Τα Χριστούγεννα του 1894, η Σάρα Μπερνάρ, η πιο διάσημη εκείνη την εποχή «θεατρίνα» στο Παρίσι ζήτησε από τον εκδοτικό οίκο Lemercier μια αφίσα για το έργο της «Γκισμόντα» που θα ανέβαινε ξανά σε λίγες μέρες στη γαλλική πρωτεύουσα. Οι περισσότεροι από τους εικονογράφους έλειπαν σε διακοπές κι έτσι το έργο ανατέθηκε στον Τσέχο εμιγκρές Αλφόνς Μούχα. Την πρωτοχρονιά η πρωτοποριακή αισθητικά αφίσα με τα απαλά παστέλ χρώματα έκανε την εμφάνισή της στους δρόμους της πόλης κατοχυρώνοντας την εμβληματική διάσταση της Μπερνάρ και κάνοντας τον δημιουργό της περιζήτητο.

 

Οι Παριζιάνοι ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν στο δρόμο και στα καταστήματα αφίσες που διαφήμιζαν παραστάσεις, η αίσθηση όμως που προκάλεσε η «Γκισμόντα» του Μούχα ήταν πρωτοφανής. Πολλοί εκλιπαρούσαν (ή δωροδοκούσαν) τους αφισοκολλητές για ένα αντίτυπο, άλλοι απλά την ξεκολλούσαν από τους τοίχους και έφευγαν τρέχοντας.

 

Η αφίσα που έκανε διάσημο τον Μούχα σηματοδότησε την αρχή μιας μανίας με τις αφίσες που παρέσυρε την Ευρώπη στο δεύτερο μισό της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα μαζί με τη μόδα να «ντύνονται» στα πάρτι οι γυναίκες την αγαπημένη τους αφίσα ενώ οι υπόλοιποι καλεσμένοι έπρεπε να μαντέψουν από πού ακριβώς προήλθε η έμπνευση.

 

Οι Παριζιάνοι ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν στο δρόμο και στα καταστήματα αφίσες που διαφήμιζαν παραστάσεις, η αίσθηση όμως που προκάλεσε η «Γκισμόντα» του Μούχα ήταν πρωτοφανής. Πολλοί εκλιπαρούσαν (ή δωροδοκούσαν) τους αφισοκολλητές για ένα αντίτυπο, άλλοι απλά την ξεκολλούσαν από τους τοίχους και έφευγαν τρέχοντας.

 

Η έκθεση που είναι αφιερωμένη στο έργο του Μούχα και φέρει τον τίτλο "Alphonse Mucha: Art Nouveau / Nouvelle Femme" είναι μια από τις εναρκτήριες εκθέσεις του νέου μουσείου ιστορίας της αφίσας που άνοιξε πριν λίγες μέρες στο Μανχάταν με την ονομασία Poster House. Είναι το πρώτο του είδους στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στην Ευρώπη υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες διάφορα αντίστοιχα ιδρύματα.

 

Σύμφωνα με την Wikipedia, o Άλφονς Μούχα γεννήθηκε το 1860 στην πόλη Ίβαντσιτσε στη νότια Μοραβία (σημερινή Τσεχία). Δούλεψε στη Μοραβία ως ζωγράφος, κυρίως ζωγραφίζοντας θεατρικά σκηνικά. Το 1879 μετακόμισε στη Βιέννη για να δουλέψει για μια μεγάλη εταιρεία θεατρικού σχεδίου ενώ ανεπίσημα διεύρυνε και την καλλιτεχνική του εκπαίδευση. Όταν μια φωτιά κατέστρεψε το 1881 την επιχείρηση του εργοδότη του, επέστρεψε στη Μοραβία και δούλεψε ως ανεξάρτητος ζωγράφος διακοσμήσεων και πορτρέτων. Το 1887 μετακόμισε μόνιμα στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στις Ακαδημίες Ζυλιέν και Κολαρόσσι, ενώ συγχρόνως έκανε εικονογραφήσεις σε περιοδικά και διαφημίσεις.

 

Αυτο-πορτραίτο του Αλφόνς Μούχα σε παρισινό ατελιέ το 1882 με παραδοσιακή πουκαμίσα της Μοραβίας. Πέντε χρόνια αργότερα θανμετακόμιζε μόνιμα στην γαλλική πρωτεύουσα.
Αυτο-πορτραίτο του Αλφόνς Μούχα σε παρισινό ατελιέ το 1882 με παραδοσιακή πουκαμίσα της Μοραβίας. Πέντε χρόνια αργότερα θανμετακόμιζε μόνιμα στην γαλλική πρωτεύουσα.

 

Το 1901, ο Μούχα εξέδωσε το "Documents Decoratifs", έναν οδηγό για φερέλπιδες νέους σχεδιαστές και εικαστικούς που ήθελαν να μιμηθούν την περίφημη ήδη τεχνοτροπία του (le style Mucha), ο οποίος σύντομα έγινε η βίβλος της Art Nouveau bible και ένα από τα βασικά εγχειρίδια σε σχολές και εργαστήρια τέχνης.

 

Ο Μούχα δημιούργησε 119 αφίσες στη διάρκεια της καριέρας του, το σύνολο σχεδόν των οποίων βρίσκεται συγκεντρωμένο στην έκθεση του Poster House. Συχνά επισκέπτεται κανείς ένα μουσείο προσδοκώντας μια αίσθηση αυθεντικότητας – την συγκίνηση του να βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από ένα κλασικό έργο που χειροτέχνησε πριν από πολλά χρόνια κάποιος σπουδαίος καλλιτέχνης. Μια διάσημη αφίσα όμως προκαλεί μια διαφορετικού τύπου αίσθηση, κάτι σαν μια θολή συμπίεση περασμένων καιρών και τόπων. Δεν υπάρχει το «αυθεντικό», μόνο αντίτυπα.

 

Η δύναμη της αφίσας του Μούχα προέρχεται από το γεγονός ότι κάποτε υπήρξε πανταχού παρούσα, μεταδίδοντας υπνωτικά στους Παριζιάνους μια μανιακή σχεδόν επιθυμία. Ο ίδιος ο Τσέχος καλλιτέχνης θα έλεγε προς το τέλος της ζωής του σχετικά με τις αφίσες που τον έκαναν διάσημο: «Ήμουν ευτυχής που έκανα τέχνη για τους πολλούς και όχι για τα κλειστά σαλόνια. Δεν κόστιζε πολύ, ήταν προσιτή σε όλους και έβρισκε το δρόμο τόσο για τα πλούσια όσο και για τα φτωχικά σπίτια».

 

Με στοιχεία από το New Yorker