σε πρώιµη παιδική ηλικία θυµάµαι να παίζεται τα καλοκαίρια στις καλές αθηναϊκές οικογένειες, µια ακόµα εισβολή ξένων συνηθειών από την Εσπερία. Παράλληλα, όµως, το κείµενο αντανακλά τη σταθερότητα και αµεριµνησία της εποχής, όταν η Αγγλία ήταν ακόµα Μεγάλη Βρετανία µε τις κτήσεις της.

 

Στο σηµείο αυτό µου είναι αδύνατον να µη σκεφτώ ένα άλλο αιρετικό όσο και κλασικό βιβλίο της αγγλικής λογοτεχνίας παλαιότερου πεζογράφου, τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ. Οι µεταµορφώσεις που υφίσταται η Αλίκη κατά τη διάρκεια των περιπετειών της δεν µπορούν παρά να φέρουν στον νου τις αντίστοιχες µεταµορφώσεις του ήρωα του Σουίφτ, ανάλογα µε τη χώρα, όπου τυχαίνει να βρεθεί, και τους κατοίκους της. Άλλο ένα βιβλίο καταχωρισµένο κατά λάθος στην παιδική λογοτεχνία.

 

Η σατιρική διάθεση, οι παροµοιώσεις και η αλληγορία είναι παρούσες και στα δύο βιβλία. Θα χρειαστεί να φτάσουµε στην εποχή του Όσκαρ Ουάιλντ για να µπορέσουµε ν' απολαύσουµε µια τόσο παιγνιώδη χρήση της γλώσσας.

 

Παρασυρµένος από το αστείρευτο κέφι που αναβλύζει σε κάθε στιγµή, µολονότι πεζογράφος και όχι ποιητής, αναµετρήθηκα µε τα στιχουργήµατα του βιβλίου, πασχίζοντας να µην τραυµατίσω τη λεπτή ειρωνεία, την οργιαστική φαντασία αλλά και την ποιητική δεινότητα του συγγραφέα. Μια άλλη σηµαντική, όχι λιγότερο επικίνδυνη παγίδα του κειµένου είναι τα αµέτρητα λογοπαίγνια. Προσπάθησα κι εκεί να αρθώ στο ύψος του πρωτοτύπου. Ξαναδιαβάζοντας ύστερα από τόσο καιρό την παλιά µετάφραση, προς στιγµήν σκέφτηκα να επέµβω, τελικά όµως, παρ' όλο που για τα κλασικά κείµενα κάθε εποχή απαιτεί τη δική της µεταφραστική εκδοχή, προτίµησα να κρατήσω ανέπαφη την πατίνα που ο χρόνος άφησε στην Αλίκη, ίσως από φόβο µήπως προκύψει κάποιο νόθο αποτέλεσµα.

 

Αναφέρθηκα στην αντοχή της Αλίκης στον χρόνο. Δεν είναι όµως λίγες οι φορές που παρερµηνεύθηκε και αµφισβητήθηκε. Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, ο διοικητής µιας µακρινής επαρχίας της Κίνας απαγόρευσε το βιβλίο µε την αιτιολογία ότι ο τρόπος που τα ζώα µιλούν, σκέφτονται και φέρονται είναι προσβλητικός για τον άνθρωπο. Όπως επίσης σε κάποιο σχολείο στην αρχή του περασµένου αιώνα, στην Αµερική, το βιβλίο αφαιρέθηκε από τη διδακτέα ύλη επειδή, υποτίθεται, περιείχε υβριστικές λέξεις, σεξουαλικά υπονοούµενα, µειωτικούς χαρακτηρισµούς για δασκάλους και ιερωµένους, αλλά και επειδή προέτρεπε στη χρήση ναρκωτικών.

 

Η Βιρτζίνια Γουλφ, πάντως, είχε πει ότι διαβάζοντας την Αλίκη ξαναγινόταν παιδί. Με µια άλλη λογική –όχι µακριά από το πνεύµα του συγγραφέα– θα µπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι διαβάζοντάς την, ένα παιδί γίνεται µεγάλος.

 

 

 

 

 

ΙΙΙ

 

Λένε για τις συµπτώσεις που συναντάµε σ' ένα µυθιστόρηµα ότι είναι αδύνατον να συµβούν τέτοιες και τόσες στη ζωή. Να όµως που ήδη από τον χειµώνα του '12 ο επιµελητής του αρχείου µου και ποιητής Θάνος Φωσκαρίνης µε πίεζε ν' αναζητήσω την τύχη της παλιάς µετάφρασης της Αλίκης και να φροντίσω για την επανέκδοσή της.

 

Παρά τις προτροπές του συνεχώς το ανέβαλλα, µέχρι που το καλοκαίρι του '13 η ανεψιά µου Αλεξάνδρα Τράντα µου τηλεφώνησε περιχαρής ότι είχε ανακαλύψει στην υπαίθρια ετήσια Έκθεση του Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως ένα αντίτυπο της Αλίκης. Φιλοτιµήθηκα να πάω ο ίδιος ως εκεί για να διαπιστώσω ότι όντως υπήρχαν µερικά αντίτυπα που διέθετε ένας παλαιοβιβλιοπώλης. Αυτό στάθηκε το έναυσµα για να ζητήσω από την  Άννα Πατάκη να το εκδώσει. Είχα σκεφθεί µάλιστα ν' αποµακρυνθώ από την κλασική εικονογράφηση του John Tenniel, οσοδήποτε εξαιρετική και αν ήταν αυτή, και να χρησιµοποιήσω στην καινούργια έκδοση κάποιες ζωγραφικές από την έκθεση του Ολλανδού καλλιτέχνη Pat Andrea µε θέµα την Αλίκη που είχα δει στο Μουσείο Φρυσίρα τον Οκτώβριο του 2007. Μια εκδοχή της Αλίκης που έφερνε έναν διαφορετικό αέρα τρέλας κι ένα αισθησιακό ρίγος.

 

 

Δεν πέρασαν µερικές µέρες όταν σε παλαιοπωλείο της Κυψέλης, πολύ κοντά στο σπίτι µου, ανακάλυψα τον πολυτελή κατάλογο αυτής της έκθεσης του Pat Αndrea. Γράφει σε αυτόν ο καλλιτέχνης: «... αναφορικά µε τις σαράντα οκτώ συνολικά "Αλίκες", θα πρέπει να παραδεχτούµε πως, εν τέλει, παρέµεναν πάντοτε αναγνωρίσιµες. Όλες φορούν τα ίδια αθλητικά παπούτσια, αυτά του δηµιουργού τους!».
Εµπιστεύθηκα την ιδέα µου αυτή στην  Άννα Πατάκη, όταν την άκουσα να µου λέει απ' το τηλέφωνο: «Ξέρεις ποιον φιλοξενούµε αυτές τις µέρες σπίτι µας ο άντρας µου (ο ζωγράφος Αλέξης Βερούκας) κι εγώ;». «Ποιον;» ρώτησα ξαφνιασµένος. «Μα, τον Pat Andrea».

 

 

Να, λοιπόν, που από σύµπτωση σε σύµπτωση ένιωσα κι εγώ σαν την ηρωίδα του L. Carroll, µεταφερόµενος σε µια χώρα όπου συνέβαιναν αλυσιδωτά θαύµατα.

 

Σ' έναν τόπο όπου ηχούν µονότονα κι επικίνδυνα εµβατήρια της Χρυσής Αυγής, εγώ αποφάσισα να χορέψω τις Καντρίλιες των Αστακών.

 

Τελικά, οι εικόνες που επιλέχθηκαν δεν είναι οι ίδιες ακριβώς που είδαµε στην αθηναϊκή έκθεση, αλλά σχέδια από τη δουλειά προετοιµασίας που έκανε ο ζωγράφος πριν ή και παράλληλα µε την έκθεση.
Ελπίζω, έτσι, η καινούργια γενιά αναγνωστών, µαζί µε την παλιά µετάφραση, να χαρεί και µια νέα, φρέσκια εικονογράφηση του κειµένου. Ενός ευφάνταστου όσο και επικίνδυνου παραµυθιού ή, αν πιστέψουµε το τέλος του βιβλίου, ενός ονείρου που φύτεψε στο κεφάλι ενός µικρού κοριτσιού ένας ώριµος, γοητευτικός όσο και δαιµόνιος άντρας.

 

 

Ξυλόκαστρο, καλοκαίρι

Αθήνα, φθινόπωρο 2013